Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Το «κάτι καλύτερο»... και τα παζάρια για λογαριασμό του κεφαλαίου



«Τουλάχιστον αυτοί κάτι καλύτερο προσπάθησαν να κάνουν από τους προηγούμενους, διαπραγματεύτηκαν, αλλά τελικά δεν τους αφήσανε...».
Το παραπάνω ιδεολόγημα σε σχέση με τα παζάρια που κάνει η τωρινή κυβέρνηση με τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ΕΕ - ΕΚΤ - ΔΝΤ δεν είναι καινούργιο. «Παίζει», ωστόσο, όλο και πιο πολύ, καθώς κάθε μέρα που περνά γίνεται παραπάνω από φανερό ότι η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν πρόκειται να «σκίσει» τα προηγούμενα μνημόνια, αλλά ίσα ίσα παζαρεύει την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, δηλώνοντας επισήμως «έτοιμη να αποδεχτεί» την πρόταση των «εταίρων» και αποστέλλοντας μάλιστα σχετικό αίτημα προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας για νέο 2ετές δάνειο - μνημόνιο.
Ως ιδεολόγημα, το «κάτι πάλεψαν να κάνουνε, αλλά δεν τους αφήσανε», είναι φυσικό να επηρεάζει και καλοπροαίρετους ανθρώπους, καθώς έχει καλλιεργηθεί συστηματικά από την ίδια την κυβέρνηση(«εντάξει, δεν είμαστε και σαν τους προηγούμενους που έλεγαν ναι σε όλα!» αναφωνούν τα κυβερνητικά στελέχη κάθε φορά που αποκαλύπτεται η συμφωνία τους στη συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής) καιστηρίχθηκε από διάφορα αστικά επιτελεία που έδωσαν αβάντα όλο το προηγούμενο διάστημα στο σχετικό επικοινωνιακό μπαράζ (με τα διάφορα «βαφτίσια» της τρόικας - «θεσμών» - «Brussels Group» και πάει λέγοντας, τις «κόκκινες γραμμές», τα ρεπορτάζ για το τι ψιθύρισε ο Γ. Ντάισελμπλουμ στο αυτί του Γ. Βαρουφάκη κ.ο.κ.). Ακόμα και σήμερα, που πέφτουν εντελώς οι μάσκες, βρίσκονται «πρόθυμοι» να συντηρήσουν αυτήν την αβάντα, όπως π.χ. ο Γ. Δελαστίκ, στέλεχος του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έγραψε στο «ΠΡΙΝ» ότι «σίγουρα, ο Αλέξης Τσίπρας απέδειξε ότι δεν είναι Γιωργάκης Παπανδρέου»...

Διαπραγματεύονται, αλλά για ποιον;
Στο ερώτημα, «διαπραγματεύεται στα αλήθεια η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ή μήπως κάνει θέατρο για τα μάτια του κόσμου;» το ΚΚΕ τοποθετήθηκε από την πρώτη στιγμή: Βεβαίως και διαπραγματεύεται και προσπαθεί μάλιστα να το κάνει όσο καλύτερα μπορεί. Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι άλλο: Για ποιανού τα συμφέροντα διαπραγματεύεται;
Το ΚΚΕ ανέδειξε εγκαίρως ότι η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ διαπραγματεύεται για τα συμφέροντα του εγχώριου κεφαλαίου, για τη στήριξη της ανάκαμψης των κερδών του, τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, την ενίσχυση της γεωστρατηγικής θέσης του στην ευρύτερη περιοχή. Συμφέροντα διαμετρικά αντίθετα από τα εργατικά - λαϊκά συμφέροντα.
Είναι άλλο ζήτημα το ότι αυτή ακριβώς η κυβέρνηση είχε την επικοινωνιακή ικανότητα να εμφανίζει αυτήν τη διαπραγμάτευση ως «μάχη για τα λαϊκά συμφέροντα». Και οι προκάτοχοί τους, η συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, επιχειρούσαν να κάνουν το ίδιο πράγμα, όμως δεν το κατάφερναν τόσο καλά, μπόρεσαν όμως να εμπεδώσουν την αίσθηση μιας κυβέρνησης που διαπραγματεύεται για όλους. Γι' αυτό άλλωστε κρίθηκαν απ' το λαό ως «κακοί» διαπραγματευτές!
Η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, όμως, όπως κάθε... σοσιαλδημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της, ντυμένη μάλιστα με το μανδύα της «αριστεράς», μπορούσε να παίξει καλύτερα αυτό το χαρτί. Αυτό μάλιστα ήταν από τα βασικότερα «ατού» που πρόβαλλε όταν διαγκωνιζόταν για το «χρίσμα» της εγχώριας αστικής τάξης: Το γεγονός δηλαδή ότι μπορούσε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό της, εμφανίζοντας ταυτόχρονα αυτήν τη διαπραγμάτευση ως πάλη για τα λαϊκά συμφέροντα.
Ο ίδιος ο στόχος της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι που «δεν αφήνει» και την τωρινή κυβέρνηση να ασκήσει φιλολαϊκή πολιτική και όχι κάποιοι «ακραίοι συντηρητικοί κύκλοι», όπως η ίδια ισχυρίζεται. Αυτός ο στόχος προϋποθέτει τη διατήρηση του πυρήνα του ήδη διαμορφωμένου αντεργατικού - αντιλαϊκού πλαισίου και την ενίσχυσή του με νέες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, με βάση τις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου.

Είχε φανεί από νωρίς το έργο...
Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ ήδη από την αξιωματική αντιπολίτευση επιβεβαιώνει όλο και πιο καθαρά για ποιανού τα συμφέροντα διαπραγματεύεται.
Ηδη από την περίοδο που βρισκόταν στην αξιωματική αντιπολίτευση, ειδικά από τη διαμόρφωση του περιβόητου προγράμματος της Θεσσαλονίκης και μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ εξοικείωνε το λαό με την ιδέα ότι δεν πρέπει να παλέψει για ανάκτηση των τεράστιων απωλειών του στα χρόνια της κρίσης, αλλά να περιμένει τις εκλογές και την κυβερνητική εναλλαγή προκειμένου να δοθούν ορισμένα ψίχουλα, κατά βάση για τη διαχείριση της ακραίας φτώχειας.
Οπως τόνιζε βέβαια ήδη από τότε το ΚΚΕ, στο ίδιο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, οι δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο κεφάλαιο, για τη στήριξη της «υγιούς επιχειρηματικότητας» και της «ανταγωνιστικότητάς» του, για τη διασφάλιση «ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος» κ.ο.κ., ήταν τόσο πολλές και τόσο σοβαρές που ακύρωναν στην πράξη ακόμα και αυτά τα ψίχουλα που υποσχόταν στο λαό. Γεγονός που επιβεβαιώθηκε μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ...
Ως κυβέρνηση πλέον, από τις προγραμματικές δηλώσεις και τις πρώτες δημόσιες τοποθετήσεις των κυβερνητικών στελεχών, ο ΣΥΡΙΖΑ άφησε στην άκρη τα περί «Ευρώπης που αλλάζει» και «κατάργησης των μνημονίων» και έδωσε δύο ξεκάθαρες διαβεβαιώσεις: Οτι δεσμεύεται από τους κανόνες της ΕΕ και ότιαποδέχεται το 70% του μνημονίου...
Γιατί άραγε; Ηταν γιατί «δεν τον αφήσανε» οι «απέξω» να κάνει κάτι άλλο; Μα οι διαπραγματεύσεις της νέας κυβέρνησης δεν είχανε καλά καλά ξεκινήσει! Ο λόγος φυσικά είναι άλλος: Είναι ότι το περιβόητο «70% του μνημονίου» είναι ακριβώς το βάθρο πάνω στο οποίο θα στηριχτεί η όποια καπιταλιστική ανάκαμψη, είναι οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που αποτελούσαν πάγια απαίτηση του κεφαλαίου και έχουν αποτυπωθεί στη στρατηγική και τις συνθήκες της ΕΕ, πολύ πριν και από το ξέσπασμα της κρίσης, και εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη - μέλη της.
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, λιγότερο από ένα μήνα μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Γενάρη και στο απόγειο της προπαγάνδας περί «περήφανης διαπραγμάτευσης», η κυβέρνηση υπέγραψε την περιβόητησυμφωνία - απόφαση στο Γιούρογκρουπ της 20ής Φλεβάρη, βάζοντας και επισήμως την τζίφρα της στην παράταση της δανειακής σύμβασης, άρα και του μνημονίου που τη συνόδευε, στη δέσμευση όχι μόνο να μην ανατρέψει ό,τι είχε γίνει σε βάρος του λαού τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και να προσθέσει νέα αντιλαϊκά μέτρα πάνω σε αυτό το πλαίσιο.
Η συνέχεια είναι γνωστή... Ποιος, αλήθεια, επέβαλε στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ να «κουρέψει» ακόμα και τα ψίχουλα που έταζε για την «ανθρωπιστική κρίση» και να παραπέμψει τα περισσότερα από αυτά... στις ελληνικές καλένδες, αν όχι οι ίδιες οι «αντοχές» της καπιταλιστικής οικονομίας; Ποιος τους επέβαλε να χαρίσουν στο μεγάλο κεφάλαιο εκατομμύρια ευρώ από φέσια προς το Δημόσιο και κραυγαλέες φορολογικές παραβάσεις (π.χ. λαθρεμπόριο), την ίδια ώρα που χαρακτήριζαν «πατριωτικό καθήκον» την πληρωμή των «μνημονιακών» χαρατσιών από το λαό; Ποιος τους επέβαλε να «σκουπίσουν» από όλους τους δημόσιους οργανισμούς τα ταμειακά διαθέσιμα που συνδέονται άμεσα με την κάλυψη λαϊκών αναγκών, προκειμένου να αποπληρώσουν στους «δανειστές» 8 δισ. ευρώ μέσα σε 5 μήνες, από ένα χρέος που δεν είναι του λαού; Η απάντηση είναι μία: Το επέβαλε η ανάγκη να υπηρετήσουν το εγχώριο κεφάλαιο, να μη διαρρήξουν τις σχέσεις του με τις λυκοσυμμαχίες που αυτό επιλέγει να συμμετέχει.

Εξ ορισμού στο στρατόπεδο του εχθρού
Οσο περνούσαν οι μήνες, με τα συνεχή πήγαινε - έλα της κυβέρνησης στα διάφορα καπιταλιστικά κέντρα, τις αλλεπάλληλες προτάσεις που ανέβαζαν συνεχώς τον πήχη των αντιλαϊκών μέτρων, για να φτάσουμε σήμερα στην πλήρη ταύτιση με τους «εταίρους» σε ό,τι αφορά το σκέλος των νέων αντιλαϊκών μέτρων, φαινόταν όλο και πιο καθαρά ότι το πραγματικό διακύβευμα της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης αφορούσε βασικά τρία πράγματα: Χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα, αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους και διασφάλιση μεριδίου από τα επενδυτικά πακέτα της ΕΕ.
Με άλλα λόγια, οι «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης στα αντιλαϊκά παζάρια δεν είχαν να κάνουν με τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες (όσο και αν επιχειρήθηκε να ντυθούν με τέτοιο καμουφλάζ), αλλά την επιδίωξη να «εξοικονομηθούν» και να εξασφαλιστούν οι περισσότεροι δυνατοί πόροι, που δε θα πηγαίνουν στην αποπληρωμή του κρατικού χρέους, αλλά στην πολύμορφη κρατική στήριξη των επενδύσεων του εγχώριου κεφαλαίου.
Στο πλαίσιο αυτής της επιδίωξης, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ επιχείρησε να μπει βαθιά στην ευρύτερη ενδοϊμπεριαλιστική διαπάλη εντός και εκτός της Ευρωζώνης, στις κόντρες ΕΕ - ΔΝΤ, Γερμανίας - ΗΠΑ, γύρω από το μείγμα διαχείρισης, τον επιμερισμό κερδών και ζημιών στα διάφορα τμήματα του κεφαλαίου και τη διαπάλη για το ποιος θα έχει το «πάνω χέρι» την «επόμενη μέρα», σε συνθήκες μάλιστα παρατεταμένης δυσκολίας της Ευρωζώνης να περάσει σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Μιλάμε, δηλαδή, για μια διαπραγμάτευση που διεξάγεται εξ ορισμού στο «στρατόπεδο του εχθρού», ανάμεσα στις αστικές τάξεις, στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, στους μονοπωλιακούς ομίλους και από την οποία κανένα «κάτι καλύτερο» δεν έχουν να περιμένουν οι λαοί...
Η τελευταία εξέλιξη, με την επιστολή Τσίπρα και το επίσημο αίτημα για νέο δάνειο από τον ESM, καθώς και την αποδοχή της αντιλαϊκής πρότασης που κατέθεσαν ΕΕ - ΔΝΤ - ΕΚΤ (με 2-3... «διευκρινίσεις» για το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής της!), υπό τον όρο η νέα δανειακή σύμβαση να προβλέπει αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους και συμμετοχή στα «επενδυτικά πακέτα» της ΕΕ, δείχνει ακόμα πιο ανάγλυφα τι ακριβώς είναι αυτό το «κάτι καλύτερο» για το οποίο παλεύει η συγκυβέρνηση...
Εξίσου χαρακτηριστικά, σε δήλωσή του σε σχέση με το δημοψήφισμα της Κυριακής 5 Ιούλη, με τίτλο «Γιατί λέμε ΟΧΙ - σε 6 σύντομα σημεία», ο Γ. Βαρουφάκης αναφέρεται τελικά... στο εξής ένα: Γιατί η πρόταση των «δανειστών» δεν περιλάμβανε αναδιάρθρωση του χρέους. Σε όλα «ναι» (όπως επιβεβαιώνεται και στην επιστολή Τσίπρα), αρκεί να αναδιαρθρωθεί το χρέος και να περισσέψει κατιτίς και για το εγχώριο κεφάλαιο!
***
«Να μην ανησυχεί ο κόσμος, θα έχουμε συμφωνία σε 48 ώρες μετά το δημοψήφισμα», είτε με το «ναι» είτε με το «όχι», διαβεβαίωσε το βράδυ της Πέμπτης ο πρωθυπουργός, Αλ. Τσίπρας... Ετσι ή αλλιώς, δηλαδή, οι διεργασίες για το «κλείδωμα» του νέου μνημονίου θα συνεχιστούν με μεγαλύτερη ένταση από Δευτέρα.
Η όλη πορεία της «περήφανης διαπραγμάτευσης», αλλά και οι τελευταίες εξελίξεις, οπότε και πέφτουν πλέον οι μάσκες, επιβεβαιώνουν ότι όποια και αν είναι η προσωρινή κατάληξη της αστικής διαπραγμάτευσης, ο λαός θα βρεθεί χαμένος αν παραμείνει παθητικός θεατής ή υποστηρικτής των στόχων της αστικής τάξης. Οι στόχοι αυτοί είναι που «δεν αντέχουν» την αναπλήρωση των απωλειών του λαού, που «δεν αφήνουν» να ικανοποιηθούν οι σύγχρονες ανάγκες του.
Γι' αυτό και έχει καθοριστική σημασία ο λαός ούτε να περιμένει «κάτι καλύτερο» από τα παζάρια για λογαριασμό του κεφαλαίου, ούτε να περνά στη μοιρολατρία ότι «τελικά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει».
Ελπιδοφόρα προοπτική μπορεί να υπάρξει για το λαό, στο βαθμό που αποφασίσει να πάρει την τύχη του στα χέρια του, να οργανώσει το κίνημά του και να σημαδέψει τον πραγματικό αντίπαλο: Την άρχουσα τάξη και τις λυκοσυμμαχίες του κεφαλαίου που την στηρίζουν.