Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Πολλαπλές οι επιδιώξεις των ευρωενωσιακών μονοπωλίων

 

getImage

 

Υπό το μανδύα της «πράσινης οικονομίας» και της «περιβαλλοντικής ευαισθησίας», η ΕΕ έχει ήδη ανοίξει ένα νέο πεδίο κερδοφορίας για τους μονοπωλιακούς ομίλους, επιδιώκοντας την ικανοποίηση πολλαπλών στόχων, μεταξύ των οποίων είναι η δημιουργία «ευκαιριών» για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων αλλά και η όσο το δυνατόν μείωση της ενεργειακής της εξάρτησης από τις εισαγωγές.

Με αυτό το σκεπτικό, η αύξηση της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο συνολικό ενεργειακό μείγμα στην ΕΕ είναι ένας από τους βασικούς στόχους της ενότητας «Κλιματική Αλλαγή και Ενέργεια», στο πλαίσιο της «Στρατηγικής Ευρώπη 2020». Σύμφωνα με αυτήν, μέχρι το 2020 οι ΑΠΕ θα πρέπει να συμμετέχουν με ένα ποσοστό της τάξης του 20% (27% έως το 2030) στο σύνολο της ενεργειακής κατανάλωσης της ΕΕ, με το κάθε κράτος - μέλος της να έχει θέσει το δικό του «εθνικό στόχο».

Η ΕΕ επιθυμεί διακαώς να μειώσει την εισαγωγή ενέργειας για λόγους όχι μόνο οικονομικούς αλλά για λόγους μείωσης της ενεργειακής εξάρτησής της, καθώς, όπως επισημαίνεται σε σειρά επίσημων κειμένων των Βρυξελλών, σήμερα «εισάγει περισσότερο από το 50% της ενέργειας που καταναλώνει και αυτό την κάνει ευάλωτη στους προμηθευτές της, όπως είναι η Ρωσία». Ειδικότερα, η ΕΕ εισάγει το 53% της ενέργειας που καταναλώνει. Το 90% αυτών των εισαγωγών είναι αργό πετρέλαιο, το 66% φυσικό αέριο και το 42% στερεά καύσιμα. Το 2013 η δαπάνη για την εισαγωγή ενέργειας ήταν περίπου 400 δισεκατομμύρια ευρώ (περισσότερο από το 20% των συνολικών εισαγωγών). Ακόμη χειρότερα, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ένα μόνο προμηθευτή, τη Ρωσία, που την προμηθεύει με το ένα τρίτο του εισαγόμενου πετρελαίου, το 39% του φυσικού αερίου και το 26% των στερεών καυσίμων. Εξι κράτη - μέλη (Βουλγαρία, Εσθονία, Φινλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Σλοβακία) εξαρτώνται από έναν και μοναδικό εξωτερικό προμηθευτή για όλες τις εισαγωγές αερίου.

Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα

 

Με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η Γερμανία εισάγει συνολικά 61,1% της συνολικής ενέργειας διαφόρων μορφών που καταναλώνει, ποσοστό που για το αργό πετρέλαιο φτάνει στο 96%, το φυσικό αέριο στο 85,7% και τα στερεά καύσιμα το 40%.

Αντίστοιχα, η Γαλλία το 48,1% των συνολικών εισαγωγών ενέργειας, το 97,9% των εισαγωγών αργού πετρελαίου, το 96,6% των εισαγωγών φυσικού αερίου και το 95,1% των στερεών καυσίμων.

Η Ιταλία καλύπτει με εισαγωγές το 80,8% της συνολικής της ενεργειακής κατανάλωσης, ποσοστό που για το αργό πετρέλαιο αντιστοιχεί στο 90,1%, το φυσικό αέριο στο 90,2% και τα στερεά καύσιμα στο 96,7%.

Τέλος, η Ελλάδα εισάγει το σύνολο σχεδόν του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που καταναλώνει, ωστόσο διαθέτει αυτάρκεια σχεδόν κατά 98% των ενεργειακών της αναγκών σε στερεά καύσιμα, καθώς διαθέτει μεγάλη εσωτερική παραγωγή λιγνίτη, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Στις 10 Οκτωβρίου του 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε μελέτη σύμφωνα με την οποία η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι οικονομικότερη από τη χρήση παραδοσιακών ενεργειακών πηγών, όπως ο γαιάνθρακας, το φυσικό αέριο ή η πυρηνική ενέργεια. Σύμφωνα με τη μελέτη, το συνολικό κόστος για την παραγωγή ενός μεγαβάτ από ανεμογεννήτριες στο έδαφος είναι 105 ευρώ, ενώ από ηλιακή ενέργεια, θαλάσσιες ανεμογεννήτριες και πυρηνική είναι 125 ευρώ, από φυσικό αέριο 164 ευρώ και από γαιάνθρακα 223 ευρώ. Για τον υπολογισμό του συνολικού κόστους, λαμβάνονται υπόψη το κόστος παραγωγής, η τιμολόγηση, οι επιδοτήσεις αλλά και το κόστος αντιμετώπισης των επιπτώσεων στο περιβάλλον, στη δημόσια υγεία και στην κλιματική αλλαγή.

Σχεδόν διπλασιασμός των ΑΠΕ

Την περασμένη βδομάδα, η Eurostat έδωσε στη δημοσιότητα τα ποσοστά συμμετοχής των ΑΠΕ στο συνολικό ενεργειακό μείγμα κατανάλωσης στην ΕΕ, σύμφωνα με τα οποία σε σχέση με το 2004, την πρώτη χρονιά από την οποία διατηρούνται στοιχεία, η συμμετοχή των ΑΠΕ έχει σχεδόν διπλασιαστεί, καθώς από το 8,3% έφτασε στο 15% το 2013, με στόχο για το 2020 το 20%. Τα υψηλότερα ποσοστά παρουσιάζονται στη Σουηδία (52,1%), τη Λιθουανία (37,1%), τη Φινλανδία (36,8%) και την Αυστρία (32,6%) και τα χαμηλότερα στο Λουξεμβούργο (3,6%), τη Μάλτα (3,8%), την Ολλανδία (4,5%) και το Ην. Βασίλειο (5,1%). Το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα είναι 15%, όσο ακριβώς και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, από 6,9% που ήταν το 2004. Βεβαίως, οι ΑΠΕ έχουν και ένα μειονέκτημα, η απόδοσή τους είναι μικρότερη από τις άλλες μορφές γι' αυτό και δεν μπορούν να σταθούν, δεν παρέχουν απόλυτη εγγύηση, ως αποκλειστικός τομέας παραγωγής ενέργειας. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι για να κερδοφορούν οι επιχειρηματικοί όμιλοι του τομέα, αυξάνονται συνεχώς τα τέλη για τις ΑΠΕ στους λογαριασμούς ρεύματος. Βεβαίως, η προπαγάνδα για την παραπέρα ανάπτυξη της εφαρμογής τους έχει σχέση και με τον ανταγωνισμό που ενισχύεται ανάμεσα στα μονοπώλια παραγωγής ενέργειας διαφορετικών μορφών.

Σε ό,τι αφορά το στόχο για χρήση του 10% της συνολικής παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στις μεταφορές, ακόμη δεν έχει επιτευχθεί για τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών - μελών, με εξαίρεση τη Σουηδία, όπου ήδη βρίσκεται στο 16%. Πολύ κοντά βρίσκεται η Φινλανδία (9,9%) και η Αυστρία (7,5%), με την Ελλάδα να βρίσκεται στο 1,1%. Οταν μιλάμε για ΑΠΕ στις μεταφορές, αναφερόμαστε στη χρήση βιοκαυσίμων, προϊόν που μια σειρά ειδικών ερευνητών ανά τον κόσμο κάθε άλλο παρά φιλικό προς το περιβάλλον θεωρεί, καθώς, ανάμεσα σε άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά που τους προσάπτουν, τα βιοκαύσιμα ενοχοποιούνται και για την απόσπαση τεράστιων εκτάσεων γης υψηλής παραγωγικότητας από την καλλιέργεια τροφίμων και απόδοσή τους στα ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων...

Δυνατότητες για επενδύσεις σύμφωνα με προβλέψεις...

Υπολογίζεται ότι η λεγόμενη «πράσινη αγορά» στην ΕΕ απασχολεί 3,4 εκατομμύρια άτομα, αποτελεί το 2,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, με ετήσιο κύκλο εργασιών που ξεπερνά τα 300 δισ. ευρώ το χρόνο. Ειδικότερα, οι ΑΠΕ αποτελούν ένα σημαντικό τομέα της εν λόγω αγοράς, καθώς, σύμφωνα με στοιχεία του «Bloomberg new energy finance», τα ποσά που επενδύονται παρουσιάζουν συνεχή αύξηση κάθε χρόνο, καθώς από τα 19,7 δισ. ευρώ, που επενδύθηκαν πανευρωπαϊκά το 2004, φτάσαμε στα 114, 8 δισ. ευρώ το 2011. Η καπιταλιστική κρίση μείωσε φυσικά τις επενδύσεις και σε αυτόν τον τομέα τα αμέσως επόμενα δύο χρόνια, καθώς το 2012 τα επενδυτικά κεφάλαια μειώθηκαν στα 86,4 δισ. και το 2013 στα 48,4 δισ. ευρώ.

Πάντως, οι σχετικές προβλέψεις αναφέρουν ότι τα επενδυτικά κεφάλαια που θα πέσουν στον τομέα τα επόμενα χρόνια θα σημειώσουν ραγδαία αύξηση, καθώς μετά την ήδη δυναμική παρουσία της Κίνας και η Ινδία προτίθεται να μπει δυναμικά στο σχετικό ανταγωνισμό. Στοιχεία από πρόσφατη έκθεση της «Ernst & Young» υπολογίζουν σε 310 δισ. δολάρια το σύνολο των νέων επενδύσεων στις ΑΠΕ παγκοσμίως, κατά 16% αυξημένα σε σχέση με το 2013 και σχεδόν όσα επενδύθηκαν το 2011 (318 δισ.).

“Ριζοσπάστης” Σάββατο 14 Μάρτη 2015