Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Ξαναβλέπουμε μεγάλες στιγμές της Ιστορίας του κινηματογράφου


Μικρομεσαίες και προβληματικές οι πρεμιέρες... Κωμωδίες αδιάφορες έως απλά χαριτωμένες όπως η γαλλική «Θα μείνει μεταξύ μας» (2015) του Ζαν Φρανσουά Ρισέ ή η αμερικάνικη «Κατακούτελα» (2015) του Τζαντ Απατόου. Καλό, το αμερικάνικο ντοκιμαντέρ «Το Βασίλειο των μαϊμούδων» (2015) των Αλιστερ Φόδεργκιλ και Μαρκ Λίνφιλντ. Οι επαναλήψεις / επανεκδόσεις όμως αποτελούν μεγάλες στιγμές της Ιστορίας του κινηματογράφου... με την ταινία του Ρενέ να συνιστά ένα απόλυτο μέγεθος...

ΑΛΕΝ ΡΕΝΕ
Χιροσίμα αγάπη μου
Ο Αλέν Ρενέ (1922-2014) υπήρξε σημαντική φιγούρα του γαλλικού ντοκιμαντέρ και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του έγινε το εναρκτήριο σάλπισμα του γαλλικού «νέου κύματος» (κι αυτό γιατί συνέπεσε η έξοδος της ταινίας με το απόγειο του «νέου κύματος»). Ο Ρενέ, όμως, είναι τουλάχιστον κατά μια γενιά γηραιότερος των σκηνοθετών της ομάδας των «Καγιέ ντι σινεμά». Ο Ρενέ θεωρείται πρωτοποριακός καλλιτέχνης, βαθιά επηρεασμένος από τη φιλοσοφία για το χρόνο του Ανρί Μπεργκσόν. Και επειδή η κυριότερη θεματική του Ρενέ στρέφεται γύρω από το χρόνο και την ανθρώπινη μνήμη και τη σχέση μεταξύ μνήμης και πολιτικής, ο ίδιος δημιουργεί δυναμιτίζοντας τα συμβατικά όρια της αφηγηματικής μορφής. Η σχεδόν «προυστική» γοητεία που ο χρόνος και η μνήμη ασκεί στον Ρενέ, τον οδηγεί στη διαμόρφωση αξιόλογων δομικά αφηγηματικών μοντέλων, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον γίνονται αντιληπτά πάνω στο ίδιο επίπεδο χώρου και χρόνου, όπου οι έννοιες αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας δεν καθίστανται ποτέ απολύτως διακριτές.
Σπουδαίο το σενάριο, γραμμένο από την Μαργκερίτ Ντυράς, της ασπρόμαυρης ταινίας του Ρενέ - από τις σημαντικότερες ποιητικές ταινίες όλων των εποχών - αφηγείται την ερωτική ιστορία μιας Γαλλίδας ηθοποιού (Αυτή) που βρίσκεται για δουλειά στη Χιροσίμα κι ενός Ιάπωνα αρχιτέκτονα (Αυτός). Μέσα από τη σχέση των δύο εραστών, διερευνάται η σχέση χρόνου και μνήμης σε συμφραζόμενα, ανήκουστης φρικαλεότητας. Οι δύο εραστές ανασύρουν τις οδυνηρές τους μνήμες από τον πρόσφατο πόλεμο, στις διαφορετικές τους πατρίδες. Ο Ρενέ, διατηρώντας την αντίστιξη ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν, κάνει χρήση συνεχώς μετατοπιζόμενων τρόπων αφήγησης - από το αντικειμενικό στο υποκειμενικό - ενώ σε μερικές έκτακτες ενότητες-σεκάνς συνδυάζει δραματικά πλάνα του ζευγαριού που κάνει έρωτα με ντοκουμενταρίστικες λήψεις από τα επακόλουθα της ρίψης της ατομικής βόμβας. Η ταινία «Χιροσίμα αγάπη μου» (1959) μπορεί να ιδωθεί σαν σειρά λογοτεχνικών συνομιλιών, μέσα σε μια χρονική περίοδο 36 ωρών, με πλαίσιο την ερωτική σχέση δύο εφήμερων εραστών. Η ταινία γυρίστηκε 14 χρόνια μετά το ολοκαύτωμα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι. Σήμερα, ξαναβλέποντας κανείς αυτό το μεταμοντέρνο φιλμ, ανακαλύπτει καινούργια και βαθιά θέματα να στεγάζονται κάτω από τη ρομαντική ιστορία του ζεύγους με τις μνήμες και τη λησμοσύνη.
Ο καινοτόμος, προσωπικός τρόπος του Ρενέ στη χρήση διαφόρων τεχνικών, των φλας μπακ, των πλάνων τεκμηρίωσης και αρχείου, του «θρυμματισμένου» χρόνου και της απόλυτα μη γραμμικής αφήγησης καθιστά την ταινία μοναδική. Συμβάλλουν σ' αυτό η χρήση ενός λεπτομερώς δομημένου επαναληπτικού διαλόγου, αλλά και σκηνών που εστιάζουν στην αφήγηση της γυναίκας, ενώ ο άνδρας παρεμβάλλεται λέγοντας ότι «Αυτή» κάνει λάθος, ψεύδεται, τελεί υπό σύγχυση, αρνούμενος να αποδεχτεί τις δηλώσεις της, με τη φημισμένη φράση της ταινίας «Δεν είσαι προικισμένη με μνήμη».
Με τους: Εμανουέλ Ριβά, Εϊτζι Οκάντα κ.ά.
Παραγωγή: «Hiroshima mon amour» - Γαλλία, Ιαπωνία (1959).
ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ
Νοσταλγία
Είναι γνωστό ότι ο ποιητής του κινηματογράφου Αντρέι Ταρκόφσκι είναι γιος ποιητή. Οι εικόνες του καταλυτικές γεμάτες φαντάσματα της μνήμης, σκιές συναισθημάτων που εναλλάσσουν το ξαφνικό με την προοπτική. Στη «Νοσταλγία» που ο σκηνοθέτης άρχισε να γυρίζει στην Ιταλία το 1982 σε σενάριο Τονίνο Γκουέρα - συνεργάτη των Φελίνι, Αντονιόνι και Ρόζι - επιστρέφει η ταρκοφσκική ποίηση που μετουσιώνει σε εικόνες τις μνήμες και τα όνειρα. Εικόνες που εδώ μοιάζουν τραβηγμένες έξω από τον κόσμο τους, μοιάζουν μεγεθυμένες από τη συγκίνηση και ταυτόχρονα άπιαστες. Ισως πρόκειται για το πιο μυστηριακό και απρόσιτο φιλμ του Ταρκόφσκι που όμως έγινε μεγάλη επιτυχία στις Κάννες το 1983, μοιράστηκε μάλιστα το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας με τον Ρομπέρ Μπρεσόν και την ταινία του «Το Χρήμα» (1983). Ο τίτλος «νοσταλγία» αναφέρεται μάλλον στην επιθυμία, στην έλλειψη - σε ευρεία έννοια - του πατρικού π.χ. σπιτιού ή του γενέθλιου τόπου, των παιδικών χρόνων, αυτών που κάποιος αγάπησε κι έχασε... Στην ταινία η αίσθηση αυτής της επιθυμίας είναι τόσο βαλτωμένη σε αδιέξοδα, που κανείς μπορεί να μιλά για άρρωστη κατάσταση, για μελαγχολία...
Νοσταλγία αισθάνεται και ο Ρώσος συγγραφέας Αντρέι που φθάνει στην υποβλητική επαρχία της Σιένας στην Τοσκάνη στα ίχνη ενός Ρώσου μουσικού που σπούδαζε στην Μπολόνια στα τέλη του 1800 και πέρασε κάποιες μέρες του σ' αυτά τα μέρη. Ο Ρώσος μουσικός επέστρεψε στη Ρωσία - σπρωγμένος και στιγματισμένος από τη νοσταλγία - για να αυτοκτονήσει, δυστυχής και αλκοολικός. Κι ο συγγραφέας που αισθάνεται εκλεκτική συγγένεια με το μουσικό, νοσταλγεί τη σύζυγο που άφησε πίσω στην πατρίδα κι ας συνοδεύεται από μια Ιταλίδα μεταφράστρια μποτιτσελικού κάλλους. Περισσότερο από νοσταλγία θα μπορούσε να είναι ανία αυτό που αισθάνεται ο πρωταγωνιστής. «Ανία για τα πάντα», λέει ο ίδιος, ενώ διανύει μια περίοδο απάθειας που ούτε οι ομορφιές της αρχαίας Ετρουρίας, ούτε η αγαλματένια αλλά άχρωμη και άοσμη κόρη Εουτζένια μπορούν να γιατρέψουν. Ο Αντρέι έχει μεγαλύτερη σχέση με το σκύλο του, που τον ακολουθεί πιστά σε κάθε βήμα. Το τρίο συμπληρώνεται με τον Ντομένικο, έναν τρελό που είχε κλείσει την οικογένειά του για 7 χρόνια στο σπίτι περιμένοντας το τέλος του κόσμου και τώρα εκστομίζει μηνύματα για τη λύτρωση της ανθρωπότητας. Θεμελιώδη ερωτήματα που θέλουν να προσδώσουν στην ταινία ένα φιλοσοφικό αποτύπωμα, που αναδύονται εδώ κι εκεί επί 2 μακρές ώρες, παραμένουν αναπάντητα κι η ταινία γίνεται συνεχώς όλο και πιο «παρατηρητική» (η βροχή που πέφτει πάνω στα αντικείμενα).
Η «Νοσταλγία» είναι έντονη και ο Ταρκόφσκι ξέρει να αναμειγνύει με σοφή μαεστρία, ποίηση, λογοτεχνία, υπαρξισμό και φωτογραφία. Υποβλητικότατα τα φλας μπακ από τον γενέθλιο τόπο σε χρώμα σέπια. Η επίμονη αισθητική έρευνα όμως, η πρόζα και οι σιωπές που ξεμυτούν μερικές φορές υπερβολικές και τραβηγμένες από τα μαλλιά, κάνουν την ταινία, σε σημεία, βαριά.
Ο Ταρκόφσκι - με τον αυτάρεσκο ναρκισσισμό του μαέστρου - είναι σίγουρα προικισμένος με βαθιά παρατηρητικότητα για την ομορφιά, αλλά η συγκεκριμένη ταινία δεν μοιάζει να δίνει πολλά στους άλλους...
Με τους: Ερλαντ Γιόσεφσον, Ολεγκ Γιανκόφσκι, Ντομιτσιάνα Τζιορντάνο, κ.ά.
Παραγωγή: Ιταλία (1983).
ΜΑΘΙΟΥ ΓΟΥΟΡΚΟΥΣ
Pride
Το 1984-85, πάνω από 160.000 Βρετανοί ανθρακωρύχοι βρίσκονταν σε απεργία για 51 βδομάδες, προασπίζοντας δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Η πολύμηνη απεργία τέλειωσε άδοξα, λόγω των κυβερνητικών εκβιασμών, της εξαγοράς και της οικονομικής εξαθλίωσης των απεργών και των οικογενειών τους. Η επιστροφή των ανθρακωρύχων συνοδεύτηκε με πανωλεθρία, κύμα απολύσεων και κυβερνητικά αντίποινα κάθε είδους. Διάφορα τμήματα της βρετανικής κοινωνίας στάθηκαν αλληλέγγυα στους απεργούς. Μεταξύ των πολλών και η κοινότητα των ομοφυλοφίλων - εκείνη την εποχή στόχος των αρχών αλλά και μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Σ' αυτό το ιστορικό πλαίσιο - που στιγματίζεται κι από την εμφάνιση του θανατηφόρου τέρατος του AIDS - τοποθετεί την ταινία του ο Γουόρκους, σκηνοθέτης με προέλευση θεατρική, που με φόντο ένα οξύτατο κοινωνικό δράμα, πλέκει μια ιστορία με μορφή κωμωδίας και χάπι εντ και εστιάζει στη συνάντηση - σύγκρουση μιας ομάδας νεαρών γκέι από το Λονδίνο που συλλέγουν χρήματα για τους απεργούς με τους τραχείς και αφιλόξενους επαρχιώτες της εργατικής περιοχής. Βέβαια αναμενόμενο ότι μετά τις αρχικές δυσκολίες, λόγω προκαταλήψεων κυρίως, γκρεμίζονται όλα τα εμπόδια μεταξύ τους. Μάλιστα, όταν οι γκέι θα χρειαστούν την αλληλεγγύη των ανθρακωρύχων, αυτοί θα είναι εκεί...
Οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση της εποχής ανύπαρκτες. Βέβαια, η ταινία δε θέλει να μιλήσει για τους απεργούς, τους χρησιμοποιεί απλά σαν πλαίσιο μιας ιστορίας που εστιάζει στην εξέλιξη μιας ανθρωπολογικής πραγματικότητας. Η ταινία «Pride» (2014) παίζει στο ίδιο γήπεδο με αντίστοιχα πετυχημένους μύθους/ιστορίες με κοινωνικό πάθος και ειλικρίνεια και καρδιά αουτσάιντερ της δεκαετίας του '90, όπου η ύπαιθρος αναμετριόταν με το άστυ και οι «ελεύθεροι» στοχαστές με τους συντηρητικούς/αντιδραστικούς. Βαρετή, προβλέψιμη νοσταλγία, με οκνηρή αφήγηση. Στην ταινία συστρατεύονται όλα τα μέσα για να βγει κάτι που θα ικανοποιήσει τους πάντες. Θείτσες της επαρχίας ροκάρουν θαρραλέα στο γκέι μπαρ, ξεφυλλίζουν αχόρταγα πορνό γκέι περιοδικά κι ανεμίζουν ένα ροζ δονητή. Ουαλοί ανθρακωρύχοι ξαφνικά λικνίζονται στους ρυθμούς της τζαζ, ενώ άλλοι τους κοιτούν σοκαρισμένοι. Ενώ από την άλλη: Μα τι χαριτωμένοι που είναι αυτοί οι γκέι! Τι χαρούμενοι και τι πολύχρωμοι και τι ωραία που χορεύουν! Αλλά και τι κουράγιο ν' αφήνουν το Λονδίνο και τη Gay Pride (παρέλαση) και να τρέχουν να δείξουν την αλληλεγγύη τους στους απεργούς. Μονοδιάστατοι χαρακτήρες και συνεχής ηθικολογία. Ισως το ουσιαστικό πρόβλημα του φιλμ να εντοπίζεται στην έλλειψη ενός δυνατού, κεντρικού χαρακτήρα, που θα στήριζε όλο το οικοδόμημα...
Με τους: Μπιλ Νάι, Αντριου Σκοτ, Ντομινίκ Γουέστ, Ιμέλντα Στάντον, Πάντι Κονσιντάιν κ.ά.
Παραγωγή: Μ. Βρετανία (2014).

ΚΡΙΤΙΚΗ: Τζία ΓΙΟΒΑΝΝΗ