Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Τι είναι το λεγόμενο «μη μισθολογικό κόστος»;

 

Ενα κύριο στοιχείο των πολιτικών διαχείρισης της κρίσης που ακολουθήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια ήταν ο στόχος μείωσης της τιμής της εργατικής δύναμης. Είναι γεγονός ότι σε συνθήκες κρίσης πραγματοποιείται μια βαθιά υποτίμηση κεφαλαίου (σε όλες τις μορφές του, χρηματική, εμπορική κλπ.) και εργασίας, ώστε να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την ανάκαμψη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα εργασιακά - μισθολογικά δικαιώματα δέχτηκαν σημαντική επίθεση, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να χάσουν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους. Ταυτόχρονα, η μεγάλη ανεργία αποτελεί παράγοντα που ασκεί αντικειμενικά πίεση για καθηλωμένους μισθούς. Ενώ το αντεργατικό - αντιλαϊκό πλαίσιο που διαμορφώθηκε, εκφράζοντας με νόμους σύγχρονες ανάγκες ανταγωνιστικότητας της καπιταλιστικής οικονομίας, θα συμβάλλει στο διηνεκές στη διατήρηση των μισθών σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που είχαν αγγίξει σε περιόδους πριν την κρίση. Το πόσο μπορεί βεβαίως να συμπιεσθεί ο μισθός στο καπιταλισμό έχει ένα όριο, που εξαρτάται από τις συνολικές ανάγκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ενώ επίσης η διακύμανση των μισθών απασχολεί τους κεφαλαιοκράτες και στο πλαίσιο των ενδοαστικών ανταγωνισμών και αντιθέσεων.

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι σήμερα έχει γίνει δυνατή μια μεγάλη μείωση των μισθών και η διαμόρφωση ενός πλαισίου καθήλωσης των μισθών σε χαμηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια (ακόμα και το ενδεχόμενο καθιέρωσης του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ θα αξιοποιηθεί σε ορισμένους κλάδους, ειδικά της βιομηχανίας, που οι μισθοί είναι μεγαλύτεροι με στόχο τη συμπίεση των μισθών προς τα κάτω ή την καθήλωσή τους), το κεφάλαιο προσανατολίζεται, ζητάει τη στήριξη από το κράτος, για τη μείωση του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους. Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους προσδιορίζεται ως ένα πεδίο στο οποίο μπορούν να συναντιούνται τόσο τα συμφέροντα των εργαζομένων όσο και των επιχειρηματιών. Επειδή, λέει, δεν πλήττει τα μισθολογικά δικαιώματα και τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων και ταυτόχρονα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα, από την οποία θα βγουν κερδισμένοι και οι ίδιοι, έστω και λιγότερο από τους κεφαλαιοκράτες. Από τη σκοπιά της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, οι στόχοι μείωσης του μη μισθολογικού κόστους προβάλλονται ως εναλλακτικά μέτρα θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων που δεν προϋποθέτουν μισθούς πείνας, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι ανταγωνιστικότητα και εργατικά - λαϊκά δικαιώματα μπορεί να βαδίσουν μαζί. Είναι, όμως, έτσι;

Σε τι αναφέρονται όταν μιλάνε σε μη μισθολογικό κόστος; Ο κατάλογος κατά καιρούς μπορεί να χωρέσει πολλά, μπορούμε, όμως, να σταχυολογήσουμε ορισμένα βασικά ζητήματα:

α) Μείωση της επιβάρυνσης του κεφαλαίου σε σχέση με τις ασφαλιστικές εισφορές που πληρώνουν προς τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων. Αποτελεί πάγια αναφορά σε διάφορες εκθέσεις και κατευθύνσεις της ΕΕ, ιμπεριαλιστικών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, σε θέσεις εργοδοτικών ενώσεων αυτό το ζήτημα της μείωσης του κόστους ασφάλισης. Το ζήτημα αυτό προωθείται μάλιστα και με το επιχείρημα ότι, με τα σημερινά δεδομένα, είναι αδύνατον να στηριχθεί το ασφαλιστικό σύστημα στην τριμερή χρηματοδότηση, με δεδομένο ότι καμιά από τις 3 πλευρές (κράτος - εργαζόμενοι - επιχειρηματίες) δεν έχει την οικονομική δυνατότητα. Σε αυτή τη βάση, έχει ανοίξει μια συζήτηση για αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων, συζήτηση που επανέφερε και με παρέμβασή του ο γγ Κοινωνικής Ασφάλισης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, Γ. Ρωμανιάς.

β) Μείωση του λεγόμενου ενεργειακού κόστους, ειδικά των λεγόμενων ενεργοβόρων επιχειρήσεων.

Για παράδειγμα, για το «ενεργειακό κόστος» είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρει ο ΣΕΒ στη Διακήρυξή του με τις 25 προτάσεις για μια νέα βιομηχανική πολιτική: Μείωση των τιμών στα τιμολόγια της ενέργειας, με: α) Εξορθολογισμό των τιμολογίων της ΔΕΗ και της ΔΕΠΑ, β) μείωση ειδικών φόρων και τελών, γ) δυνατότητα υπογραφής εξατομικευμένων συμβάσεων μεταξύ ΔΕΗ και βιομηχανίας, δ) μείωση του επιπέδου του Ενιαίου Φόρου Κατανάλωσης που επιβάλλεται στο Φυσικό Αέριο που προορίζεται για βιομηχανική χρήση και για ηλεκτροπαραγωγή, ε) ενσωμάτωση στο Εθνικό Δίκαιο των κατευθυντηρίων γραμμών (EEAG) για κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της Ενέργειας για την περίοδο 2014.

γ) Μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων. Το κεφάλαιο ζητάει ένα φάσμα φορολογικών διευκολύνσεων, ζητά να σταματήσει η υπερφορολόγηση σε μια σειρά υπηρεσίες, ζητά τη ριζική αναθεώρηση του φορολογικού συστήματος σε ευνοϊκή για την επιχειρηματικότητα κατεύθυνση, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο ΣΕΒ.

Ποιος, όμως, θα πληρώσει τις απαλλαγές για λογαριασμό του κεφαλαίου; Ας πάρουμε το παράδειγμα των ασφαλιστικών εισφορών. Τι θα σημάνει η ελάφρυνση της εργοδοσίας από ασφαλιστικές εισφορές; Τι θα σημαίνει για τα καταληστευμένα ασφαλιστικά ταμεία που ήδη στενάζουν κάτω από την μεγάλη εισφοροδιαφυγή του κεφαλαίου; Ποιες μπορεί να είναι οι εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, π.χ., με φόρο επί του εισοδήματος, με χρήση ταμείου ιδιωτικοποιήσεων; Σε κάθε περίπτωση, οι εργαζόμενοι δε θα επιβαρύνονται άμεσα ή έμμεσα; Και, τελικά, χάνοντας ακόμα περισσότερα σε ασφαλιστικά δικαιώματα και παροχές;

Αλήθεια, ποιος θα πληρώσει τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Δε θα μετακυληθούν τέτοιου είδους ρυθμίσεις σε βάρος των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων, που ήδη πληρώνουν πανάκριβα για να έχουν ρεύμα και θέρμανση; Δε σημαίνει αυτό, πρακτικά, ότι αντί να διαμορφώνονται προϋποθέσεις για πιο φτηνή, ακόμα και δωρεάν σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόσβαση των λαϊκών οικογενειών σε ενέργεια και θέρμανση θα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο;

Επίσης, πώς θα καλυφθούν οι νέες φοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο; Ποιος θα τις πληρώσει; Είτε θα σημάνουν αύξηση φόρων που θα πλήξει τα εργατικά - λαϊκά στρώματα ή ακόμα μεγαλύτερες περικοπές σε κρατικές δαπάνες που αφορούν κοινωνικές υπηρεσίες, με πιο εύκολο και έξυπνο τρόπο τη μετακύλησή τους στις Τοπικές Διοικήσεις (δήμους και περιφέρειες) και λειτουργία τους με ανταποδοτικά κριτήρια.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι όσα δε θα χάσουν άμεσα οι εργαζόμενοι από περαιτέρω μειώσεις μισθών θα τα χάσουν έμμεσα μέσα από τη μείωση του «μη μισθολογικού κόστους», αποδεικνύοντας ότι στον καπιταλισμό δεν μπορεί να κερδίζει το κεφάλαιο και να μη χάνουν οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα είτε το πληρώνουν «τοις μετρητοίς» είτε «με δόσεις».

“Ριζοσπάστης” Κυριακή 15 Μάρτη 2015