Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

ΕΥΡΩΖΩΝΗ - ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ Παραμένουν «ανοιχτά» όλα τα ενδεχόμενα για το μέλλον της


Το άρθρο του Γάλλου Προέδρου που δημοσιεύτηκε την περασμένη Κυριακή, δεν ήταν καθόλου τυχαίο

Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρωζώνης δεν άρχισε με αφορμή τη θέση της Ελλάδας και δυναμώνει σε όλα τα αστικά επιτελεία της Ευρώπης

Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρωζώνης δεν άρχισε με αφορμή τη θέση της Ελλάδας και δυναμώνει σε όλα τα αστικά επιτελεία της Ευρώπης
«Αυτό που μας απειλεί, δεν είναι η υπέρβαση της Ευρώπης, αλλά η ανεπάρκειά της» ήταν ο τίτλος του άρθρου του Γάλλου Προέδρου,Φρανσουά Ολάντ, που δημοσιεύτηκε την περασμένη Κυριακή στην εφημερίδα «Ζουρνάλ ντε Ντιμάνς», στο πλαίσιο αφιερώματος στα 90χρονα του Ζακ Ντελόρ (ο οποίος ήταν πρόεδρος της Κομισιόν στο χρονικό διάστημα 1985-1995 και θεωρείται ένας από τους αρχιτέκτονες της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης, προγόνου της σημερινής Ευρωζώνης).
Το άρθρο επιβεβαιώνει ότι όλα τα ενδεχόμενα μένουν «ανοιχτά» για το μέλλον της Ευρωζώνης, όπως και ότι τα «σενάρια» για μια αντικατάστασή της από ένα μικρότερο σχήμα δεν είναι καινούρια.

Η συζήτηση για μια αλλαγή σχέσης κρατών-μελών με την Ευρώπη δεν αφορά κανενός είδους γερμανική «εμμονή». Εκτός από το Βερολίνο κι άλλες καπιταλιστικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία, εξετάζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, στο πλαίσιο μιας «αναμόρφωσης» της Ευρωένωσης, συνεκτιμώντας τα δεδομένα στις σημερινές συνθήκες και μελετώντας ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος υπεράσπισης της θέσης τους στη διεθνή «σκακιέρα». Προβάλλεται, επίσης, η αναγκαιότητα αλλαγής όρων λειτουργίας της Ευρωζώνης, έτσι ώστε να γίνεται εφικτή η συνύπαρξη κρατών σε συνθήκες που οξύνεται η ανισομετρία και η ανισοτιμία που την ακολουθεί.
Η συζήτηση αυτή προκύπτει από την ίδια την ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη - η οποία δεν αναιρείται από καμιά διακρατική συμμαχία - που εναλλάσσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες κάθε αστική τάξη επιλέγει ποιους συμμάχους κρατά και ποιους αφήνει σε κάθε χρονική περίοδο, με ποιους διατηρεί «στενότερη» και με ποιους «χαλαρότερη» σχέση.
Τα παρακάτω αποσπάσματα από το άρθρο προσφέρονται για να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα:

Ζητούμενο να «ευνοηθεί» το κεφάλαιο
«Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι κάποιο έθνος θα εγκαταλείψει ένα μέρος της κυριαρχίας του, αν δεν είναι βέβαιο ότι θα βγει πιο ευνοημένο από αυτή τη διαδικασία» σημειώνει στο σχετικό άρθρο ο Ολάντ και συνεχίζει: «Η Ευρώπη πρέπει να προσδιορίσει ένα νέο ορίζοντα επιδεκτικό για τη γέννηση της ελπίδας, γιατί η ευρωπαϊκή ιδέα εξαντλείται όταν δε μεταφράζεται σε πράξεις».
Τι επιβεβαιώνει εδώ ο Γάλλος ηγέτης; Οτι η συμμετοχή σε μια διακρατική ένωση αποτελεί επιλογή για την αστική τάξη, εφόσον εκτιμά ότι έτσι υπηρετεί καλύτερα τα μακροπρόθεσμα σχέδιά της. Σ' αυτή τη βάση, αποδέχεται συμβιβασμούς ζυγίζοντας απώλειες και οφέλη, προσδοκώντας κέρδη σε οικονομικό και φυσικά γεωπολιτικό επίπεδο, αλλά και χωρίς να θεωρεί δεδομένη και αιώνια καμιά συμμαχία. Η αγωνία - που πολλοί αστοί μοιράζονται τον τελευταίο καιρό - για την «ευρωπαϊκή ιδέα» δεν είναι παρά η κατάθεση του προβληματισμού της τάξης τους για το κατά πόσον οι επιλογές που έγιναν σε άλλες χρονικές περιόδους, σε διαφορετικές συνθήκες, συνεχίζουν να είναι ακόμα οι πιο ωφέλιμες για την ίδια αλλά και οι λιγότερο «ευνοϊκές» για τους ανταγωνιστές τους.
Απ' αυτή την αφετηρία αναπτύσσεται η αστική κριτική και αμφισβήτηση της ΕΕ, δυναμώνει ο «ευρωσκεπτικισμός» σε μερίδες της αστικής τάξης πολλών ευρωπαϊκών χωρών: από τη σκοπιά της αναζήτησης των «καλύτερων» αντιλαϊκών συνεργασιών, του πώς κάθε αστική τάξη θα βγει όχι απλά ενισχυμένη, αλλά και πιο δυνατή από τους αντιπάλους της, θα μπορεί να εκμεταλλεύεται τους εργαζόμενους με περισσότερα εργαλεία και από καλύτερη θέση σε σχέση με τους άλλους.

Με το βλέμμα στραμμένο στην ευρύτερη «ισορροπία» δυνάμεων
«Αυτό που μας απειλεί, δεν είναι η υπέρβαση της Ευρώπης αλλά η ανεπάρκειά της», συνεχίζει ο Φρανσουά Ολάντ και εξηγεί ότι στη «ζυγαριά» μπαίνει και το κατά πόσο η ΕΕ εξακολουθεί να είναι «όχημα» διείσδυσης στις υπόλοιπες αγορές του πλανήτη, αλλά και επικράτησης απέναντι στις «αναδυόμενες» δυνάμεις που φέρνουν αλλαγές στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα:
«Διότι, απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και στις αναδυόμενες δυνάμεις, όπως (και) μπροστά στους κινδύνους που συνδέονται με την αστάθεια στα σύνορά μας, τα πραξικοπήματα, τους πολέμους, την τρομοκρατία, την καταστροφή του κλίματος και εκείνους που προβάλλουν με τις μετατοπίσεις πληθυσμών, βρίσκεται η Ευρώπη που υπάρχει προσδοκία να φέρει τις τεχνολογίες του αύριο, να προωθήσει το βιομηχανικό μοντέλο, να πετύχει την ενεργειακή και οικολογική μετάβαση, να επενδύσει στη γνώση..Εν συντομία, να είναι μια δύναμη στην υπηρεσία της ισορροπίας στον κόσμο».
Η «ισορροπία» για την οποία μιλά ο Ολάντ και οι όμοιοί του, είναι η σημερινή «ισορροπία» δυνάμεων μέσα στην οποία τα ευρωενωσιακά μονοπώλια διασφαλίζουν μέσα από τη σημερινή Ευρωζώνη και τη σημερινή ΕΕ μια ικανοποιητική θέση στις ξέφρενες και διαρκείς «κόντρες» για ενίσχυση της οικονομικής, πολιτικής αλλά και στρατιωτικής τους δύναμης.
Επειδή όμως η καπιταλιστική κρίση και η οικονομική ύφεση/στασιμότητα που ακόμα επιδρά στο μεγαλύτερο μέρος (και) της Ευρώπης γεννά προβληματισμούς στα αστικά επιτελεία, ο Ολάντ αναμοχλεύει το θέμα της Ευρώπης «δύο ταχυτήτων» και γι' αυτό θυμίζει παλιότερες επισημάνσεις του Ντελόρ. «Με τον Ζακ Ντελόρ η Ευρώπη μεγάλωσε, αλλά μας προειδοποίησε, προτείνοντας μια εμβάθυνση με διαφοροποιημένες ενσωματώσεις. Ας τον ακούσουμε»και αφού ισχυρίζεται πως μετά την πρόσφατη συμφωνία με την Ελλάδα «η ποιότητα της γαλλογερμανικής σχέσης έδωσε πολλά πράγματα. Το ευρωπαϊκό πνεύμα επικράτησε», μιλά πιο ανοικτά: «Αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε εκεί». Επαναφέρει το ζήτημα της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» («να καταλάβουμε την ιδέα του Ζακ Ντελόρ για κυβέρνηση Ευρωζώνης και να προστεθεί ένας συγκεκριμένος προϋπολογισμός, όπως και ένα κοινοβούλιο που θα διασφαλίσει το δημοκρατικό έλεγχο»), αλλά ξεκαθαρίζει ότι «αυτή η επιλογή χρειάζεται μια οργάνωση ενισχυμένη και, μαζί με τις χώρες που το αποφασίσουν, μια πρωτοπορία. Η Γαλλία είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο».
Ως διευκρινίσεις στην «πρωτοπορία» για την οποία έγραψε ο Ολάντ, εκλήφθηκαν οι δηλώσεις που λίγες μέρες μετά έκανε ο Γάλλος πρωθυπουργός, Μανουέλ Βαλς, υποστηρίζοντας ότι οι χώρες της «πρωτοπορίας» στις οποίες αναφερόταν ο Φρανσουά Ολάντ, θα μπορούσαν να είναι «η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, οι ιδρυτικές χώρες της ΕΕ και οι Μπενελούξ (σ.σ. Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο)». Ο Βαλς, μάλιστα, πρόσθεσε ότι «τις επόμενες βδομάδες, η Γαλλία, κυρίως μέσω του Προέδρου της Δημοκρατίας, θα έχει την ευκαιρία να αναλάβει πρωτοβουλίες για να κάνει συγκεκριμένες προτάσεις».

«Επανίδρυση» λυκοσυμμαχιών
Στην όλη συζήτηση που η γαλλική αστική τάξη φαίνεται ότι θα «ανοίξει» πιο οργανωμένα το επόμενο διάστημα, πολλοί πρόσθεσαν και τις αναφορές του ίδιου του Ντελόρ, που μεταξύ άλλων υπογράμμισε: «Το σημερινό σύστημα της Ευρωζώνης δεν είναι πλέον διαχειρίσιμο. Υπήρξε εξαρχής μια κατασκευαστική ατέλεια. Θα πρέπει να επανιδρυθεί η Οικονομική και Νομισματική Ενωση. Θα το κάνουν; Στην παρούσα κατάσταση αποφύγαμε τα χειρότερα. Ομως, η Ευρώπη δεν είναι πλέον μια ηθική δύναμη. Θα πρέπει να αποκαταστήσουμε αυτή την ηθική δύναμη, που ήταν η ισχύς της Ευρώπης σε άλλες περιόδους, όπως όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου».
Οι εκπρόσωποι των μονοπωλίων γνωρίζουν ότι ειδικά σε συνθήκες κρίσης, η «συγκατοίκηση» με ασθενέστερες καπιταλιστικές οικονομίες γεννά «βαρίδια» για τις ισχυρότερες. Τέτοιοι προβληματισμοί υπήρχαν από την αρχή ίδρυσης της ΕΕ και ειδικά της Ευρωζώνης, δυναμώνουν σήμερα που κάθε μερίδα του κεφαλαίου προσπαθεί να ανακάμψει και να βρεθεί σε όσο το δυνατόν πιο αναβαθμισμένη θέση ή να μετρήσει όσο το δυνατόν μικρότερες απώλειες.
Η «επανίδρυση» της Ενωσης, η «επανίδρυση» κάθε ιμπεριαλιστικής ένωσης ίσως σήμερα να εξετάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Οποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα όμως, ούτε θα αναβαπτίσει τη συγκεκριμένη λυκοσυμμαχία, ούτε θα καταργήσει την ορμή με την οποία τα μονοπώλια θα τσακίζουν τις ανάγκες και τα δικαιώματα των εργατικών - λαϊκών στρωμάτων.
Αυτό που θα κάνει, θα είναι να γυρίσει μια νέα σελίδα στη βαρβαρότητα με την οποία θα κλιμακώνεται η επιδρομή σε βάρος όλων των ευρωπαϊκών λαών, την αγριότητα με την οποία οι ιμπεριαλιστές και θα φορτώνουν στους λαούς τη χασούρα τους και θα τους ζητούν να φυλάξουν τα πλούτη τους.