Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Μια βδομάδα σαν τις άλλες... (Κινηματογράφος)

 

 

Αυτή τη βδομάδα βγήκε στις αίθουσες η ταινία «Fils de Grece: Τα παιδιά του εμφυλίου» του Διονύση Γρηγοράτου. Ακόμα, η «Χειμερία νάρκη» (2014) που συνεχίζεται στο «Αστυ» και το αφιέρωμα του «Στούντιο» στον Ακίρα Κουροσάβα που ξεκινά απόψε, με προβολή τεσσάρων ταινιών του μεγάλου Ιάπωνα σκηνοθέτη. «Σιωπηλή μονομαχία» - «The quiet duel» - (1949), «MADADAYO - Ο πρώτος δάσκαλος» (1993), «ΡΑΝ» - «Ran» (1985) και τέλος το διαχρονικό αριστούργημα «Ρασομόν» - «Rashomon» - (1950) με τον Τοσίρο Μιφούνε στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Γύρω στο 1100, στη διάρκεια ενός εμφύλιου πολέμου, ένας ξυλοκόπος βρίσκει ένα πτώμα και τρέχει να το καταγγείλει. Λίγο αργότερα, στην παλιά πρωτεύουσα της φεουδαρχικής Ιαπωνίας, Κιότο, μπροστά στην πύλη του ναού και σε αθέατους δικαστές, ανασυνθέτεται πολυεδρικά η αλήθεια για το θάνατο του σαμουράι και το βιασμό της συζύγου του από το ληστή και η μια δήλωση των μαρτύρων διαδέχεται την άλλη προσωπική εκδοχή των γεγονότων, έτσι η αλήθεια, αντί να αναδυθεί στην επιφάνεια, φαίνεται όλο και περισσότερο να απομακρύνεται. Ο Κουροσάβα αφηγείται τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας. Κάθε εκδοχή αποκαλύπτει το χαρακτήρα αυτού που αφηγείται και το διαφορετικό τρόπο που καθένας φιλτράρει και επεξεργάζεται τα ίδια γεγονότα...

Οσο για τις πρεμιέρες τώρα, αναμενόμενη η οσκαρική «Still Alice: Κάθε στιγμή μετράει» (2014) των Ρίτσαρντ Γκλέιτζερ και Γουός Γουεστμόρλαντ, μεταφορά στον κινηματογράφο του ομώνυμου μυθιστορήματος της Λάιζα Τζένοβα. Για το ρόλο της Αλις βραβεύτηκε πρόσφατα η Τζουλιάν Μουρ με το Οσκαρ Α' γυναικείου ρόλου. Της 50χρονης επιτυχημένης πανεπιστημιακού, μητέρας και συζύγου Αλις, που ξαφνικά διαγιγνώσκεται με πρώιμο κληρονομικό αλζτχάιμερ... Λέγεται ότι το σινεμά λειτουργεί θεραπευτικά. Χωρίς να θεραπεύει την αρρώστια, θεραπεύει τον παραλογισμό της και εφοδιάζει το θεατή με μια εξήγηση, με μια συγκινησιακή επιχειρηματολογία... Η ταινία γνωστοποιεί στο θεατή μια παθολογία, αφηγείται την ιστορία μιας καταστροφής, την περιπέτεια μιας έξυπνης και ιδιαίτερης γυναίκας, που μέρα με τη μέρα χάνει τα ίχνη του εαυτού της και, παρακάμπτοντας κάθε μορφή παθητικότητας κι επίδειξης, αναρωτιέται και αναμετριέται με το βουβό κι αχάριστο πόνο.

«Από μηχανής» - «Ex Machina» - (2015) τιτλοφορείται το έξυπνο, ψυχολογικό κι αινιγματικό βρετανικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας του Αλεξ Γκάρλαντ, επίκαιρο, μια που πραγματεύεται το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης, της κατασκευασμένης βέβαια από χέρι ανθρώπου. Το ενδιαφέρον εστιάζει στο σημείο που αυτή αγγίζει οριακά σημεία ανεξάρτητης σκέψης, τόσο που, αντιλαμβανόμενη τη δική της θνησιμότητα, αποφασίζει να πάρει τη μοίρα της στα χέρια της. Παρθενική ταινία μεγάλου μήκους του Αλεξ Γκάρλαντ που, μεταξύ άλλων, συνέγραψε τη λογοτεχνική εκδοχή του «The beach» και κάποια καλά σενάρια όπως το «28 μέρες μετά». Ο Γκάρλαντ και το πολύ ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο της ταινίας που συνθέτουν τρεις νεαροί ερμηνευτές προσφέρουν τουλάχιστον πρωτοτυπία. Ο Ντόμναλ Γκλίζον, στο ρόλο του εύθραυστου υπαλλήλου που έρχεται στην πολυτελή κατοικία του αφεντικού του, ενός δισεκατομμυριούχου προγραμματιστή (Οσκαρ Αϊζακ), για να συμμετάσχει σε ένα πείραμα με ένα θηλυκό ρομπότ με υψηλή τεχνητή νοημοσύνη... Στο ρόλο η Σουηδή Αλίσια Βικάντερ, αλάνθαστη μέχρι τώρα στις επιλογές της καριέρας - κομήτη που είχε. Η ενδιαφέρουσα ταινία είναι πρόκληση για τη σκέψη, ένα είδος κλειστοφοβικού δράματος δωματίου, που δεν περιλαμβάνει εκρήξεις και που οι πραγματικές προθέσεις των χαρακτήρων διαφεύγουν συνεχώς από το θεατή...

Στην αμερικανική ταινία «Τζόκερ» - «Wild Card» - (2014), σε σκηνοθεσία του Σάιμον Γουέστ, μοναδικό ατού είναι οι εν δράσει μύες του βίαιου, αήττητου και αυτάρεσκου Τζέισον Στέιθαμ, στο ρόλο του Νικ Γουάιλντ, ενός πρώην αθλητή, νυν σωματοφύλακα πλούσιων πελατών στο Λας Βέγκας, αλλά και τζογαδόρου. Ενα σενάριο εκδίκησης χωρίς εκπλήξεις, για τους υπεύθυνους της δολοφονίας της φίλης του Νικ Γουάιλντ, Χόλι.

Η Disney μεταφέρει πιστά στον κινηματογράφο ένα ακόμα κλασικό παραμύθι, με τη μορφή λαμπερής υπερπαραγωγής υψηλών προδιαγραφών, που εγγυάται ένα φαντασμαγορικό, μαγευτικό και μαγικό θέαμα. Πρόκειται για την πασίγνωστη «Σταχτοπούτα» - «Cinderella» - (2015) σε σκηνοθεσία Κένεθ Μπράναν και με συμμετοχή καλών ηθοποιών, όπως η Κέιτ Μπανσέτ, η Χελένα Μπόναμ Κάρτερ, ο Στέλαν Σκάρσγκορντ κ.ά. Η ταινία προβάλλεται τόσο με υπότιτλους όσο και μεταγλωττισμένη στα ελληνικά.

 

Τα Παιδιά του Εμφυλίου

 

Docufiction η ταινία, «Fils de Grece: Τα Παιδιά του Εμφυλίου», σύνθεση ντοκιμαντέρ μυθοπλασίας. Εφόδιά της ένα δυνατό θέμα, ένα σπάνιο αρχειακό υλικό, ο αβανταδόρικος τίτλος μιας διδακτορικής διατριβής για τους ενήλικες σήμερα, τότε παιδιά που βρέθηκαν στη δίνη της ένοπλης αντιπαράθεσης του 1946 - '49 και μια πολύπλοκη ιδέα δομής και λειτουργίας της φιλμικής κατασκευής που δεν ξεκαθαρίζει τη θέση του δημιουργού:

Η καθαρή μυθοπλασία εδράζεται στο σήμερα και αποτελεί πλαίσιο στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει το υλικό τεκμηρίωσης που λειτουργεί ως βασικός μοχλός κίνησης της ίντριγκας προς τα μπρος, η δυναμική τώρα της ίντριγκας κινεί, με τη σειρά της, το γρανάζι του υλικού τεκμηρίωσης. Σ' αυτό το τελευταίο ανήκει το σπάνιο, ασπρόμαυρο, οπτικό αρχειακό υλικό που περιλαμβάνει και την επίσκεψη του Γάλλου ποιητή Πωλ Ελυάρ στις 19/7/1949 στον Γράμμο που η προσφώνησή του έδωσε τίτλο στην ταινία, αλλά και του «δραματοποιημένου» ή «πειραγμένου» οπτικού και ηχητικού υλικού όπως επίσης και, οι συνεντεύξεις με έχοντες άμεση ή έμμεση σχέση με το κεφάλαιο της Ιστορίας που αγγίζει τη μαζική διάσωση δεκάδων χιλιάδων παιδιών ανταρτών προς τις σοσιαλιστικές χώρες, αλλά και την ομηρία άλλων τόσων, έγκλειστων στις σωφρονιστικές «Παιδουπόλεις» της Φρειδερίκης με «πατρίς / θρησκεία / Φρειδερίκη, αλλά και κοιλιά γεμάτη» όπως αναφέρει κάποιος... Η καθαρή μυθοπλασία διέπεται από σενάριο ελλειπτικό, με χάσματα, χωρίς «εσωτερικές» νόρμες και κανόνες, με τάση προς μια αφήγηση με μειωμένα κίνητρα. Το ελλειπτικό αυτό σενάριο παρέχει κατ' επέκταση ελλειπτική, αποσπασματική, πληροφόρηση.

Το ίδιο το θέμα καθορίζει από μόνο του τον πολιτικό χαρακτήρα της ταινίας, ενώ η αναφορά στη διατριβή Νταλιάνη προϊδεάζει τον θεατή για «επιστημονικότητα» στην επικείμενη έρευνα πάνω στο άγνωστο και ιδιαίτερο αυτό θέμα, τρέφοντας προς την κατεύθυνση αυτή τις προσδοκίες του... Αντίθετα, από το αναμενόμενο, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν στρογγυλεμένα αμβλυμμένο φιλμικό λόγο που για 160 ολόκληρα λεπτά της ώρας θέτει επίμονα το ερώτημα «Ποιος θα μας δώσει πίσω τα παιδικά μας χρόνια;», που το φιλμ βάζει στο στόμα των παιδιών. Δίπλα στο «φυλακισμένο» αγόρι στην παιδούπολη της Φρειδερίκης που αυτοκτόνησε, γιατί βιάστηκε από ένα φασιστικό κτήνος, μπαίνει η εικόνα της κλασικής χορεύτριας στο Μπολσόι της Μόσχας που έφυγε με δική της επιλογή στις σοσιαλιστικές χώρες, η οποία εμφανίζεται να «βιάζεται» μεταφορικά και κυριολεκτικά από το σύστημα που «σπάει τον υμένα του σύμπαντος»! Με τέτοιου είδους συνειρμούς οδηγείται κανείς αβίαστα στο συμπέρασμα - ερώτημα: «Η ταξική πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση σέρνει μαζί της την απώλεια της παιδικότητας και μαζί μ' αυτήν της ατομικότητας και κατ' επέκταση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας»; Αρα λοιπόν, μήπως είναι μάταιη η λαϊκή εξέγερση και στην κορύφωσή της, ο ένοπλος αγώνας, μήπως είναι επιζήμια; ...

Ο συνειρμός αυτός ενισχύεται απ' το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης μειώνει στο απαραιτήτως ελάχιστο την αντικειμενική ιστορική πληροφόρηση για την εποχή και τα γεγονότα, μειώνει τον πολιτικό λόγο και αυξάνει ταυτόχρονα τη συγκίνηση με κάλπικο λυρισμό για το «μεμονωμένα προσωπικό» και το «ψυχολογικό». Αυτό πραγματώνεται τόσο μέσα από τη σχέση οργάνωσης / διαχείρισης του συνολικού υλικού, όσο κυρίως μέσα από μια αφηγηματική στρατηγική τύπου «λίθοι, και πλίνθοι, και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα». Ετσι το επιδερμικό της προσέγγισης, οι αναπόφευκτοι πλατειασμοί, η επιτήδευση, ο υπαινικτικός «λόγος» με τόνους ποιητικούς που επειδή τις περισσότερες φορές δε «μιλιέται», καταντά στόμφος και άδειο τελετουργικό. Γιατί πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι όλες οι κινηματογραφικές τεχνικές, επινοήματα και τεχνάσματα, κάθε εικόνα και ήχος, εντάσσονται στην αφηγηματική λειτουργία...

Ετσι μέσα στον κουρνιαχτό που σηκώνει η ηθελημένη αφηγηματική ακαταστασία μπορούμε να διακρίνουμε ένα αναγνωρίσιμο αρχειακό πλάνο από τη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβρη του '44 και με αστραπιαίο μοντάζ, πλάνα από τον κλεφτοπόλεμο του Δεκέμβρη 2008. Αλήθεια, τι άστοχος παραλληλισμός; Η απαράμιλλη σε ηρωισμό και αυτοθυσία αντιπαράθεση ενός σύσσωμου λαού με την αστική τάξη το Δεκέμβρη του 1944, συσχετίζεται με τα τυφλά χτυπήματα και τις προβοκάτσιες των κουκουλοφόρων το Δεκέμβρη του 2008 που κάποιοι βάφτισαν «εξέγερση»!

Το σημαντικό στην ταινία δεν βρίσκεται τελικά σε αυτό που λέγεται, αλλά σε αυτό που δεν λέγεται ... σε αυτό που ακούστηκε μία και μοναδική φορά και θα έπρεπε να συνιστά τη βάση της ταινίας ότι «η ισχυρή ιδεολογική θωράκιση των γονιών τους βοηθούσε αυτά τα παιδιά να νιώθουν ότι ανήκουν σε ένα μαχόμενο σύνολο που διεκδικεί»...

Η Χρυσή Αρκτος του 65ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου

Το 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου ολοκληρώθηκε την Κυριακή που μας πέρασε, απονέμοντας το σπουδαιότερο βραβείο του, τη Χρυσή Αρκτο, στην ταινία «Taxi» του Ιρανού κινηματογραφιστή Γιαφάρ Παναχί (Jafar Panahi). Πρόκειται για την τρίτη ταινία του Παναχί - στον οποίο έχει απαγορευτεί η άσκηση του επαγγέλματός του, καθώς και η έξοδος από τη χώρα - μετά από το «This is Not a Film Closed» και το «Curtain». Τη φορά αυτή ο σκηνοθέτης υποδύεται έναν οδηγό ταξί που κινηματογραφεί τις συνομιλίες του με επιβάτες, καθώς και με μέλη της οικογένειάς του. Η ταινία, χωρισμένη σε άτυπα κεφάλαια, εξερευνά το ρόλο του βίντεο και της καταγραφής της εικόνας στην ιρανική κοινωνία, και, με τα ελάχιστα μέσα που διαθέτει, σκιαγραφεί ένα αριστοτεχνικό πορτρέτο ενός πολύπλοκου κόσμου. Το βραβείο παρέλαβε η ανιψιά του σκηνοθέτη, που παίζει και στην ταινία.

“Ριζοσπάστης” Πέμπτη 12 Μάρτη 2015