Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Περί «ρωγμών», «χαραμάδων» και άλλων...


«Η ύπαρξη της κυβέρνησης της Αριστεράς αποτελεί ρωγμή στο σύστημα, ανοίγει χαραμάδες με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης, αφήνει υποθήκες για το μέλλον, το κύριο λοιπόν είναι να μην πέσει η κυβέρνηση, να μη γίνει "αριστερή παρένθεση", αυτό το στόχο εξυπηρετεί η αποδοχή μιας επώδυνης συμφωνίας...».
Αυτά πάνω - κάτω λένε τα κυβερνητικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη νέα αντιλαϊκή συμφωνία - μνημόνιο που φέρνει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.
Η επιχειρηματολογία τους συνοδεύεται από ψευτο-θεωρητικές αναλύσεις περί «τακτικών ελιγμών», περί «αναγκαίων υποχωρήσεων», αξιοποιώντας τα γνωστά ευρωκομμουνιστικά και αναθεωρητικά ιδεολογήματα ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν φιλολαϊκές εξελίξεις μέσα από μια βαθμιαία μετεξέλιξη του αστικού κράτους και των καπιταλιστικών σχέσεων.
Βεβαίως και μόνο η πλούσια ιστορική πείρα που έχει αποδείξει τη χρεοκοπία αυτών των αντιλήψεων, είναι αρκετή για να απαντηθούν. Οι εργαζόμενοι, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, ο λαός έχουν πληρώσει ακριβά πολλές φορές και με το αίμα τους την επικράτηση τέτοιων αντιλήψεων στο εργατικό - λαϊκό κίνημα, που έχει οδηγηθεί σε βαριές ήττες και ιδεολογικοπολιτικές υποχωρήσεις, απογοητεύσεις και αποστρατεύσεις.
Πρέπει, πάντως, να σημειώσουμε ότι υπάρχει μια μεγάλη διαφοροποίηση σε σχέση με παλιότερα, με τις δεκαετίες του 1960, 1970 ή του 1980. Τότε ο καπιταλισμός είχε ακόμα ορισμένα περιθώρια να μπορεί να διατηρεί ένα πιο ευρύ πλαίσιο ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, μέσω ορισμένων θεσμοθετημένων παροχών που αποσπάστηκαν και μέσα στη διαδικασία της ταξικής πάλης με μορφή κατακτήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, προβαλλόταν η δυνατότητα μιας «αριστερής κυβέρνησης» να κατοχυρώσει και να διευρύνει αυτά τα δικαιώματα ως μια διαδικασία που υποτίθεται ότι θα οδηγούσε σταδιακά στην αναίρεση του καπιταλισμού.
Σήμερα όμως, ο καπιταλισμός δεν έχει τέτοια περιθώρια. Σήμερα, ακόμα και τα όρια αλλαγών στο μείγμα της αστικής διαχείρισης είναι περιορισμένα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, σε αυτό που πόνταρε για να εφαρμόσει ένα διαφοροποιημένο μείγμα διαχείρισης με ορισμένα όχι δικαιώματα αλλά ψίχουλα για τη διαχείριση της ακραίας φτώχειας, ήταν η χαλάρωση της περιοριστικής πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ, που όμως δεν ήρθε.
Αν, λοιπόν, τότε η μεθοδευμένη εξαπάτηση των εργαζομένων, η προσπάθεια ενσωμάτωσής τους στο πλαίσιο του συστήματος ήταν πιο συγκαλυμμένη, σήμερα είναι εξόφθαλμη.

Καμιά ρωγμή στο σύστημα...
Είναι προφανές ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεν αποτελεί καμιά ρωγμή στο σύστημα. Αποτελεί συνέχεια όλων των προηγούμενων αστικών κυβερνήσεων.
Κατ' αρχήν, στηρίχθηκε η ανάδειξή της από σημαντικά τμήματα του κεφαλαίου με την προσδοκία ότι αυτή θα μπορέσει καλύτερα να διαπραγματευτεί μια χαλάρωση της περιοριστικής πολιτικής που ζητούσε το κεφάλαιο, ότι θα μπορέσει να εξασφαλίσει την κοινωνική συναίνεση.
Αλλωστε, οι πρώτες δηλώσεις του νέου πρωθυπουργού περιλάμβαναν τις διαβεβαιώσεις ότι το «κράτος έχει συνέχεια». Αυτό έχει αποδειχθεί σε όλα τα μέτωπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η στάση της κυβέρνησης απέναντι στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή της Ν/Α Ευρώπης και της Μ. Ανατολής, η προθυμία ενεργής εμπλοκής που έφτασε στο σημείο να ανοίγει ζήτημα νέας στρατιωτικής βάσης στο Αιγαίο, να ανοίγει ζήτημα αναγνώρισης του Κοσσόβου, να προωθεί τη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ κ.ά. Εχει αποδειχτεί επίσης, με τη στάση της απέναντι στο κεφάλαιο, τους επιχειρηματικούς ομίλους, τόσο με την εξασφάλιση διευκολύνσεων, φοροαπαλλαγών, την ίδια ώρα που έμπαιναν χέρι στα αποθεματικά ασφαλιστικών ταμείων όσο βεβαίως και το ίδιο το περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης. Την προσπάθεια, δηλαδή, της κυβέρνησης να εξασφαλίσει στήριξη της ανάκαμψης της κερδοφορίας τους.
Το νέο μνημόνιο που έφερε αποτελεί αποκορύφωμα όλης της διαπραγμάτευσης με σημαντικούς σταθμούς τη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη, τις προτάσεις 47 σελίδων που έφερε στη Βουλή και βεβαίως τις προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης που εγκρίθηκαν στη Βουλή στις 10 Ιούλη.
Το γεγονός ότι η συγκυβέρνηση - πάρα τις ταλαντεύσεις της όπως εκφράστηκαν την περίοδο του δημοψηφίσματος - ανταποκρίθηκε στην επιδίωξη βασικών τμημάτων του κεφαλαίου για παραμονή στην ΕΕ και την Ευρωζώνη φέρνοντας ένα τρίτο αντιλαϊκό μνημόνιο είναι μια ακόμα απόδειξη. Οποιος έχει αμφιβολίες, ας ρίξει μια ματιά στο πώς στέκονται σήμερα απέναντι στη συγκυβέρνηση διάφοροι αστικοί κύκλοι και αστικά ΜΜΕ ελληνικά και ξένα. Εχουν πυκνώσει οι δηλώσεις πως αυτή είναι η μόνη κατάλληλη κυβέρνηση προκειμένου να περάσει αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις και μεταρρυθμίσεις που οι προηγούμενοι δεν μπόρεσαν, δυσκολεύτηκαν και λόγω των λαϊκών αντιδράσεων. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση του μεγάλου Ιταλού αυτοκινητοβιομηχάνου Τζιοβάνι Ανιέλι (της FIAT): «Το προσόν της Αριστεράς είναι ότι πολύ συχνά κάνει αυτό που δεν είχε πετύχει πριν απ' αυτή η Δεξιά», αναφερόμενος στην κυβέρνηση της «Ελιάς» στην Ιταλία.
Δεν αποτελεί, λοιπόν, κανένα ρήγμα, κανένα οχυρό και όπλο υπέρ του λαού. Αντίθετα, ανέλαβε την αποστολή ως συνήθως να ενσωματώσει τους εργαζόμενους στα νέα δεδομένα της αστικής διαχείρισης, εκτονώνοντας κάθε δυσαρέσκεια, αγανάκτηση, διαλύοντας στην πράξη κάθε προσδοκία και αυταπάτη ότι μπορεί να μπει φρένο στην επιδείνωση της ζωής των εργαζομένων. Συνεχίζοντας την πορεία αυτής της επιδείνωσης, αλλά παίζοντας το παιχνίδι «ότι αυτό γίνεται αναγκαστικά αποτελεί ελιγμό σε μια μεγάλη ταξική σύγκρουση που γίνεται για το καλό του λαού»!
Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δεν υποχρεώθηκε από τους «αρνητικούς συσχετισμούς» να υιοθετήσει αυτά τα αντιλαϊκά μέτρα που δήθεν «δεν πιστεύει αλλά είναι υποχρεωμένη να υλοποιήσει». Στις διαπραγματεύσεις παζάρευε για λογαριασμό του κεφαλαίου και μόνο, παζάρευε επίσης τη δυνατότητα μιας πιο ήπιας υλοποίησης της αντεργατικής πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ως κυβέρνηση της αστικής τάξης, ως όργανο της εξουσίας των μονοπωλίων, αποτελεί μέρος του αρνητικού συσχετισμού σε βάρος των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων γεγονός που επιβεβαιώνουν οι τελευταίες εξελίξεις.
Η μεγάλη προσφορά της συγκυβέρνησης στο σύστημα είναι η συμβολή της στην αναχαίτιση κάθε τάσης ριζοσπαστικοποίησης, κάθε διάθεσης αμφισβήτησης. Αυτή η προσφορά αναγνωρίζεται απ' όλα τα αστικά επιτελεία που λένε πως «μόνο ο Τσίπρας μπορεί να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις».

Αν όμως δεν επέλεγε τη συμφωνία;
Θα μπορούσε, άραγε, να είναι διαφορετικά τα πράγματα; Θα μπορούσε, μήπως, αν η κυβέρνηση δεν κρατούσε αυτή τη στάση να ερχόταν σε αντιπαράθεση με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, αν επέλεγε την εκδοχή του grexit συναινετικού ή όχι; Τότε η κυβέρνηση θα αποτελούσε πράγματι ρήγμα, θα σηματοδοτούσε μια ρήξη με το σύστημα;
Το ερώτημα είναι τι θα σηματοδοτούσε μια τέτοια επιλογή;
Την κυριαρχία αυτών των τμημάτων του κεφαλαίου στην Ελλάδα - όχι κυρίαρχων σε αυτήν τη φάση, αλλά όχι και τόσο περιθωριακών - που σε συμμαχία με άλλα τμήματα ιμπεριαλιστικών κέντρων θεωρούν προσοδοφόρα λύση γι' αυτούς την έξοδο της Ελλάδας απ' το ευρώ. Οι υποστηρικτές αυτής της θέσης θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξασφαλιστούν καλύτερα οι όροι για την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου για το πέρασμα στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Εξάλλου, μια τέτοια επιλογή δεν έχει αποκλειστεί στο μέλλον ως ένα ενδεχόμενο που μπορεί να προκύψει και αντικειμενικά, εξαιτίας της πορείας όξυνσης των αντιθέσεων στην ΕΕ και την Ευρωζώνη. Αλλωστε, αρκετοί λένε - και τμήμα της κυβέρνησης - ότι δεν «ήμασταν έτοιμοι για μια τέτοια επιλογή σήμερα», το ίδιο εκφράζεται και από τμήμα της ΕΕ και ιδιαίτερα του γερμανικού κεφαλαίου όπως φάνηκε, άλλωστε, μέσα από το περίφημο «σχέδιο Σόιμπλε».
Πώς άραγε είναι δυνατόν μια τέτοια επιλογή να σηματοδοτεί ρήγμα προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων όπως υποστηρίζουν τόσο οι της «Αριστερής Πλατφόρμας» εντός ΣΥΡΙΖΑ αλλά και άλλες οπορτουνιστικές ομάδες; Πώς μπορεί να αποτελέσει έναρξη μιας ριζοσπαστικής ανατρεπτικής διαδικασίας;
Στην πραγματικότητα, οι δυνάμεις αυτές επιδιώκουν την αναστήλωση της ρεφορμιστικής γραμμής της ψευδαίσθησης και αυταπάτης ότι μπορεί μια κυβέρνηση, στο πλαίσιο της αστικής εξουσίας και του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, να γίνει εφαλτήριο για ανατρεπτικές αλλαγές, εξαιτίας ορισμένων επιλογών π.χ. αλλαγή διεθνών συμμαχιών, κρατικό έλεγχο τραπεζών, στήριξη της παραγωγικής ανασυγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Επιλογές που μπορεί σε κάποια φάση να αποτελέσουν στοιχεία μιας αλλαγής της αστικής διαχείρισης, προκειμένου να στηριχθεί η προσπάθεια ανάκαμψης του κεφαλαίου.
Το γενικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι κάθε κυβέρνηση διαχείρισης του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, κυβέρνηση που προκύπτει μέσα από διαδικασίες αστικής εναλλαγής, αντικειμενικά, ανεξάρτητα από προθέσεις θα είναι όργανο της εξουσίας του κεφαλαίου. Δεν μπορεί να μεταλλαχθεί στο αντίθετό της σε μια κυβέρνηση όργανο της ταξικής πάλης των εργαζομένων, των λαϊκών στρωμάτων όπως και αν αυτοαποκαλείται ό,τι και να πιστεύουν αυτοί που τη συγκροτούν.
Η ρήξη, η σύγκρουση που χρειάζεται ο λαός απαιτεί ένα ρωμαλέο ισχυρό εργατικό - λαϊκό κίνημα, μια λαϊκή συμμαχία που θα βάλει στο στόχαστρο την εξουσία των μονοπωλίων του κεφαλαίου και όλες τις κυβερνήσεις του, θα βάλει στο στόχαστρο τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, θα βάλει στο στόχαστρο τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και ενώσεις. Μια λαϊκή συμμαχία που θα παλέψει για να έρθει ο ίδιος ο λαός στην εξουσία.

Το ιστορικό παράδειγμα
Εχει αξία να αντληθούν ιστορικά παραδείγματα. Προσφέρεται γι' αυτό η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας της Χιλής ως παράδειγμα μιας κυβέρνησης που επιδίωξε ορισμένες αλλαγές στην αστική διαχείριση και τις διεθνείς συμμαχίες της χώρας. Μια διακυβέρνηση βεβαίως σε ένα πολύ διαφορετικό διεθνές πλαίσιο που καθοριζόταν από την αντιπαράθεση σοσιαλισμού - καπιταλισμού.
Θυμίζουμε, για την ιστορία, ότι της πραξικοπηματικής ανατροπής της κυβέρνησης Αλιέντε είχαν προηγηθεί μια σειρά πολιτικές κατευθύνσεις, που εμφανίζονταν ως υποχωρήσεις και συμβιβασμοί στο όνομα της καθησύχασης του κεφαλαίου και των ΗΠΑ. Τέτοιες ήταν για παράδειγμα: η άρση των περισσότερων κρατικοποιήσεων που έγιναν την πρώτη περίοδο, η διατήρηση των στρατιωτικών σχέσεων με τις ΗΠΑ, η συμμετοχή στο «ΝΑΤΟ της Αμερικάνικης Ηπείρου», η προσπάθεια συμμαχίας με τους Χριστιανοδημοκράτες κ.ά. Θυμίζουμε ότι η ανατροπή της ήρθε ως αποτέλεσμα διαμάχης στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ανάμεσα σε τμήματα που έβλεπαν θετικά την αξιοποίησή της για την τιθάσευση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στη Λ. Αμερική και σε άλλους που θεωρούσαν ότι η στάση της κυβέρνησης Αλιέντε στο ζήτημα της εθνικοποίησης του χαλκού δυσκολεύει τις ΗΠΑ στον ανταγωνισμό τους με το ευρωπαϊκό και ιαπωνικό κεφάλαιο. (Για περισσότερα δες στην ΚΟΜΕΠ τ. 5/2013 Τ. Τραβασάρου: Το ΚΚ Χιλής στην κυβέρνηση Λαϊκής Ενότητας. Διδάγματα για το σήμερα).