Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

«Το ψέμα δεν μπορεί ν' ανέβει τα τρακόσια σκαλοπάτια της Ακροναυπλίας»


Ο Γληνός ανάμεσα σε δασκάλους και μαθητές, κρατούμενοι όλοι.
Ο Γληνός ανάμεσα σε δασκάλους και μαθητές, κρατούμενοι όλοι.
Σαν ιδιαίτερο γεγονός για τη ζωή του στρατοπέδου της Ακροναυπλίας καταγράφεται η μεταφορά σε αυτό, από την Ανάφη, του Δημήτρη Γληνού. Η άφιξη ενός μαχόμενου διανοητή και παιδαγωγού, σε συνδυασμό με την ήδη αποκτηθείσα πείρα και το υψηλότερο ποσοτικά και ποιοτικά υπόβαθρο των κρατουμένων, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να διευρυνθούν και να εμπλουτιστούν τα μαθήματα και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μεθοδολογία. Η Ακροναυπλία θα αποτελέσει σημείο αναφοράς και πρότυπο από δω και στο εξής και για την οργάνωση της φυσικής και πνευματικής ζωής των κρατουμένων και για την καθαρότητα, επικαιρότητα και εγκυρότητα των επιστημονικών, κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών αναλύσεων.
Στην ειδική έκδοση του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης», «Αφιέρωμα στον Δ. Γληνό», διαβάζουμε:
«Από τις πρώτες μέρες, ο δάσκαλος βγήκε μέλος του γραφείου της Ομάδας Συμβίωσης και ανέλαβε το μορφωτικό - εκπολιτιστικό τομέα. Αρχισε ενέργειες και παραστάσεις στο διοικητή του στρατοπέδου, ταγματάρχη Βρεττέα, ζητώντας να μας αποδοθούν τα βιβλία μας, που είχαν κρατήσει, τετράδια, σκάκια κ.λπ., να παραχωρηθεί ένα μικρό προαύλιο, δίπλα στο μεγάλο, για να χρησιμοποιείται για μελέτη και να δοθεί άδεια για μορφωτικά μαθήματα και διαλέξεις. Πραγματικά, μας απόδωσαν τα βιβλία, μας παραχώρησαν το προαύλιο - που από τότε ονομάστηκε "προαύλιο Γληνού" - και δόθηκε άδεια για μαθήματα και διαλέξεις - αδιάφορο αν αργότερα ο Μανιαδάκης ξαναπήρε τα βιβλία, απαγόρεψε τις διαλέξεις και έκλεισε το προαύλιο μελέτης. Μόλις δόθηκε η άδεια, ο Γληνός οργάνωσε κανονικές τάξεις από το Δημοτικό ως το Γυμνάσιο, όπου δίδασκαν κρατούμενοι εκπαιδευτικοί της δημοτικής και μέσης παιδείας και φοιτητές. Τις πρώτες διαλέξεις τις έκανε ο ίδιος ο Γληνός: "Πώς πρέπει να μιλάμε, πώς πρέπει να γράφουμε, πώς πρέπει να διαβάζουμε". Αυτές τις διαλέξεις τις παρακολούθησε και ο ίδιος ο Βρεττέας με τη γυναίκα του και έδωσαν τα συγχαρητήριά τους στον Γληνό. Στο τέλος κάθε διάλεξης, υποβάλανε διάφορες ερωτήσεις».
Ο ίδιος ο Γληνός θα γράψει:
«Θέλω να ζήσω μόνο μέσα στην αλήθεια ή να ζήσω και να πεθάνω δεσμώτης. Γιατί η εδώ ζωή μου είναι αληθινή. Δεν έχει κανένα ψέμα. Το ψέμα δεν μπορεί ν' ανέβει τα τρακόσια σκαλοπάτια της Ακροναυπλίας. Ζω μέσα στη σκληρή αλήθεια, που είναι πιο αγαπητή από το γλυκύτερο ψέμα. Η ζωή μέσα στην αλήθεια είναι η μόνη ευδαιμονία. Ευλογημένα αυτά τα 300 σκαλοπάτια, που δεν αφήνουνε να φτάσει ως εδώ παρά μόνο την αλήθεια και αν κάποτε συρθεί ως εδώ το ψέμα, δε θα βαστάξει. Θα τσακίσει τη ραχοκοκκαλιά του. Στις επάλξεις της φυλακής στέκεται σκληρή και στυγνή θεά η αλήθεια. Εδώ μέσα δεν μπορεί να ζήσει το ψέμα, φεύγει. Απ' έξω δεν μπορεί να πλησιάσει. Τσακίζεται. Προτιμώ λοιπόν να ζήσω και να πεθάνω μέσα στη φυλακή, παρά να βγω έξω και να ζήσω μέσα στο ψέμα».
(...)
«Το ιδανικό μου δεν είναι η ψυχραιμία και η απάθεια, μα η κυριαρχία πάνω στο πάθος. Η ζωή μου είναι σαν ένα καράβι που θαλασσοδέρνεται στον ωκεανό, που κρατάει τον ατμό του στη μεγαλύτερη ένταση και πάει ενάντια στον καιρό και στο κύμα - και το χέρι του κυβερνήτη αγωνίζεται να κρατήσει το τιμόνι ατρόμητα. Μέσα στην εξωτερική ακίνητη ζωή μου στους τέσσερους τοίχους της φυλακής, παίζεται ένα δράμα σκληρό και κάνοντας τα εικοσιτέσσερα βήματα στο προαύλιο της φυλακής, πάντα στην ίδια κατεύθυνση μπρος και πίσω, πλάι στον τοίχο, όπου βουίζει από τον αγέρα και ακούεται από πίσω το αγκομαχητό της αόρατης θάλασσας, ζω μιαν απέραντη ζωή στοχασμού, πόνου κι ελπίδας. Εχεις δίκιο ν' αγαπήσεις ετούτο το βράχο της Ακροναυπλίας. Οταν διαβάζεις τον Προμηθέα, θα τοποθετείς νοερά το δράμα του εδώ πάνω» (αποσπάσματα από το «Γράμμα από την Ακροναυπλία» από την έκδοση «Στη μνήμη Δημήτρη Α. Γληνού» (συλλογικό), «Νέα Βιβλία», 1946).

«Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία»
Συχνά, στα αφιερώματα για την Ακροναυπλία χρησιμοποιείται η φράση: «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία». Εχει κι αυτή την ιστορία της. Είναι ο τελευταίος στίχος ενός ποιήματος που γράφτηκε από τον Νίκο Παπαπερικλή, με αφορμή τη δολοφονία εν ψυχρώ του 22χρονου κρατούμενου Παύλου Σταυρίδη από τη Λάγενη της Φλώρινας. Ο Σταυρίδης ήταν ένας από τους αναλφάβητους κρατούμενους που έπαιρνε μέρος στα μαθήματα. Στις 30 Αυγούστου του 1937, σε μια από τις επιθέσεις που έκαναν οι χωροφυλάκοι, τον σκότωσαν. Για αποχαιρετισμό, ο Ν. Παπαπερικλής έγραψε:

«Τέλειωσε η μάχη. Στη γωνιά σου
απόμειναν λίγα βιβλία.
Δυο στίχοι, μια γραμματική
- πέρα μια αιμάτινη γραμμή
κι άστραψε φως η Ακροναυπλία».