Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Την επαύριο των Οσκαρ... (Κινηματογράφος)

 

 

Τη βδομάδα των Οσκαρ ακολουθεί βδομάδα μετριοτήτων μικρότερων και μεγαλύτερων... Από τις πιο χτυπητές «για τα μπάζα» πρεμιέρες, η αμερικανο - καναδο - κινεζική «Τζον Γουίκ» - John Wick - (2014) των Ντέιβιντ Λιτς και Τσαντ Σταέλσκι, με τον Κιάνου Ριβς στον κύριο ρόλο και τους Μίκαελ Νίκβιστ και Γουίλεμ Νταφόε στους δορυφορικούς... Θα ρωτήσετε, τι κάνει ο Νίκβιστ, Σουηδός ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου, σε πονήματα (σ' ένα από τα αμέτρητα αντίτυπα της «ίδιας» γνώριμης ταινίας) για εφήβους που ξημεροβραδιάζονται με βίαια ηλεκτρονικά παιχνίδια και στη σκοτεινή αίθουσα το μόνο που αποζητούν είναι πανοραμικές λήψεις σε γυαλιστερά σπορ αμάξια και καλολαδωμένα αυτόματα που καταλήγουν σε οπίσθια σερβιτόρας με στρινγκ... Ο Νίκβιστ - επανέρχομαι - κάνει ό,τι κάνουν όλοι οι ξενιτεμένοι στο Χόλιγουντ, δεύτερους ρόλους κακοποιών που βρυχώνται και μιλούν αγγλικά με «άξεντ». Εν προκειμένω, ο Νίκβιστ υποδύεται ένα μαφιόζο μπος και, μεταξύ μας, είναι πολύ καλύτερος από την ταινία για τον Τζον Γουίκ που βάζει τέρμα στη ζωή του κακοποιού κι ερωτεύεται. Δυστυχώς, όμως, η καλή του αρρωσταίνει και πεθαίνει αφήνοντάς του, ύστατο δώρο, ένα γλυκύτατο σκυλάκι. Μια μέρα, Ρώσοι γκάνγκστερ σκοτώνουν το σκυλάκι και κλέβουν ό,τι πολυτιμότερο κατέχει ο Γουίκ - ένα σπορ Μάσταγκ του 1969. Το υπόλοιπο της ταινίας; Ενας ατέλειωτος σκοτωμός, με τον Γουίκ να βρίσκει πάντα το στόχο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι πάντα αστοχούν κι ας πυροβολούν εξ επαφής... Πρεμιέρα επίσης και για το αμερικανικό ντοκιμαντέρ «Αρκούδες» - «Bears» (2014) των Αλαστερ Φόδερτζιλ και Κιθ Σόλεϊ. Εδώ κλείνουμε με την πιο ενδιαφέρουσα είδηση της βδομάδας: Συνεχίζεται για 4η βδομάδα η προβολή του αριστουργήματος του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν «Χειμερία Νάρκη» (2014) σε Αστυ και Πτι Παλαί...

 

ΝΤΑΝΙΕΛ ΜΠΑΡΝΖ

Κέικ (Cake)

Η Τζένιφερ Ανιστον επιχειρεί στα σοβαρά να ξεφύγει από τις εμπορικές κωμωδίες πλατιάς κατανάλωσης, επωμιζόμενη έναν «πραγματικό» ρόλο, ίσως τον πιο δυναμικό της, που πρέπει να ισορροπεί εθισμό και αναπηρία, προβλήματα ύπνου, χρόνιων πόνων και τάσεων αυτοκτονίας της Κλερ, μιας γυναίκας σωματικά και ψυχικά σημαδεμένης από ένα τραυματικό γεγονός, που τις νύχτες την στοιχειώνει το φάντασμα μιας κοπέλας που αυτοκτόνησε, ενώ τις μέρες συνειδητοποιεί ότι η συζήτηση στην ομάδα υποστήριξης δεν ανακουφίζει τόσο, όσο το κρασί και τα πάσης φύσης παυσίπονα. Η υποκειμενική αφήγηση ισορροπεί κομψά ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, πραγματικότητα και παραίσθηση, και συμβαδίζει με την κλειστοφοβική διάθεση της Κλερ. Και η Ανιστον, που τολμά να εμφανιστεί ως εντυπωσιακά «άσχημη» και αντιπαθητική Κλερ, είναι όντως καλή σε αυτήν την παράσταση του ενός...

Παρότι εκτιμητέο ότι η ταινία αντιμετωπίζει με σοβαρότητα/σοβαροφάνεια το τραύμα και το πένθος και δεν προτάσσει εύκολες λύσεις, είναι δύσκολο να παραβλέψει κανείς μια «τεχνητή γεύση», λόγω ελλείμματος στην ποιότητα επεξεργασίας του «στόρι». Κυριαρχεί η αίσθηση «κατασκευασμένου» που σπάνια εκπλήσσει, γιατί τα σημεία καμπής έρχονται κατόπιν προειδοποίησης. Η ταινία θα κέρδιζε εάν «έξυνε» την επιφάνεια και γινόταν πιο «βρόμικη» και πιο απρόβλεπτη, άρα πιο ανθρώπινη...

Με τους: Τζένιφερ Ανιστον, Αντριάνα Μπαράτζα, Μπριτ Ρόμπερτσον, Σαμ Γουόρθινγκτον κ.ά.

Παραγωγή: «Cake», ΗΠΑ (2014).

 

ΚΕΒΙΝ ΜΑΚΝΤΟΝΑΛΝΤ

Επιχείρηση Μαύρη Θάλασσα

Η «Επιχείρηση Μαύρη θάλασσα» παραπέμπει τόσο στη γερμανική ταινία του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, «Das Uboot» (1981), όσο και στην παλαιότερη αμερικανική του Τζον Στάρτζες, «Ice Station Zebra» (1968). Κάποιες λήψεις μοιάζουν να έγιναν 30 χρόνια πριν. Χωρίς ίχνη πρωτοτυπίας, η ταινία είναι ένα θρίλερ ρεαλιστικό, σκληρό, βρόμικο, μόνο με ανδρικούς ρόλους. Ο επιθετικός προσδιορισμός «μαύρη» δε σημασιοδοτεί τη θάλασσα, στο βυθό της οποίας εξελίσσεται η ιστορία, αλλά κύρια το «είναι» ορισμένων χαρακτήρων. Σεναριογράφος και σκηνοθέτης γνωρίζουν τους μηχανισμούς δραματοποίησης. Οι εγκλωβισμένες σε ένα χώρο ιστορίες χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις φόρτισης και έντασης. Η ιστορία της ταινίας διαδραματίζεται σε ένα σκουριασμένο υποβρύχιο/δεινόσαυρο που η κάμερα εξερευνά λεπτομερώς. Η «σύγκρουση» συνιστά το μοτέρ κάθε ενδιαφέρουσας περιπέτειας. Κάποια έκπληξη στα τρία τέταρτα της ταινίας ξαναθερμαίνει το ενδιαφέρον του θεατή. Τα παραπάνω δε συνεπάγονται έλλειψη αυθορμητισμού ή ψυχρή προμελέτη. Ενα γκρο μπετόν σενάριο είναι πάντα η καλύτερη βάση ενός γερού οικοδομήματος.

Ο τραχύς Σκοτσέζος κολοσσός με τους ιδρωμένους μύες Τζουντ Λόου δίνει την εντύπωση ότι η ταινία υπήρξε γι' αυτόν ένα τελετουργικό περάσματος στην καλλιτεχνική ωριμότητα. Γυμνός από το ύφος του σέξι δανδή και πεπερασμένου πλεϊμπόι, υποδύεται έναν πεπειραμένο ναυτικό στα υποβρύχια. 11 χρόνια δουλεύει για την ίδια εταιρεία, που μια ωραία πρωία τον στέλνει σπίτι του με ένα εισιτήριο κι ένα τσεκ 8 χιλιάδων στερλινών. Και τι δουλειά θα μπορούσε να βρει κάποιος που κυβερνά υποβρύχια; Ο Λόου συναντάται με δυο επίσης απολυμένους συναδέλφους του σε μια παμπ και πάνω στη συζήτηση αποκαλύπτεται ότι στις ακτές της Γεωργίας κείτεται βυθισμένο υποβρύχιο των Ναζί, φορτωμένο σημαντική λεία, τόνους πλάκες χρυσού. Και η ιδέα της ταινίας είναι: Φτιάχνουμε μια ομάδα έμπειρων ναυτικών, φτάνουμε στη λεία και γινόμαστε πλούσιοι. Η ταινία προσπερνά γρήγορα τη φάση της επιλογής πληρώματος με αφηγηματικές επικαλύψεις. Οι θαλασσόλυκοι - Ρώσοι και Αγγλοι, εργατική τάξη που μαστίζεται από ανεργία και φτώχεια, αφού οι κεφαλαιοκράτες την έχρισαν περισσή, που ονειρεύεται να οικειοποιηθεί το χρυσό που με τη σειρά του απελευθερώνει γενικευμένη απληστία στο παιχνίδι της σφαγής μεταξύ των ανδρών της ομάδας, δίνοντας στην ταινία ύφανση «επική» - μπαίνουν στο πούλμαν και φτάνουν στο υποβρύχιο. Εδώ ξεκινά η κυρίως αφήγηση...

Θεόστενες καμπίνες, σκουριασμένοι μοχλοί, ραντάρ εκτός λειτουργίας. Οσο περιορίζεται ο χώρος τόσο αυξάνει η ένταση, οι συγκρούσεις και ο φόβος των ανδρών να παγιδευτούν στο θαλάσσιο τέρας. Η ταινία διαθέτει άριστους διαλόγους, φτιαγμένους με μικρές εύστοχες πινελιές, που μόνο ένας έμπειρος στον τομέα μπορεί να δώσει. Αλλά και άριστους δεύτερους ρόλους στο πλευρό του πάντα πυροδοτούμενου Τζουντ Λόου, που «δένει» όλα τα στοιχεία μιας ταινίας που μπορεί να στοχεύει στη διασκέδαση, χωρίς όμως ίχνος συνηθισμένης «πατίνας», θαλασσινών περιπετειών...

Με τους: Τζουντ Λόου, Σκουτ Μακνέρι, Τζόντι Γουίτακερ, Τζουν Σμιθ, Μπεν Μέντελσον κ.ά.

Παραγωγή: «Black Sea», Βρετανία (2014).

 

ΠΟΛ ΤΟΜΑΣ ΑΝΤΕΡΣΟΝ

Εμφυτο ελάττωμα

Γκροτέσκο, μπερδεμένης διασταύρωσης φιλμ νουάρ λουσμένο στην ηλιοφάνεια της Καλιφόρνια και σερβιρισμένο με το οπτικό στιλ του Πολ Τόμας Αντερσον - που για πρώτη φορά μεταφέρει στον κινηματογράφο μυθιστόρημα του Τόμας Πίντσον. Με έναν μοναχικό και προβληματικό ντετέκτιβ, μια επικίνδυνη έρευνα - πολύ πιο μεγάλη από τον ντετέκτιβ - έναν πολύχρωμο υποβλητικό φωτισμό του νυχτερινού Λος Αντζελες, μια γυναικεία voice off και μια μοιραία γυναίκα, κινητήρια μηχανή των πάντων... Κάτω από το περίβλημα του νουάρ, αναγιγνώσκεται ένας σύνθετος και πολυεπίπεδος προβληματισμός για μια εποχή που έφθασε στο τέλος της. Από περιέργεια, ωστόσο, και με δεδομένο το εκτενέστατο προϋπάρχον υλικό του νουάρ στο σινεμά, αναρωτιέται κανείς για το ποσοστό που σκηνοθεσία και ερμηνεία «ακούμπησαν» στην τεράστια φιλμογραφία, για το ποσοστό αναφορών σ' αυτήν και για το ποσοστό της αυθεντικής έμπνευσης. Σε ό,τι αφορά στο «καθαρό» της μορφής της ταινίας δεν υπήρξε ανάγκη «δανεισμού» από παλαιότερες παραγωγές δεδομένου ότι «όλα υπάρχουν στο μυθιστόρημα και ο τόνος είναι τόσο μοναδικός που δεν χρειαζόταν άλλος» όπως δήλωσε ο Χοακίν Φίνιξ, ο απόλυτος πρωταγωνιστής της ταινίας, που υποδύεται τον Λάρι «Ντοκ» Σπορτέλο, τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και χίπη το έτος 1969, στο λυκόφως μιας εφήμερης κουλτούρας σε παραλυσία που εξατμίζεται σιωπηλά πνιγμένη στον καπνό της κάνναβής της και στη μέθη των ποικίλων παραισθησιογόνων της.

Βασισμένη στο έβδομο, ομότιτλο μυθιστόρημα του καλτ συγγραφέα Τόμας Πίντσον, η δαιδαλώδης ιστορία - με αναγνωρίσιμο και χαλαρό σάουντρακ - μας γυρίζει πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 1960, σε χρόνια που μυρίζουν καπνό, δερμάτινους καναπέδες και θαμνώδεις φαβορίτες, μέσα από ένα κινηματογραφικό ταξίδι συνόλου, με τον Χοακίν Φίνιξ ως ντετέκτιβ «Ντοκ», ως κεντρικού ήρωα αυτού του πεπερασμένου, βαρετού και σε τελική ανάλυση ανούσιου ταξιδιού, γεμάτου επικίνδυνες καταστάσεις και πληθώρα χαμένων ψυχών σαν τον αστυνομικό - φίδι, τη δικηγόρο της αντίθεσης, τον διαταραγμένο οδοντίατρο, τον σέρφερ σαξοφωνίστα και πολλούς ακόμα...

Στο τέλος της δεκαετίας του '60 επισκέπτεται απρόσμενα τον «Ντοκ» η πρώην κοπέλα του ονόματι Σάστα - ο «Ντοκ» δεν ξεπέρασε ποτέ το χωρισμό τους - τώρα ερωμένη του πλούσιου επιχειρηματία Βόλφμαν. Η Σάστα ζητά τη βοήθεια του ντετέκτιβ, γιατί η σύζυγος του Βόλφμαν και ο εραστής της θέλουν να κλείσουν τον επιχειρηματία σε ψυχιατρικό ιδρυμα. Ενώ η κοπέλα εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνη, τον «Ντοκ» συνεχίζουν να επισκέπτονται διάφοροι «περίεργοι». Ενας άνδρας π.χ. που του ζητά να βρει τι έγινε ο σωματοφύλακας του Βόλφμαν ή μια απελπισμένη σύζυγος που ψάχνει τον εξαφανισμένο σαξοφωνίστα άνδρα της. Οι τρεις αυτές περιπτώσεις, πολύ σύντομα, συγκλίνουν σε μία και μοναδική έρευνα. Ο «Ντοκ», άλλοτε με τη βοήθεια του αστυνομικού κι άλλοτε έχοντάς τον εμπόδιο, κινείται σε σύννεφα ομίχλης τόσο της έρευνας όσο και των τσιγάρων για να βρει αφενός άκρη κι αφετέρου τη γυναίκα που αγαπά.

Διάβασα κάπου ότι στη ναυτική διάλεκτο, έμφυτο ή εγγενές ελάττωμα, αποκαλείται «αυτό» που δεν μπορεί κανείς να εγγυηθεί πάνω σε ένα πλοίο: αυτό που μπορεί να συμβεί και, που δεν γίνεται να αποφευχθεί... Να είναι άραγε έτσι;

Με τους: Χοακίν Φίνιξ, Τζος Μπρολίν, Οουεν Γουίλσον, Ρις Γουίδερσπουν, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, κ.ά.

Παραγωγή: «Inherent Vice», ΗΠΑ (2014)

“Ριζοσπάστης” Πέμπτη 26 Φλεβάρη 2015