Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Η άδικη κατηγορία

 

Εντεκα μέρες μετά από τη δεύτερη δίκη Μπελογιάννη, στις 12.3.1952, ο Ν. Πλουμπίδης έστειλε με τους δικηγόρους του Μπελογιάννη επιστολή στον I. Πανόπουλο, γενικό διευθυντή της Αστυνομίας Πόλεων.

Με την επιστολή ο Πλουμπίδης δήλωνε πως «καθοδηγητής του παρανόμου μηχανισμού του ΚΚΕ ήμουν εγώ και όχι ο Μπελογιάννης» και δεσμευόταν ότι θα παρουσιαστεί να δικαστεί αν μετατραπούν οι θανατικές καταδίκες του Ν. Μπελογιάννη.

Η ηγεσία του ΚΚΕ κατήγγειλε την επιστολή του Πλουμπίδη ως πλαστή, μεθοδευμένη από την Ασφάλεια. Με αυτόν τον τρόπο το ΠΓ καταδίκασε έμμεσα την ενέργεια του Πλουμπίδη, που ήταν αντικαταστατική καθώς αποτελούσε παραβίαση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και των κανόνων συνωμοτικότητας και επαγρύπνησης. Ο Πλουμπίδης υπεράσπισε την ενέργειά του ως ανταπόκριση στο γενικό κάλεσμα του ΠΓ προς όλα τα μέλη και στελέχη να κάνουν οτιδήποτε για τη σωτηρία του Ν. Μπελογιάννη.

Σχεδόν τρεις μήνες μετά από την εκτέλεση του Ν. Μπελογιάννη, το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ πήρε απόφαση «Για τον Νίκο Πλουμπίδη (Μπάρμπα)» (25.7.1952), με την οποία χαρακτήρισε τον Πλουμπίδη «παλιό προβοκάτορα».

Ο Πλουμπίδης, απομονωμένος και χαρακτηρισμένος από την ηγεσία του Κόμματος ως πράκτορας, όχι μόνο δεν αποκήρυξε, αλλά και υπεράσπισε το ΚΚΕ. Οπως έγραψε σε επιστολές του, θεωρούσε ότι ήταν θύμα συγκυριών και προβοκατόρικα διοχετευμένων παραπλανητικών πληροφοριών από στελέχη, ίσως και πράκτορα που δρούσε μέσα από τα ανώτατα καθοδηγητικά όργανα. Δήλωσε ότι η Ιστορία θα αποκαταστήσει την αδικία σε βάρος του. Με την απολογία του στη δίκη εξέφρασε την προσήλωση του στο ΚΚΕ. Η στάση του Πλουμπίδη ήταν ηρωική και μεγαλειώδης. Η απόφαση του ΠΓ για τον Πλουμπίδη ήταν άδικη. Στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό σε πληροφορίες που έδιναν στελέχη του Κόμματος από την Ελλάδα, καθώς και σε παραβιάσεις του κομματικού - καταστατικού πλαισίου από τον Πλουμπίδη. Η 9η Ολομέλεια (1958) διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να στηρίζει την κατηγορία του προβοκάτορα και του χαφιέ και αποφάσισε την αποκατάστασή του.

Σήμερα, με βάση και τη συγκεντρωμένη εμπειρία, είναι βέβαιο ότι η αστική τάξη επιχείρησε να εκμεταλλευτεί την ύπαρξη της ΕΔΑ, προκειμένου να υπονομεύσει το ΚΚΕ. Ηλπιζε ότι θα μπορούσε να την αξιοποιήσει ως μοχλό ενάντιά του, εκμεταλλευόμενη δυνάμεις που συμμετείχαν στην ΕΔΑ, αλλά και δυνάμεις του ΚΚΕ με οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις.

Η Ασφάλεια διέδιδε προβοκατόρικες φήμες, κατασκευασμένα σενάρια, με σκοπό να σπείρει τη σύγχυση και την αμφιβολία ανάμεσα στους κομμουνιστές, να συσκοτίσει τα πραγματικά γεγονότα, διαδίδοντας ότι το τάδε μέλος του ΠΓ ή της ΚΕ ήταν όργανό της. Η πολιτική καχυποψία τροφοδοτούνταν και από τη σκόπιμα διαφοροποιημένη και προβοκατόρικη στάση αστών πολιτικών και επικεφαλής των διωκτικών αρχών απέναντι σε στελέχη του ΚΚΕ, όπως του αρχιασφαλίτη Ιωάννη Πανόπουλου. που καθύβριζε δημόσια τον Μπελογιάννη, ενώ επαινούσε τον Πλουμπίδη.

Σε αυτό το κλίμα κατηγορήθηκε και ο Πλουμπίδης ως χαφιές. Από αυτό το κλίμα δεν ήταν απαλλαγμένος ούτε ο ίδιος ούτε άλλα στελέχη του ΚΚΕ που αργότερα, όταν διαχωρίστηκαν ιδεολογικο-πολιτικά και οργανωτικά από το ΚΚΕ, εμφανίστηκαν να καταγγέλλουν τη λεγόμενη «πρακτορολογία του Κόμματος» (π.χ. Ε. Παππά, υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στο «Δοκίμιο Ιστορίας» για τη γνώμη της για την Ρ. Ιμβριώτη, τις υποψίες της για τον Ν. Βαβούδη κ.λπ.)

Στο δεύτερο τόμο του «Δοκιμίου Ιστορίας» του ΚΚΕ υπάρχει συγκεκριμένη ανάλυση σε σχέση με το πώς διαμορφώθηκε ένα τέτοιο κλίμα στα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ που δρούσαν στην παρανομία:

«Ενέργειες στελεχών, που συνιστούσαν είτε αντικαταστατικές παραβιάσεις (φραξιονισμό ή παραβίαση αποφάσεων) είτε οπορτουνιστικές παλινωδίες ή και επιπόλαιες ενέργειες, ερμηνεύτηκαν ως πράξεις συνεργασίας με τον ταξικό αντίπαλο. Με το ίδιο σκεπτικό εξηγήθηκαν και σοβαρά λάθη που διαπράχτηκαν στα χρόνια της Κατοχής. Και αυτό, γιατί δε συνειδητοποιούνταν οι πραγματικές αιτίες των λαθών, αν και οι αντίστοιχες επιλογές δεν έβρισκαν τη στήριξη μεγάλου μέρους της κομματικής βάσης. Αυτό το κλίμα ήταν ένας επιπρόσθετος παράγοντας που εμπόδιζε μια σε βάθος προγραμματική συζήτηση. Για παράδειγμα, διαφορές που εκδηλώνονταν στα κομματικά όργανα, δεν αποτελούσαν πάντα αντικείμενο ουσιαστικής συζήτησης, δεν καταβαλλόταν πάντα προσπάθεια γενίκευσης των συμπερασμάτων.

Η επίδραση όλων των προηγούμενων παραγόντων γινόταν περισσότερο έντονη σε συνθήκες ήττας και με την καθοδήγηση του Κόμματος να λειτουργεί εκτός Ελλάδας, ενώ στο εσωτερικό της ΚΕ είχε γίνει φανερή η εσωκομματική διαπάλη με την ταυτόχρονη αμφισβήτηση του Ζαχαριάδη από κάποια κεντρικά στελέχη, όχι μόνο για πολιτικές ευθύνες που του απέδιδαν, αλλά και για την κομματική - ηθική του υπόσταση.

Ετσι, η εσωκομματική διαπάλη αναπτυσσόταν και οξυνόταν με επίκεντρο τον προσδιορισμό του στρατηγικού στόχου, αλλά και τις εκτιμήσεις για το παρελθόν και την πολιτική γραμμή που έπρεπε στο εξής να δρομολογηθεί. Επίσης, υπεισερχόταν στην ερμηνεία πολιτικών πρωτοβουλιών, παραλείψεων ή και λαθών ανώτερων στελεχών του Κόμματος, που δρούσαν σε συνθήκες οι οποίες δυσκόλευαν την επικοινωνία και τη συλλογική ανάληψη της ευθύνης.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι μια οπορτουνιστική παρέκκλιση βοηθάει εξ αντικειμένου τον ταξικό εχθρό. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι κάθε οπορτουνιστής είναι υποχρεωτικά και πράκτορας του αστικού κράτους».