Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

ΤΙΜΕΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ «Συγκρατημένη» αισιοδοξία και προειδοποιήσεις από το ΔΝΤ


Θετικές και αρνητικές επιδράσεις «μετρούν» τα αστικά επιτελεία από τη βουτιά στην τιμή του πετρελαίου, επισημαίνοντας και γεωπολιτικά ρίσκα

Αναπάντητο παραμένει το ερώτημα πώς θα επιδράσει η «βουτιά» στην τιμή του πετρελαίου στους εντεινόμενους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς

Θετικές και αρνητικές επιδράσεις «μετρούν» τα αστικά επιτελεία από τη βουτιά στην τιμή του πετρελαίου, επισημαίνοντας και γεωπολιτικά ρίσκα
«Θετική επίδραση» στην πορεία της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται να έχει η μείωση της τιμής του πετρελαίου, όπως υποστηρίζει πρόσφατο έγγραφο εργασίας για την αγορά πετρελαίου που δημοσίευσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο,την ίδια στιγμή όμως με έναν έμμεσο τρόπο αφήνει να διαφανεί ότι μια σειρά αρνητικές εξελίξεις μπορεί να προκύψουν από μια γενικότερη αναταραχή στον πετρελαϊκό τομέα.
Πιο συγκεκριμένα, στο έγγραφο του ΔΝΤ επισημαίνεται πως «η μείωση των τιμών του πετρελαίου αναμένεται κατ' αρχήν να λειτουργήσειενισχυτικά στην αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης κι επομένως θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την υποστήριξη της παγκόσμιας ανάπτυξης», όμως προσθέτει ότι η έκταση αυτού του αποτελέσματος θα εξαρτηθεί από το αν και σε ποιο βαθμό θα «περάσει» η μείωση της τιμής του πετρελαίου στις επιχειρήσεις, δηλαδή στη μείωση των τιμών των εμπορευμάτων που παράγουν.
Οι συντάκτες της έρευνας επισημαίνουν ότι πέρα από τις δυνητικά θετικές εξελίξεις που μπορεί να υπάρξουν για το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας, μπορεί να προκύψουν ιδιαίτερα αρνητικές εξελίξεις ειδικά για τις χώρες που στηρίζουν την οικονομία τους στην εξαγωγή υδρογονανθράκων, αφού πέφτουν οι τιμές, οι οποίες εξελίξεις στη συνέχεια μπορεί να δημιουργήσουν άλλου τύπου γεωπολιτικά ρίσκα. Πάντως, μια πρώτη ανάγνωση των συνεπειών της πτώσης των τιμών δείχνει ότι οι χώρες που εισάγουν θα κερδίσουν, καθώς οι δαπάνες τους για εισαγωγές θα περιοριστούν, ενώ θα ενισχυθούν οι τομείς της οικονομίας, για τους οποίους το πετρέλαιο αποτελεί «βασική εισροή», δηλαδή βασικό ενεργειακό τους παράγοντα, στους οποίους η πτώση της τιμής θα επιδρά θετικά στο κόστος παραγωγής τους.

Παράγοντες που οδήγησαν στην πτώση των τιμών
Σε μια προσπάθεια να εξηγηθούν οι αιτίες της πτώσης των τιμών πετρελαίου δίνεται προσοχή κατ' αρχήν στην αύξηση της προσφοράς που, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης «έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο από τον παράγοντα της ζήτησης στην μείωση της τιμής κατά 50% από τα μέσα του 2014 μέχρι τις αρχές του 2015».Εννοεί δηλαδή ότι ήταν η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου ο παράγοντας που οδήγησε στη μείωση της τιμής του κι όχι μια απότομη πτώση της ζήτησης στις διεθνείς αγορές. Βεβαίως, αυτό δεν είναι η ακριβής αλήθεια. Γιατί τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον ΟΠΕΚ (Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών Εξαγωγικών Κρατών), δεν αυξήθηκε η παραγωγή, απλώς δεν ακολούθησε τη μείωση που σημειώθηκε στη ζήτηση λόγω κρίσης. Αλλωστε, στον ΟΠΕΚ έγινε δυο φορές συζήτηση αν θα πρέπει να μειώσουν την παραγωγή για να μην πέσουν οι τιμές, αλλά επικράτησε η άποψη της Σαουδικής Αραβίας να μη μειώσουν την παραγωγή, επειδή και με χαμηλές τιμές είχαν μεγάλο περιθώριο κέρδους, σε αντίθεση με το σχιστολιθικό πετρέλαιο των ΗΠΑ, με το μεγάλο κόστος παραγωγής, που η πτώση των τιμών, μείωσε και τα κέρδη του και την παραγωγή του.
Αξίζει, όμως, να δώσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της πτώσης των τιμών, οι οποίες τον Ιούνη του 2014βρίσκονταν στα 110 δολάρια το βαρέλι, μειώθηκαν στα 80 δολάρια το Νοέμβρη, για να καταλήξουν κάτω από τα 50 δολάρια στις αρχές του Γενάρη του 2015. Τελικά, ανέκαμψαν το Μάη του 2015 στα 65 δολάρια, όπου και παραμένουν μέχρι σήμερα.
Η μεγαλύτερη παραγωγή πετρελαίου προέκυψε κυρίως από χώρες που δεν είναι μέλη του ΟΠΕΚ - ειδικότερα οι ΗΠΑ, που αύξησαν την παραγωγή τους κατά το συγκεκριμένο διάστημα - αλλά και από μεγαλύτερη του αναμενόμενου παραγωγή από χώρες όπως το Ιράκ, η Λιβύη και η Σ. Αραβία που είναι μέλη του ΟΠΕΚ. Την ίδια όμως στιγμή, η ζήτηση υπήρξε μικρότερη του αναμενόμενου σε Ευρώπη και Ασία.
Στα συμπεράσματα της έκθεσης, αν και διαπιστώνεται η είσοδος «χρηματοπιστωτικών εισροών» στον τομέα κατά τα προηγούμενα χρόνια, οι οποίες συντέλεσαν στη ρευστότητα των τιμών του πετρελαίου, είναι δύσκολο, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, να διαπιστωθεί με ξεκάθαρο τρόπο εάν υπήρξαν «κερδοσκοπικές δυνάμεις» που οδήγησαν στη μείωση της τιμής. Παράλληλα, η ασθενής ζήτηση πίεσε προς τα κάτω τις τιμές και στα υπόλοιπα ενεργειακά εμπορεύματα.
Η πρόβλεψη των ορίων εντός των οποίων θα κινηθούν οι τιμές του πετρελαίου είναι ιδιαίτερα επισφαλής, ωστόσο οι βασικοί παράγοντες που διατηρούν χαμηλά τις τιμές αναμένεται να συνεχίσουν να υπάρχουν το επόμενο χρονικό διάστημα. Οι αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (σ.σ. είδος παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων) πάνω στις οποίες στηρίζονται οι προβλέψεις του ΔΝΤ συνεπάγονται μία αύξηση στην τιμή του «Brent», το οποίο θα κινηθεί περί τα 75 δολάρια το βαρέλι το 2020. Πρόβλεψη, βέβαια, που δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος ότι θα επαληθευτεί... Ωστόσο η έκθεση επισημαίνει ότι η πρόσφατη εμπειρία συνιστά πως θα συνεχίσει «η έντονη ρευστότητα» γύρω από την τιμή.
Την ίδια, πάντως, στιγμή κι ενώ στα τέλη του 2014 οι τιμές λιανικής των καυσίμων είχαν μειωθεί παγκοσμίως, ακολούθησαν μόνο κατά το ήμισυ την πτώση της τιμής του πετρελαίου. Ταυτόχρονα, άλλες προβλέψεις - εκτιμήσεις, μιλούν για πτώση των τιμών, λόγω άρσης του εμπάργκο στο Ιράν και μεγάλης αύξησης της παραγωγής του.

Επίδραση και στο φυσικό αέριο
Στην έκθεση σημειώνεται η επίδραση που άσκησαν οι εξελίξεις στην αγορά πετρελαίου, στις τιμές του φυσικού αερίου, οι οποίες επίσης κινήθηκαν καθοδικά, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα να δείχνουν πως η καθοδική τάση θα συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα.
Στη Β. Αμερική, σημειώνεται, η ανάπτυξη της παραγωγής φυσικού αερίου, είχε οδηγήσει στην πτώση της τιμής του προϊόντος πολύ πριν ξεκινήσει η καθοδική πορεία του πετρελαίου, ενώ οι εξαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Ευρώπη οδήγησαν σε αντίστοιχη μείωση της τιμής του και σε αυτήν. Στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι η έλλειψη υποδομών για την υποδοχή LNG και στην Ευρώπη αλλά και γενικότερα, περιορίζει την εμπορία αυτού του ενεργειακού εμπορεύματος, ωστόσο ένας σημαντικός αριθμός τέτοιων εγκαταστάσεων αναμένεται να ξεκινήσουν τη λειτουργία τους στο κοντινό μέλλον.
Αφού υπολογίζεται και η μείωση στις τιμές λιανικής, στην έκθεση επισημαίνεται ότι η συνολική θετική επίδραση στο μέγεθος της παγκόσμιας ανάπτυξης αναμένεται να είναι περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα, όμως την ίδια στιγμή τονίζει ότι άλλα αρνητικά «σοκ» μπορεί να αντισταθμίσουν αυτήν την τάση. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις χώρες που εξαρτώνται από τα πετρελαϊκά έσοδα, καθώς ακόμη δεν έχουν «νιώσει» τις συνέπειες από την πτώση των τιμών στην πλήρη τους έκταση και τις συνέπειες που θα προκύψουν στις οικονομίες τους. Επίσης,μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος όπου σημειώθηκε βουτιά στις τιμές πετρελαίου προσέθεσαν σημαντικά ποσοστά χρέους, την ίδια στιγμή που επίσης επενδυτικά «funds» και εν γένει χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκτέθηκαν σημαντικά στον πετρελαϊκό τομέα.
Η έκθεση αναφέρει ακόμη ότι τα συναλλαγματικά αποθέματα των εξαγωγικών πετρελαιοπαραγωγών χωρών αυξήθηκαν στο 1,1 τρισ. δολάρια κατά την προηγούμενη δεκαετία, κεφάλαια που αποτέλεσαν σημαντική πηγή χρηματοδότησης στον παγκόσμιο τραπεζικό τομέα και τις αγορές κεφαλαίου. Αλλά τώρα, η πτώση των τιμών του πετρελαίου ακυρώνει επενδυτικά σχέδια στον ενεργειακό τομέα των υδρογονανθράκων, αφού τα κέρδη μειώνονται. Ποιες θα είναι οι συνέπειες τουλάχιστον στις οικονομίες των πετρελαιοπαραγωγών κρατών; Πώς αυτή η πραγματικότητα θα επιδράσει στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς; Αυτά τα ερωτήματα σε συνθήκες ρευστότητας, αλλά και εύθραυστης καπιταλιστικής ανάκαμψης, είναι δύσκολο να απαντηθούν.