Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Οικονομικές αντιθέσεις τροφοδοτούν πολιτικές αντιπαραθέσεις


Αποσπάσματα από το άρθρο της Σύνταξης της ΚΟΜΕΠ στο 4ο τεύχος του 2015 (Ιούλη - Αυγούστου) που πρόκειται να κυκλοφορήσει

Τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Η ΕΚΤ είχε αρνηθεί να αυξήσει τη ρευστότητα προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, οι τράπεζες είχαν κλείσει και η ανάληψη χρημάτων από τα ATM ήταν στο όριο των 60 ευρώ ημερησίως, με αμφίβολη δυνατότητα πραγματοποίησής της, είχε μόλις λήξει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα για την Ελλάδα, ενώ είχε παρέλθει για το ελληνικό κράτος και η προθεσμία αποπληρωμής των συγκεντρωμένων δόσεων προς το ΔΝΤ. Την ίδια στιγμή, είχαν ξεκινήσει και πάλι οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Λίγες μέρες πριν, είχε ψηφιστεί στη Βουλή από ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Χρυσή Αυγή η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, με ερώτημα που να διευκολύνει τις κυβερνητικές επιδιώξεις απόσπασης της λαϊκής συναίνεσης στη δική της αντιλαϊκή πρόταση. Από την άλλη, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι καλούσαν σε ανοιχτή στήριξη των αντιλαϊκών μέτρων που περιέχονται στην πρόταση των συμμάχων της κυβέρνησης, των ΔΝΤ - ΕΚΤ - ΕΕ.
Το ΚΚΕ από την πλευρά του καλούσε τον ελληνικό λαό να αντιπαλέψει και μέσω του δημοψηφίσματος τον αντιλαϊκό εκβιασμό των δύο πλευρών, απορρίπτοντας και τους δύο τρόπους καρατόμησης των δικαιωμάτων και επιδείνωσης της ζωής του. Ταυτόχρονα, πρωτοστατούσε στην οργάνωση της πάλης, με στόχο να μην αποδεχτούν οι εργαζόμενοι την επιταχυνόμενη επιδείνωση της ζωής τους με τα όρια αναλήψεων, τη μη καταβολή στο ακέραιο των συντάξεων, τις μη καταβολές μισθών, τις υποχρεωτικές άδειες στον ιδιωτικό τομέα κ.λπ.
[...] Τόσο η προπαγάνδα των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - XA όσο και αυτή των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι αποκρύβει την ουσία των εξελίξεων, ενώ βασίζεται σε κοινές αποδοχές, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των θέσεων και της επιχειρηματολογίας των αστικών κομμάτων. Και τα δύο μπλοκ αστικών κομμάτων κάνουν λόγο για «εθνικούς στόχους», «εθνικούς κινδύνους», «εθνική περηφάνια» κ.λπ., προσδίδοντας το καθένα διαφορετικό περιεχόμενο στις φράσεις αυτές. Πιο συγκεκριμένα, το μπλοκ ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - ΧΑ αναδεικνύει ως εθνικό στόχο την αναγκαιότητα αντιπαράθεσης της Ελλάδας με τους δανειστές της και επανάκτησης της «εθνικής κυριαρχίας» της, ενώ το μπλοκ ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - Ποτάμι αναδεικνύει ως τέτοιο την «ευρωπαϊκή πορεία της χώρας». Ταυτόχρονα, και οι δύο με μία φωνή, αντιπαρατίθενται για το ποιο είναι το πιο επωφελές σχέδιο για την «εθνική οικονομία», δηλαδή για την καπιταλιστική οικονομία.
Και οι δύο απόψεις αποκρύπτουν ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι ενιαία και κατ' επέκταση δεν υπάρχει κανένα ενιαίο εθνικό συμφέρον για όλους τους Ελληνες κόντρα σε κάποιο - εξίσου ανύπαρκτο - ενιαίο συμφέρον των Γερμανών, των Αμερικανών κ.λπ. Στην αντιπαράθεση αυτή δε συγκρούονται γενικώς έθνη, αλλά τα τμήματα εκείνα του κάθε έθνους που έχουν στα χέρια τους την οικονομική κυριαρχία και την πολιτική εξουσία, δε συγκρούονται λαοί, αλλά επιχειρηματικοί όμιλοι.
Ωστόσο, ιδιαίτερος σχολιασμός απαιτείται για τις αναφορές των ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Χρυσής Αυγής περί «εθνικής πάλης κατά των διεθνών τοκογλύφων», περί της «πάλης της μικρής Ελλάδας έναντι των ισχυρών κρατών που μας καταδυναστεύουν» κ.λπ. Στην ουσία, αυτές οι αντιλήψεις αποκρύπτουν το κύριο, τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, ενώ προβάλλουν ως κύρια μία υπαρκτή αλλά παράγωγη πλευρά, την ανισοτιμία στις σχέσεις του ελληνικού καπιταλισμού με αυτόν των πιο ισχυρών κρατών. Αυτές οι απόψεις αποκρύπτουν ότι στον καπιταλισμό οι σχέσεις μεταξύ των κρατών και διακρατικών ενώσεων αναπτύσσονται πάντα με βάση την αρχή της ισχύος, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζονται από ανισοτιμία, η οποία μπορεί να καταργηθεί μόνο με την κατάργηση των καπιταλιστικών και την οικοδόμηση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Προτάσσουν τον υπαρκτό εκβιασμό που ασκούν στο ελληνικό αστικό κράτος τα πιο ισχυρά κράτη, με στόχο την απόκρυψη του εκβιασμού που ασκεί η αστική εξουσία στην εργατική τάξη της Ελλάδας, για να αποδεχτεί την περαιτέρω επιδείνωση της ζωής της προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας.
Η απόκρυψη του διαχωρισμού της ελληνικής κοινωνίας σε κοινωνικές τάξεις με αντιμαχόμενα συμφέροντα και η προβολή των συμφερόντων της αστικής τάξης ως εθνικών γίνεται και μέσω της αγιοποίησης της αστικής δημοκρατίας. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δηλώνουν ότι υπερασπίζονται τη δημοκρατία έναντι των αγορών και την πολιτική έναντι της οικονομίας. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική είναι αντιεπιστημονική, αφού οι σχέσεις παραγωγής αποτελούν τη βάση της κοινωνίας, πάνω στην οποία υψώνεται και το πολιτικό εποικοδόμημα. Η αστική δημοκρατία αποτελεί την πολιτική μορφή που προσιδιάζει περισσότερο απ' όλες τις άλλες στην καπιταλιστική βάση της κοινωνίας και σε καμία περίπτωση δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτήν. Ο αντιλαϊκός χαρακτήρας της αστικής δημοκρατίας δεν απορρέει από τη σύγκρουσή της με την καπιταλιστική αγορά, αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι την υπηρετεί.
Η ίδια απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική γίνεται και μέσω της προβολής του δημοψηφίσματος ως μέσου έκφρασης της λαϊκής βούλησης. Η συγκυβέρνηση και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα προσπαθούν να πείσουν το λαό ότι μπορεί να υπάρξει πραγματικά «καθαρή και ανόθευτη» έκφραση της λαϊκής βούλησης εντός του καπιταλισμού και μάλιστα με πρωτοβουλία του ίδιου του αστικού κράτους. Αποκρύπτουν ότι τα δημοψηφίσματα στον καπιταλισμό έχουν ως μοναδικό σκοπό την απόσπαση της λαϊκής συναίνεσης στους διάφορους σχεδιασμούς της αστικής εξουσίας. Αυτό αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι το ίδιο το ερώτημα, όπως και ο χρόνος διεξαγωγής, αποφασίζεται κάθε φορά από τα ίδια τα αστικά κράτη, ενώ - όπως έχει αποδειχτεί πολλές φορές στο παρελθόν - όταν το αποτέλεσμα δεν είναι της αρεσκείας των διοργανωτών του, όχι μόνο δε γίνεται σεβαστό, αλλά επαναλαμβάνεται μέχρι να προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, λοιπόν, μεταξύ των φορέων της αστικής πολιτικής τροφοδοτούνται - χωρίς να χάνουν και τη σχετική τους αυτοτέλεια - από τις αντίστοιχες οικονομικές αντιθέσεις. Ιστορικά, μάλιστα, έχει αποδειχτεί ότι η όξυνση αυτών των αντιθέσεων μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις, αυξάνοντας την πίεση ενσωμάτωσης του εργατικού - λαϊκού κινήματος και στοίχισής του πίσω από τον έναν ή τον άλλο πόλο αυτών των αντιθέσεων.
Αντίβαρο σε αυτήν την πίεση μπορεί να αποτελέσει μόνο η παρέμβαση του επαναστατικού, εργατικού κόμματος, δηλαδή του κομμουνιστικού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να επιλέγει κάθε φορά τον κατάλληλο τρόπο με τον οποίο θ' αξιοποιεί τις ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, για να ενισχύει την αντεπίθεσή του στο σύνολο των αστικών δυνάμεων, αποτρέποντας την ενσωμάτωση όσο το δυνατόν περισσότερων εργατικών δυνάμεων. Τέτοιου είδους δράση αναπτύσσει αυτές τις μέρες το ΚΚΕ, τόσο με τον τρόπο παρέμβασής του στο δημοψήφισμα, όσο και με την οργάνωση της καθημερινής πάλης των εργαζομένων ενάντια στην επιδείνωση της ζωής τους.

Για τα περιεχόμενα του τεύχους
Σε αυτήν την αναγκαιότητα ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος με σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, με γερές Οργανώσεις, με δεσμούς με εργατικές - λαϊκές μάζες, είναι αφιερωμένο το παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ.
Το άρθρο με τίτλο «Πλευρές της καθοδηγητικής δουλειάς για την οικοδόμηση και τη στρατολογία»αναφέρεται στη σημασία αυτών των ζητημάτων για ένα κόμμα που παλεύει για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να λειτουργούν και να δρουν οι Κομματικές Οργανώσεις, έτσι ώστε να κατακτάνε το σύνολο των χαρακτηριστικών που αποδίδονται με τον όρο κομματική οικοδόμηση, στα οποία ανήκει και το ζήτημα της στρατολογίας πρωτοπόρων εργατών. Αναφέρεται επίσης στη σχετική θετική και αρνητική πείρα του Κόμματος και ιδιαίτερα στην παρέμβαση στους νέους εργαζόμενους και τις γυναίκες.
Το άρθρο με τίτλο «Πείρα και βασικά συμπεράσματα της ΚΟΑ για την οικοδόμηση του Κόμματος»επίσης παρουσιάζει τη στρατολογία ως μέρος της κομματικής οικοδόμησης, αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία της Αττικής, τόσο για την αστική όσο και για την εργατική τάξη. Αναφέρεται στην εμπειρία από τη δράση της Κομματικής Οργάνωσης Αττικής, στις ιδιαίτερες προκλήσεις που έθεσε η καπιταλιστική κρίση και οι συνέπειές της, στην αναγκαιότητα ενιαίου σχεδίου οικοδόμησης και στρατολογίας σε όλη την Αττική, στην πείρα των ομάδων δουλειάς για την παρέμβαση στους χώρους εργασίας, στο συνδυασμό κομματικής και συνδικαλιστικής δουλειάς, στη δουλειά των ΚΟΒ με τον περίγυρο, ειδικότερα με τους συναγωνιστές που ξεχωρίζουν ως υποψήφιους για στρατολογία στο Κόμμα.
Το άρθρο με τίτλο «Για την κομματική οικοδόμηση στην Κεντρική Μακεδονία» μεταφέρει τη σχετική πείρα. Κωδικοποιεί τους σχεδιασμούς και τις ιεραρχήσεις της αστικής τάξης για την περιοχή και παρουσιάζει την αντίστοιχη ιεράρχηση της διάταξης των κομματικών δυνάμεων. Αναφέρει τα βήματα που σημειώνονται, αλλά και τις αδυναμίες στην παρέμβαση των Οργανώσεων του Κόμματος, ενώ θέτει τη βελτίωση της εσωοργανωτικής λειτουργίας του Κόμματος, ως απαραίτητη προϋπόθεση διακριτής προόδου στη στρατολογία και την οικοδόμηση. Ως ιδιαίτερα στοιχεία και προϋποθέσεις αυτής της βελτίωσης ξεχωρίζει την ενιαία δράση εδαφικών και κλαδικών Κομματικών Οργανώσεων, τη συγκρότηση και καλή λειτουργία των ομάδων παρέμβασης στους εργασιακούς χώρους και την εσωκομματική μόρφωση.
Με αφορμή τα 42 χρόνια από το θάνατο του Ν. Ζαχαριάδη, στην ενότητα «Κομματική οικοδόμηση» περιλαμβάνεται απόσπασμα από το βιβλίο του «Τα προβλήματα καθοδήγησης στο ΚΚΕ». Το σχετικό προλογικό σημείωμα της ΚΟΜΕΠ παρουσιάζει τόσο τις συνθήκες και τους σκοπούς έκδοσης του βιβλίου, όσο και το περιεχόμενο του επιλεγμένου αποσπάσματος.
Στην ενότητα «Πολιτισμός» περιλαμβάνεται - με αφορμή τα 40 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Σοβιετικού συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς - άρθρο για το έργο του «Κουαρτέτο Νο. 8». Το περιεχόμενο αυτού του έργου έχει αποτελέσει επανειλημμένα αντικείμενο διαστρέβλωσης από αστούς και οπορτουνιστές. Στο άρθρο αναπτύσσεται παράλληλα τόσο η τεχνική παρουσίαση και η αφορμή της συγγραφής του έργου, όσο και απάντηση στην επιχειρηματολογία των διαστρεβλωτών του. Παράλληλα, τίθενται και κάποια γενικότερα ζητήματα για τη μορφή και το περιεχόμενο της Τέχνης, που μπορεί σήμερα να υπηρετήσει την υπόθεση της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.
Στην ίδια ενότητα, δημοσιεύεται το άρθρο «Η 9η Μάη στην ελληνική λογοτεχνία». Το άρθρο αποτελεί μια πολύ καλή σύνοψη της σχετικής βιβλιογραφίας, μέσα από την οποία παρουσιάζονται και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των διάφορων συγγραφέων, αλλά και η μεγαλύτερη ή μικρότερη συστράτευσή τους με το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, τη νίκη της ΕΣΣΔ επί της ναζιστικής Γερμανίας, πώς αντιλήφθηκαν τις γενικότερες εξελίξεις της δεκαετίας 1940-1950.