Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΥΠΟΣ Αντανακλά την ευρύτερη όξυνση του ανταγωνισμού στην ΕΕ και τις ΗΠΑ


Η συμφωνία Αθήνας - Βρυξελλών γεννά προβληματισμό για τις εξελίξεις, τις οποίες κάθε αστική τάξη προσεγγίζει από τη σκοπιά των ιδιαίτερων επιδιώξεών της

Τις ιδιαίτερες, εχθρικές για τους λαούς, επιδιώξεις που «κονταροχτυπιούνται» (και) στα διαπραγματευτικά τραπέζια των Βρυξελλών καταγράφει ο αστικός Τύπος
Τις ιδιαίτερες, εχθρικές για τους λαούς, επιδιώξεις που «κονταροχτυπιούνται» (και) στα διαπραγματευτικά τραπέζια των Βρυξελλών καταγράφει ο αστικός Τύπος
Ο προβληματισμός και οι διεργασίες που κυριαρχούν στην αστική τάξη κάθε ευρωπαϊκής χώρας συνολικά για τις «ισορροπίες» και το μέλλον της ΕΕ αντανακλώνται στην αρθρογραφία μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων, που συνεχίζουν καθημερινά και μέσα από βασικά τους άρθρα να ασχολούνται με τις εξελίξεις γύρω από την ελληνική κρίση, τη συμφωνία διαπραγμάτευσης ενός νέου μνημονίου και τα όσα σηματοδότησε το ίδιο το άνοιγμα του «Grexit» μόνο και μόνο ως μια πιθανότητα που έπεσε στο τραπέζι.
Ετσι, η γαλλική «Λε Μοντ», σε ένα ακόμα κεντρικό άρθρο που αφιερώνει στην Ελλάδα (και τις προεκτάσεις που έχουν οι διαπραγματεύσεις Αθήνας - Βρυξελλών) σημειώνει χτες: «Ενα είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί την επαύριο της Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης, που έγινε την Κυριακή 12 Ιούλη στις Βρυξέλλες, για να σωθεί η Ελλάδα από την πτώχευση: η πίκρα». Σε μια περίοδο που βαθαίνει το «ρήγμα» στο εσωτερικό της ΕΕ στη βάση της ανισόμετρης ανάπτυξης και του πώς αυτή αντικειμενικά εντείνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, η εφημερίδα συνεχίζει: «Σίγουρα, η Ελλάδα μένει στην ευρωζώνη. Είναι αυτό που ήθελαν ο Φρανσουά Ολάντ, ο Ιταλός Ματέο Ρέντσι και πιθανώς η Καγκελάριος Αγκέλα Μέρκελ. Αλλά με τι κόστος; Ο Ελληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, που αναγκάστηκε να δεχτεί αδίστακτους όρους, είναι ο μεγάλος ηττημένος αυτής της συνόδου. Αλλά η Ευρώπη δεν κερδίζει, βγαίνει διχασμένη, αποδυναμωμένη, από το τελευταίο επεισόδιο της κρίσης, αυτού του ελληνικού δημόσιου χρέους που δεν μπόρεσε ποτέ να χειριστεί».

Δεν είναι θρίαμβος
Στη Βρετανία, ενδεικτική μεταξύ άλλων ήταν η εκτίμηση του βρετανικού «Γκάρντιαν», που από τη πρώτη μέρα κιόλας της ανακοίνωσης της συμφωνίας, την περασμένη Δευτέρα, έσπευσε να τονίσει πως «αυτή δε λύνει τίποτα και περιέχει πολλούς κινδύνους» και υποστήριζε: «Η Ευρώπη μετά από τις συνομιλίες για την Ελλάδα μοιάζει με το πεδίο της μάχης την επομένη από τη μέρα που οι στρατοί συγκρούστηκαν - παντού συντρίμμια και κάθε πλευρά μετρά τις απώλειές της».
Το άρθρο, ταυτόχρονα, αποτυπώνει και την ανησυχία που προκαλεί στις ισχυρότερες δυνάμεις της ΕΕ η κατάσταση των πιο αδύναμων, εξηγώντας ότι «μια συμφωνία που δεν αρέσει σε κανέναν και που πολύ εύκολα μπορεί να αποτύχει στο στόχο της διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, και που ακόμα, τελικά, συσχετίζει την εξισορρόπηση των (οικονομικών) βιβλίων της ΕΕ με την αποπληρωμή μέρους του ελληνικού χρέους, δεν είναι θρίαμβος».
Ενώ, μεταξύ άλλων, το άρθρο θίγει και τις «συνέπειες» που έχει για τα άλλα κράτη - μέλη η πρωτιά που εξακολουθούν να διατηρούν τα γερμανικά μονοπώλια: «Η συζήτηση για τις θεμελιώδεις οικονομικές αρχές στη Γερμανία θα πρέπει δικαιωματικά να ανοίξει δυναμικά. Θα πρέπει να επανεξεταστούν οι πολιτικές, οι οποίες, εξαιτίας του βάρους και των αριθμών που επιδεικνύει η Γερμανία, ασκούν τέτοια επίδραση στην Ευρώπη και που, κατά την άποψη πολλών, είναι αντι-παραγωγικές».
Ανησυχία εκφράζεται από αμερικάνικες πηγές για τη βιωσιμότητα του προγράμματος αλλά και τους κινδύνους αστάθειας που πιθανόν προκαλέσει στην Ελλάδα η εφαρμογή. Στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων ανάμεσα σε ΗΠΑ και Γερμανία για το μέλλον της ΕΕ και της Ευρωζώνης ασκείται κριτική στο ρόλο της Γερμανίας.
«Η Ελλάδα ξαναγράφει τα εγχειρίδια οικονομικών, εφαρμόζοντας λιτότητα πάνω στη λιτότητα», είναι ο τίτλος χτεσινού άρθρου του αμερικάνικου «Bloomberg», στο οποίο επισημαίνεται ότι το ερώτημα του τι μπορεί να συμβεί όταν εφαρμοστούν προγράμματα λιτότητας σε μια οικονομία που ήδη έχει χάσει το 1/4 του ΑΕΠ της, η Ελλάδα θα μάθει πολύ σύντομα πόσο άσχημο είναι το αποτέλεσμα. Προβλέπει ακόμη ότι η χώρα θα επιστρέψει στην κοινωνική αναταραχή που επικρατούσε το 2012 παρά το γεγονός ότι μέχρι στιγμής υπήρξαν μόνο ειρηνικές και μικρής έκτασης κινητοποιήσεις.
Εμφανώς... απαισιόδοξο και το ηλεκτρονικό περιοδικό «Politico» σε άρθρο με τίτλο «Δεν υφίσταται Ελληνική συμφωνία» υπογραμμίζει ότι, παρά τους πηχυαίους τίτλους της Δευτέρας περί συμφωνίας, αυτό που στην πραγματικότητα συμφωνήθηκε την περασμένη Δευτέρα είναι μία λίστα τιμωρητικών και εξευτελιστικών υπαγορεύσεων από τους πιστωτές, τις οποίες η Ελλάδα θα πρέπει να νομοθετήσει μέχρι την Τετάρτη ή να δει την έξοδο από την Ευρωζώνη. Το νέο πακέτο διάσωσης, θα στεφθεί με αποτυχία τόσο για πολιτικούς όσο και για οικονομικούς λόγους. Ετσι, συνεχίζει, «μπορεί το ρίσκο ενός άμεσου "Grexit" να έχει περιοριστεί μετά τη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης Δευτέρας, ωστόσο είναι αντικειμενικά υψηλότερο μακροπρόθεσμα».
«Η Ελλάδα θα πρέπει να πουλήσει νησιά της και αρχαιολογικά μνημεία κατά την νέα συμφωνία διάσωσης»υπογραμμίζεται σε άρθρο του αμερικανικού περιοδικού «Time», στο οποίο σημειώνεται ότι απ' όλες τις πτυχές της νέας συμφωνίας που οι Ελληνες θεωρούν «εξευτελιστική», αυτό που κυρίως πλήγωσε την αίσθηση υπερηφάνειας που έχουν ως λαός είναι η πώληση των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου μέχρι το ύψος των 50 δισ. ευρώ.
Η ιδέα της μεταφοράς των περιουσιακών στοιχείων σε ένα νέο επενδυτικό ταμείο προέρχεται από τη Γερμανία τον μεγαλύτερο δανειστή της Ελλάδας, με σκοπό να αποτελέσει τις εγγυήσεις για την αποπληρωμή των δανείων προς την Ελλάδα.
Στην Ισπανία, επίσης, ανάγλυφα εκφράζεται η ανάγκη του ντόπιου κεφαλαίου να αξιολογήσει πόσο η σύνθεση, οι ισορροπίες και οι κανόνες λειτουργίας της ΕΕ συνεχίζουν ακόμα να υπηρετούν τα συμφέροντά του, με την «Ελ Παις», να εκτιμά την περασμένη Δευτέρα: «Είναι καθαρά τα διδάγματα που αφήνει πίσω της αυτή η κρίση. Ενα από αυτά που μπορούμε να κρατήσουμε είναι ότι η εκπλήρωση των κανόνων που (της) επιβλήθηκαν έχει καταδικάσει την Ελλάδα σε μια οικονομική ύφεση που είναι από τις πιο σοβαρές ιστορικά» και επισήμαινε ότι «μια χώρα δεν μπορεί να ζει πάντα με το χέρι τεντωμένο (να ζητά βοήθεια), πρέπει και να αναλάβει το αναπόφευκτο κόστος που πρέπει να πληρώσει, όσο ψηλό κι αν είναι, για να την οδηγήσει σε μια ρωμαλέα ανάπτυξη της οικονομίας της».
Ταυτόχρονα, ο συντάκτης του άρθρου υπογραμμίζει πως «ο χρόνος θα μας πει αν η Ελλάδα μπορεί να συμβιώσει στην Ευρωζώνη με περισσότερη λιτότητα και με υποσχέσεις ασαφείς ως προς τη μείωση ενός χρέους που είναι μη βιώσιμο».
Η «Ελ Μούντο», σε χτεσινό της άρθρο, επιλέγει να τονίσει ότι «όσα έγιναν θα έπρεπε να εξυπηρετήσουν στην επανεξέταση των θεμελίων του κοινού νομίσματος με το οποίο πρέπει να συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε μέτρα όπως η αμοιβαιοποίηση του χρέους και μια μεγαλύτερη δημοσιονομική αρμονία για να αποφευχθεί η επανάληψη περιπτώσεων όπως αυτή της Ελλάδας. Και αυτό χωρίς να ξεχνάμε ότι το ευρώ είναι ένα (μόνο) εργαλείο και όχι το τελευταίο για την οικοδόμηση της Ευρώπης».