Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Αφιέρωμα στην Παρισινή Κομμούνα

 

Αφιέρωμα στην Κομμούνα του Παρισιού

 

 

Η ανακήρυξη της Κομμούνας
στις 28 Μάρτη 1871

 

«Το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα»

Καρλ Μαρξ

Η εξέγερση των κομμουνάρων είναι η πρώτη στην ιστορία προλεταριακή επανάσταση και η Κομμούνα η πρώτη εργατική εξουσία. Η «ζωή» της μπορεί να κράτησε μόνο 72 μέρες. Εγκαθιδρύθηκε στις 18 Μάρτη και ανατράπηκε στις 28 Μάη του 1871. Αλλά το ιστορικό της έργο είναι τεράστιο. Ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει σήμερα ένα ιστορικό αφιέρωμα για τα 130 χρόνια της Κομμούνας, που περιλαμβάνει έργα με εκτιμήσεις των κλασικών του Μαρξισμού - Λενινισμού για το έργο της Κομμούνας, τη σχέση της με την Ελλάδα, τη σχέση της επανάστασης του Παρισιού με την τέχνη και τα διδάγματά της για τις σύγχρονες συνθήκες.

Διακύρηξη της Διενθούς στην Εθνική Ενωση Εργασίας των ΗΠΑ, που έγραψε ο Μάρξ στις 12 Μάη του 1869.

Τι είναι η Διεθνής

Συνέντευξη του Κ. Μαρξ στον ανταποκριτή της εφημερίδας «THE WORLD» για τη Διεθνή, που δόθηκε στο Λονδίνο, την 3η Ιουλίου 1871

Ερώτηση: Ο κόσμος, όπως φαίνεται, έχει άσχημη εικόνα για το τι είναι η Διεθνής. Τρέφουν προς αυτήν ένα ισχυρό μίσος, αλλά τους είναι δύσκολο να καταφέρουν να εξηγήσουν τι ακριβώς μισούν. Ορισμένοι άνθρωποι, που θεωρούν ότι κατάφεραν να εισχωρήσουν βαθύτερα στο μυστικό της Διεθνούς, ισχυρίζονται ότι πρόκειται για ένα είδος Ιανού, μ' ένα ειλικρινές και καλοσυνάτο χαμόγελο του εργάτη στο ένα πρόσωπο και με το προσωπείο του κακούργου - συνωμότη στο άλλο. Ζήτησα από τον Μαρξ να ρίξει φως στο μυστικό...

Κ. Μαρξ: Εδώ δεν υπάρχει κάποιο μυστικό, καλέ μου κύριε, παρά μόνο το μυστικό της βλακείας των ανθρώπων, οι οποίοι πεισματικά παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η Ενωσή μας δρα ανοιχτά και οι σχετικοί απολογισμοί για τη δράση του τυπώνονται για όλους, όσους θέλουν να τις διαβάσουν. Μπορείτε να αγοράστε το Καταστατικό μας με λίγες πένες. Με μια λίρα μπορείτε να έχετε μπροσούρες, από τις οποίες θα μάθετε σχεδόν τα πάντα για μας, ό,τι κι εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε.

Ερώτηση: «Το σχεδόν» αυτό είναι πολύ πιθανό, αλλά μήπως το πιο σημαντικό που δε θα μάθω, βρίσκεται σ' αυτό; Θα είμαι εντελώς ειλικρινής μαζί σας και θα θέσω το ζήτημα έτσι, όπως φαίνεται σ' έναν άσχετο παρατηρητή: δε μαρτυρά αυτή η γενική κακόβουλη στάση προς την οργάνωσή σας κάτι περισσότερο απ' ό,τι το μίσος της αστοιχείωτης μάζας; Και θα μου επιτρέψετε να σας ρωτήσω μια ακόμη φορά, άσχετα από αυτά που ήδη είπατε: τι είναι η Διεθνής;

Αντιπρόσωποι στο 5ο Συνέδριο της Διεθνούς που έγινε στη Βασιλεία απο τις 6 ως τις 11 Σεπτέμβρη 1869

Κ. Μαρξ: Είναι αρκετό να ρίξετε μια ματιά στους ανθρώπους, από τους οποίους αποτελείται, στους εργάτες.

Ερώτηση: Ναι, αλλά ο στρατιώτης δεν είναι πάντοτε αντιπροσωπευτικός για την κυβέρνηση, η οποία τον διοικεί. Εγώ γνωρίζω ορισμένα από τα μέλη σας και μπορώ να πω πως δεν είναι από κείνη την πάστα από την οποία βγαίνουν οι συνωμότες. Πολύ περισσότερο που το μυστικό, το οποίο είναι γνωστό σε ένα εκατομμύριο ανθρώπους, δεν είναι μυστικό. Τι γίνεται όμως αν αυτοί οι άνθρωποι είναι απλώς εργαλεία στα χέρια κάποιας τολμηρής, και θα μου επιτρέψετε να προσθέσω, όχι τόσο ξεκάθαρης στα μέσα, παρέας;

Κ. Μαρξ: Τίποτα δεν αποδεικνύει ότι είναι έτσι.

Ερώτηση: Κι η τελευταία εξέγερση στο Παρίσι;

Κ. Μαρξ: Καταρχήν θα σας παρακαλέσω να μου αποδείξετε ότι εδώ υπήρχε κάποια συνωμοσία πως ό,τι συνέβηκε δεν ήταν ένα νομοτελειακό αποτέλεσμα των καταστάσεων που διαμορφώθηκαν. Κι αν ξεκινήσουμε από την ύπαρξη συνωμοσίας, τι είναι αυτό που αποδεικνύει ότι σ' αυτήν πήρε μέρος η Διεθνής Ενωση;

Ερώτηση: Μα η ύπαρξη πλήθους μελών της Ενωσης στα όργανα της Κομμούνας.

Κ. Μαρξ: Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν επίσης συνωμοσία των φραγκομασόνων, αφού η ατομική συμμετοχή τους στη δραστηριότητα της Κομμούνας δεν ήταν καθόλου μικρή. Εγώ μάλιστα δε θα εκπλησσόμουν καθόλου αν ο πάπας ανακοίνωνε πως η όλη εξέγερση ήταν στα χέρια των φραγκομασόνων. Προσπαθήστε να βρείτε άλλη ερμηνεία. Η εξέγερση στο Παρίσι πραγματοποιήθηκε από τους εργάτες του Παρισιού. Οι πιο ικανοί εργάτες αναπόφευκτα θα έπρεπε να γίνουν ηγέτες και οργανωτές, αλλά οι πιο ικανοί εργάτες είναι την ίδια στιγμή μέλη της Διεθνούς Ενωσης. Ομως η Ενωση, ως τέτοια, δεν μπορεί να είναι υπεύθυνη για τη δράση τους.

Η κάρτα αντιπροσώπου του Βίλχελμ Λίμπνεχτ στο 5ο Συνέδριο της Διεθνούς

Ερώτηση: Ο κόσμος όμως τα βλέπει διαφορετικά. Ανθρωποι κάνουν λόγο για μυστικές οδηγίες από το Λονδίνο και ακόμη και για χρηματική υποστήριξη. Μπορούμε να υποστηρίξουμε πως ο ανοιχτός χαρακτήρας της δραστηριότητας της Ενωσης, την οποία εσείς επικαλείστε, αποκλείει τη δυνατότητα κάθε μυστικής επικοινωνίας;

Κ. Μαρξ: Εμφανίστηκε μήπως ποτέ κάποια οργάνωση η οποία έκανε τη δουλιά της χωρίς τη χρησιμοποίηση μυστικών όσο και φανερών μέσων επικοινωνίας; Αλλά το να λένε για μυστικές οδηγίες από το Λονδίνο, σαν διατάγματα σε ζητήματα πίστης και ηθικής, που στέλνει κάποιο κέντρο παπικής εξουσίας και ίντριγκας, σημαίνει να μην καταλαβαίνεις πλήρως την ουσία της Διεθνούς. Για κάτι τέτοιο θα απαιτούνταν μια κεντρική εξουσία στη Διεθνή, ενώ στην πραγματικότητα η μορφή της οργάνωσης δίνει ακριβώς την πιο μεγάλη ελευθερία στην τοπική αυτοτελή δράση και ανεξαρτησία. Στην ουσία η Διεθνής δεν είναι μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, αλλά αποτελεί περισσότερο ένωση, παρά διοικητική δύναμη.

Ερώτηση: Ενωση με ποιον σκοπό;

Κ. Μαρξ: Με στόχο την οικονομική απελευθέρωση της εργατικής τάξης μέσω της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας, με στόχο τη χρησιμοποίηση αυτής της πολιτικής εξουσίας για την υλοποίηση των κοινωνικών στόχων. Οι στόχοι μας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο πλατιοί, ώστε να εντάσσονται σ' αυτούς όλες οι μορφές δράσης της εργατικής τάξης. Το να δώσουμε ειδικό χαρακτήρα θα σήμαινε να τις προσαρμόσουμε στις ανάγκες μόνο κάποιας ομάδας εργατών, στις ανάγκες των εργατών κάποιου έθνους. Και τότε πώς θα καλέσουνε όλους τους ανθρώπους σε ενότητα για τα συμφέροντα κάποιων; Αν η Ενωσή μας έμπαινε σ' αυτόν το δρόμο, θα έχανε το δικαίωμα να ονομάζεται Διεθνής. Η Ενωση δεν προδιαγράφει μια συγκεκριμένη μορφή πολιτικών κινήσεων, αλλά μόνο απαιτεί αυτές οι κινήσεις να κατευθύνονται στον ίδιο στόχο. Αποτελεί (μτφρ. η Ενωση) ένα δίκτυο ενοποιημένων κοινοτήτων, διάσπαρτων σε όλο τον κόσμο της εργασίας. Σε κάθε τμήμα του κόσμου το καθήκον μας καταλαβαίνεται από κάποια ιδιαίτερη πλευρά, κι οι εργάτες εκεί προσεγγίζουν την υλοποίησή του με τον δικό τους δρόμο. Οι οργανώσεις των εργατών δεν μπορούν να είναι εντελώς ίδιες σε όλες τους τις λεπτομέρειες, στο Νιούκαστλ και στη Βαρκελώνη, στο Λονδίνο και στο Βερολίνο. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, μπροστά στην εργατική τάξη είναι ανοιχτός ο δρόμος να δείξει την πολιτική της δύναμη. Η εξέγερση θα ήταν παραφροσύνη εκεί όπου η ειρηνική διαφώτιση θα οδηγούσε στους στόχους με πιο γρήγορο και σωστό τρόπο. Στη Γαλλία οι πολυπληθείς κατασταλτικοί νόμοι και ο θανατηφόρος ανταγωνισμός ανάμεσα στις τάξεις κάνουν, όπως φαίνεται, αναπόφευκτη τη βίαιη επίλυση του κοινωνικού πολέμου. Αλλά την επιλογή, με ποιον τρόπο θα πρέπει να γίνει η επίλυση, θα πρέπει να την κάνει η εργατική τάξη της συγκεκριμένης χώρας. Η Διεθνής δεν αναλαμβάνει να υπαγορεύσει κάτι σχετικό με αυτό το ζήτημα κι ακόμη είναι αμφίβολο αν θα δώσει συμβουλές. Αλλά σε κάθε κίνημα εκφράζει τη συμπάθεια και παρέχει τη βοήθειά της στα πλαίσια των δικών της κανόνων.

Ο Φρίντριχ Αντολφ Ζόργκε, (1828-1906), εξόριστος στις ΗΠΑ μετά τη γερμανική επανάσταση του 1848, δραστήριο στέλεχος της Διεθνούς, ήταν ένας απο τους ιδρυτές της βορειοαμερικάνικης κεντρικής επιτροπής της ένωσης το 1870

Ερώτηση: Και ποιος είναι ο χαρακτήρας αυτής της βοήθειας;

Κ. Μαρξ: Θα σας εξηγήσω με ένα παράδειγμα. Μια από τις πιο συνηθισμένες μορφές του κινήματος για την απελευθέρωση είναι η απεργία. Στο παρελθόν, όταν ξεκινούσε μια απεργία σε μια χώρα, «έσπαζε» εξαιτίας της εισαγωγής εργατών από άλλες χώρες. Η Διεθνής έβαλε τέλος σ' αυτήν την κατάσταση. Εχει πληροφορίες για την επικείμενη απεργία και διαδίδει αυτές τις πληροφορίες στα μέλη της, τα οποία αμέσως γνωρίζουν το μέρος, όπου διεξάγεται ο αγώνας, και το οποίο θα πρέπει να είναι γι' αυτούς απαγορευμένη ζώνη. Ετσι λοιπόν τα αφεντικά θα πρέπει να τα βρουν μόνο με τους δικούς τους εργάτες. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι απεργοί δε χρειάζονται κάποια άλλη βοήθεια. Τα απαραίτητα χρηματικά μέσα συγκεντρώνονται με το ταχυδρομείο ανάμεσα στα μέλη των οργανώσεων, με τις οποίες αυτά συνδέονται πιο άμεσα, αλλά αν η κατάστασή τους αποδειχτεί ιδιαίτερα δύσκολη κι αν η απεργία έχει τη σύμφωνη γνώμη της Ενωσης, τότε στους απεργούς δίνονται χρήματα από το κοινό ταμείο. Ετσι λοιπόν για παράδειγμα κερδήθηκε πρόσφατα η απεργία στην καπνοβιομηχανία της Βαρκελώνης.

Συνοψίζοντας, για την ουσία της υπόθεσης. Η εργατική τάξη παραμένει φτωχή, ενώ ο πλούτος αυξάνεται. Φτωχή, ενώ η χλιδή αυξάνεται. Οι υλικές στερήσεις σακατεύουν τους εργάτες, τόσο από ηθική, όσο κι από σωματική πλευρά. Γι' αυτό μπροστά στους εργάτες εμφανίστηκε η επιτακτική ανάγκη να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Οι εργάτες πρέπει να αλλάξουν τις υπάρχουσες σχέσεις, ανάμεσα σ' αυτούς από τη μια και στους καπιταλιστές και ιδιοκτήτες γης από την άλλη. Κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουν την κοινωνία. Αυτός είναι ο κοινός στόχος οποιασδήποτε από τις γνωστές εργατικές οργανώσεις. Η λίγκα της γης και εργασίας, οι επαγγελματικές ενώσεις και οι κοινότητες αλληλοβοήθειας, το συνεταιριστικό εμπόριο και η συνεταιριστική παραγωγή είναι απλώς τα μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου. Η αποκατάσταση της πλήρους αλληλεγγύης ανάμεσα σ' αυτές τις οργανώσεις είναι υπόθεση της Διεθνούς Ενωσης. Η επιρροή της αρχίζει να γίνεται αισθητή παντού. Δύο εφημερίδες προπαγανδίζουν τις απόψεις της στην Ισπανία, τρεις στη Γερμανία, τόσες στην Αυστρία και την Ολλανδία, έξι στο Βέλγιο, έξι στην Ελβετία. Και τώρα, αφού σας έχω εξηγήσει τι είναι η Διεθνής, θα μπορέσετε να διαμορφώσετε άποψη και για τις υποτιθέμενες συνομωσίες.

Ερώτηση: Και ο Ματζίνι είναι επίσης μέλος της οργάνωσής σας;

Κ. Μαρξ: (γελώντας) - Ω, όχι! Οι επιτυχίες μας δε θα ήταν τόσο μεγάλες, αν εμείς δεν πηγαίναμε πιο πέρα από τις ιδέες του.

Ερώτηση: Με εκπλήσσετε! Ημουν σίγουρος ότι αυτός αποτελεί εκπρόσωπο των πιο πρωτοπόρων απόψεων.

Κ. Μαρξ: Αυτός εκπροσωπεί όλο κι όλο την παλιά ιδέα της αστικής δημοκρατίας. Εμείς όμως δε θέλουμε να έχουμε τίποτα το κοινό με την αστική τάξη. Ο Ματζίνι καθυστέρησε σε σχέση με το σύγχρονο κίνημα όχι λιγότερο απ' ό,τι οι Γερμανοί καθηγητές, οι οποίοι ως τα σήμερα θεωρούνται απόστολοι της αναπτυγμένης δημοκρατίας του μέλλοντος. Αυτοί ήταν τέτοιοι κάποτε, μπορεί έως το 1848, όταν η γερμανική αστική τάξη είχε μόλις αναπτυχθεί. Αλλά τώρα αυτοί οι καθηγητές πέρασαν εξ ολοκλήρου με το μέρος της αντίδρασης και το προλεταριάτο δε θέλει άλλο να τους ξέρει.

Ερώτηση: Ορισμένοι θεωρούν ότι η οργάνωσή σας έχει στοιχεία θετικισμού.

Κ. Μαρξ: Καθόλου. Μεταξύ μας υπάρχουν θετικιστές και θετικιστές, αλλά αυτοί δεν ανήκουν στην οργάνωσή μας και με επιτυχία προωθούν την υπόθεσή τους. Ομως αυτό δεν είναι κάποια υπηρεσία της φιλοσοφίας τους, η οποία δεν έχει τίποτα κοινό με την ιδέα της λαϊκής εξουσίας, όπως εμείς την καταλαβαίνουμε. Είναι μια φιλοσοφία η οποία επιδιώκει απλώς να αλλάξει την παλιά ιεραρχία με μια νέα.

Ερώτηση: Μου φαίνεται πως, σ' αυτήν την περίπτωση, οι αρχηγοί του σύγχρονου διεθνιστικού κινήματος θα έπρεπε να επεξεργαστούν τη δική τους φιλοσοφία, όπως δημιούργησαν και τη δική τους Ενωση.

Κ. Μαρξ: Απολύτως σωστά. Είναι δύσκολο να περιμένουμε, για παράδειγμα, πως εμείς θα μπορούσαμε να έχουμε επιτυχία στον πόλεμό μας ενάντια στο κεφάλαιο, εάν δε χτίζαμε τη δική μας τακτική, στηριζόμενοι, ας πούμε, στην πολιτική οικονομία του Μιλ. Αυτός σκιαγράφησε την εικόνα ενός είδους σχέσεων ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο. Εμείς ελπίζουμε να δείξουμε ότι είναι δυνατό να διαμορφώσουμε άλλες σχέσεις.

Ερώτηση: Τι έχετε να πείτε για τις Ηνωμένες Πολιτείες;

Κ. Μαρξ: Τα βασικά κέντρα της δραστηριότητάς μας βρίσκονται τώρα στις παλιές ευρωπαϊκές χώρες. Πολλές συνθήκες επιτρέπουν ως τα σήμερα να σκεφτόμαστε ότι το εργατικό ζήτημα δεν αποκτά γενικευμένη σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά αυτές οι συνθήκες γρήγορα εξαφανίζονται και το εργατικό ζήτημα γρήγορα προωθείται εκεί σε πρώτο πλάνο μαζί με την άνοδο, όπως και στην Ευρώπη, της εργατικής τάξης, διαφορετικής από τα άλλα στρώματα της κοινωνίας και διαχωρισμένης από το κεφάλαιο.

Ερώτηση: Εγώ πιστεύω ότι στην Αγγλία η επικείμενη επίλυση, όποια κι αν θα είναι αυτή, θα μπορούσε να επιτευχθεί όχι με το δρόμο της βίαιης επανάστασης. Η αγγλική μέθοδος διαφώτισης στις συγκεντρώσεις και στον τύπο, ως ότου η μειοψηφία γίνει πλειοψηφία, επιτρέπει να ελπίζουμε σε κάτι τέτοιο.

Κ. Μαρξ: Εγώ σ' αυτό το ζήτημα δεν είμαι τόσο αισιόδοξος, όσο εσείς. Η αγγλική αστική τάξη πάντοτε εμφάνιζε την ετοιμότητά της να αποδέχεται την απόφαση της πλειοψηφίας όσο η ίδια έλεγχε μονοπωλιακά το δικαίωμα ψήφου. Αλλά, πιστέψτε με, τη στιγμή που θα βρεθεί στη μειοψηφία στα ζητήματα που θεωρεί ζωτικής σημασίας, τότε θα έχουμε εδώ έναν νέο πόλεμο των δουλοκτητών...

Στο λόφο της Μονμάρτης παραμονές της εξέγερσης

Προς τα μέλη της Διεθνούς Ενωσης Εργατών στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες *

Πρώτη διακήρυξη του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ενωσης Εργατών για το γαλλοπρωσικό πόλεμο

Στην «Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών», το Νοέμβρη του 1864, λέγαμε: «Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδελφική συνεργασία των εργατών διάφορων εθνών, πώς θα μπορέσει να εκπληρώσει αυτή τη μεγάλη αποστολή, με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικούς σκοπούς, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;» Και καθορίσαμε την εξωτερική πολιτική που επιδίωκε η Διεθνής με τούτα τα λόγια: «Οι απλοί νόμοι της ηθικής και της δικαιοσύνης, που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις των χωριστών ατόμων, πρέπει να επιβληθούν σαν ανώτατοι νόμοι στις σχέσεις ανάμεσα στα έθνη».

Καθόλου παράξενο, λοιπόν, ότι ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, που είχε σφετεριστεί την εξουσία, εκμεταλλευόμενος την ταξική πάλη στη Γαλλία και που την παρέτεινε με μια σειρά εξωτερικούς πολέμους, μεταχειρίστηκε από την αρχή κιόλας τη Διεθνή σαν επικίνδυνο εχθρό. Την παραμονή του δημοψηφίσματος διέταξε μαζικές συλλήψεις των μελών των διοικητικών επιτροπών της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών στο Παρίσι, στη Λιόν, στη Ρουένη, στη Μασσαλία, τη Βρέστη, με δύο λόγια σ' όλη τη Γαλλία, με το πρόσχημα ότι η Διεθνής είναι μια μυστική εταιρία και οργανώνει συνωμοσία για τη δολοφονία του, ένα πρόσχημα που πολύ γρήγορα το ξεσκεπάσανε οι ίδιοι οι δικαστές του Βοναπάρτη ότι ήταν πέρα για πέρα γελοίο. Ποιο ήταν το πραγματικό έγκλημα των γαλλικών τμημάτων της Διεθνούς; Το έγκλημά τους ήταν ότι είχαν πει ανοιχτά και επίμονα στο γαλλικό λαό πως αν ψήφιζε για το δεσποτισμό στο εσωτερικό, θα ψήφιζε και για τον πόλεμο προς τα έξω. Και ήταν πραγματικά δικό τους έργο το γεγονός, ότι σ' όλες τις μεγάλες πόλεις, σ' όλα τα βιομηχανικά κέντρα της Γαλλίας, η εργατική τάξη ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος και αποδοκίμασε το δημοψήφισμα. Δυστυχώς, οι ψήφοι των εργατών υπερκαλύφθηκαν από τη βαθιά αμάθεια των αγροτικών περιφερειών και η πλάστιγγα έγειρε από την άλλη μεριά. Τα χρηματιστήρια, οι κυβερνήσεις, οι κυρίαρχες τάξεις και ο Τύπος της Ευρώπης πανηγύρισαν το δημοψήφισμα σα μια λαμπρή νίκη του Γάλλου αυτοκράτορα ενάντια στη γαλλική εργατική τάξη. Στην πραγματικότητα ήταν το σύνθημα όχι για τη δολοφονία ενός ατόμου, μα ολόκληρων λαών.

Η ελληνική έκδοση απο τη «Σύγχρονη Εποχή»

Η συνωμοσία του πολέμου του Ιούλη 1870 δεν ήταν παρά μια βελτιωμένη έκδοση του πραξικοπήματος του Δεκέμβρη 1851. Από πρώτη ματιά, το πράγμα φάνηκε τόσο παράλογο που η Γαλλία δε θέλησε να το πιστέψει στα σοβαρά. Πολύ περισσότερο πίστεψε το βουλευτή που στους πολεμικούς λόγους των υπουργών είδε μόνο ένα κόλπο του χρηματιστηρίου. Οταν επιτέλους, στις 15 του Ιούλη, αναγγέλθηκε επίσημα ο πόλεμος στο νομοθετικό σώμα, η αντιπολίτευση ολόκληρη αρνήθηκε να ψηφίσει τις προσωρινές πιστώσεις. Ακόμα κι ο Θιέρσος στιγμάτισε τον πόλεμο σαν «απεχθή». Ολες οι ανεξάρτητες εφημερίδες του Παρισιού τον καταδίκασαν και, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, ο επαρχιακός Τύπος συμφώνησε σχεδόν ομόφωνα.

Στο μεταξύ, τα μέλη της Διεθνούς στο Παρίσι είχαν ξαναρχίσει τη δουλιά. Στη Ρεβέιγ της 12 Ιούλη δημοσίευσαν το μανιφέστο τους «προς τους εργάτες όλων των εθνών», που λέει:

«Για μια ακόμα φορά, με το πρόσχημα της ευρωπαϊκής ισορροπίας και της εθνικής τιμής, οι πολιτικές φιλοδοξίες απειλούν την ειρήνη του κόσμου. Γάλλοι, Ισπανοί εργάτες! Ας ενώσουμε τη φωνή μας σε μια κραυγή αγανάχτησης ενάντια στον πόλεμο!... Ενας πόλεμος για ζητήματα επικράτησης ή για χατίρι μιας δυναστείας δεν μπορεί, στα μάτια των εργατών, παρά να αποτελεί μονάχα έναν εγκληματικό παραλογισμό. Εμείς που θέλουμε ειρήνη, δουλειά κι ελευθερία, διαμαρτυρόμαστε μ' όλη μας τη φωνή ενάντια στις πολεμικές διακηρύξεις αυτών που απαλλάσσονται από το φόρο του αίματος πληρώνοντας χρηματικό αντισήκωμα και που βλέπουν στη δημόσια δυστυχία μονάχα την πηγή νέων κερδοσκοπιών!... Αδέλφια μας, στη Γερμανία! Ο διχασμός θα είχε σαν συνέπεια μονάχα τον ολοκληρωτικό θρίαμβο του δεσποτισμού και στις δυο πλευρές του Ρήνου... Εργάτες όλων των χωρών! Οποιοδήποτε και αν είναι προς το παρόν το αποτέλεσμα των κοινών μας προσπαθειών, εμείς, τα μέλη της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών, για τα οποία δεν υπάρχουν κρατικά σύνορα, σας στέλνουμε, σαν εχέγγυο της αδιάσπαστης αλληλεγγύης μας, τις καλύτερες ευχές και τους χαιρετισμούς των εργατών της Γαλλίας».

Ηττα του γαλλικού στρατού στο Σεντάν 2 Σεπτέμβρη 1870

Υστερα από αυτό το μανιφέστο του παρισινού μας τμήματος, ακολούθησαν πολλές παρόμοιες γαλλικές διακηρύξεις, από τις οποίες μπορούμε να αναφέρουμε εδώ μονάχα τη δήλωσε του Νεϊγί - σιρ - Σεν που δημοσιεύθηκε στη «Μαρσεγιέζ» της 22 του Ιούλη και που λέει: «Είναι δίκαιος ο πόλεμος; Οχι! Είναι εθνικός ο πόλεμος; Οχι! Είναι αποκλειστικά δυναστικός. Στο όνομα της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας και των πραγματικών συμφερόντων της Γαλλίας, προσχωρούμε ολοκληρωτικά και δραστήρια στη διαμαρτυρία της Διεθνούς ενάντια στον πόλεμο».

Οι διαμαρτυρίες αυτές εκφράζανε τα αληθινά αισθήματα των Γάλλων εργατών, όπως το απέδειξε σε λίγο πεντακάθαρα ένα χαρακτηριστικό περιστατικό. Οταν η συμμορία της 10 του Δεκέμβρη, που πρωτοοργανώθηκε κάτω απ' την προεδρία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εξαπολύθηκε στους δρόμους του Παρισιού μασκαρεμένη με μπλούζες εργατών, για να υποδαυλίσει με ινδιάνικους πολεμικούς χορούς τον πολεμικό πυρετό, οι πραγματικοί εργάτες των προαστίων απάντησαν με τόσο επιβλητικές διαδηλώσεις για την ειρήνη, που ο διευθυντής της αστυνομίας Πιετρί, θεώρησε φρόνιμο να σταματήσει αμέσως κάθε παραπέρα πολιτική εκδήλωση στους δρόμους, με το πρόσχημα ότι ο πιστός λαός του Παρισιού είχε αρκετά εκδηλώσει τον από καιρό συγκρατημένο πατριωτισμό του και τον πολεμικό ενθουσιασμό του που ξεχείλιζε.

Δοκίμιο της γερμανικής μετάφρασης της Πρώτης διακύρηξης του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών για το γαλλοπρωσικό πόλεμο, που κυκλοφόρησε στις 23 Ιούλη 1870. Οι διορθώσεις είναι του Μάρξ

Οποιαδήποτε κι αν είναι η έκβαση του πολέμου του Λουδοβίκου Βοναπάρτη με την Πρωσία, σήμανε κιόλας στο Παρίσι η νεκρική καμπάνα της δεύτερης αυτοκρατορίας. Θα τελειώσει, όπως άρχισε, με μια παρωδία. Μα ας μην ξεχνάμε ότι οι κυβερνήσεις και οι κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης έδωσαν τη δυνατότητα στον Λουδοβίκο Βοναπάρτη να παίζει, δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια, την απάνθρωπη φάρσα της παλινορθωμένης αυτοκρατορίας.

Από τη γερμανική πλευρά, ο πόλεμος αυτός είναι πόλεμος αμυντικός. Ποιος, όμως, οδήγησε τη Γερμανία μπρος στην ανάγκη να αμυνθεί; Ποιος έδωσε τη δυνατότητα στον Ναπολέοντα να κάνει πόλεμο ενάντια στη Γερμανία; Η Πρωσία! Ηταν ο Βίσμαρκ που συνωμότησε μ' αυτό τον ίδιο τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα, για να συντρίψει τη λαϊκή αντιπολίτευση στο εσωτερικό της Πρωσίας και για να προσαρτήσει τη Γερμανία στη δυναστεία των Χοεντζόλερν. Αν θα έχαναν αντί να κερδίσουν οι Πρώσοι τη μάχη της Σάντοβας, τα γαλλικά τάγματα θα κατάκλυζαν τη Γερμανία σαν σύμμαχοι της Πρωσίας. Μήπως ύστερα από τη νίκη της σκέφτηκε έστω και για μια στιγμή η Πρωσία ν' αντιτάξει στη σκλαβωμένη Γαλλία μια ελεύθερη Γερμανία; Εγινε ακριβώς το αντίθετο! Ενώ διατηρούσε ζηλότυπα όλα τα πατροπαράδοτα θέλγητρα του παλιού της συστήματος, πρόσθεσε σ' αυτά όλες τις πανουργίες της δεύτερης αυτοκρατορίας, τον πραγματικό της δεσποτισμό και τον ψευτοδημοκρατισμό της, τους πολιτικούς της φενακισμούς και τις οικονομικές της απάτες, τα φουσκωμένα της λόγια και τις χυδαίες ταχυδακτυλουργίες της. Το βοναπαρτικό καθεστώς που ως τότε άνθιζε μονάχα από τη μια πλευρά του Ρήνου, βρήκε έτσι τώρα το ταίρι του και στην άλλη πλευρά. Τι άλλο από πόλεμο μπορούσε να φέρει μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων;

Αν η γερμανική εργατική τάξη επιτρέψει να χάσει ο σημερινός πόλεμος τον αυστηρά αμυντικό χαρακτήρα του και να εκφυλιστεί σε πόλεμο ενάντια στο γαλλικό λαό, τότε και η νίκη και η ήττα θα είναι το ίδιο ολέθριες. Ολη η δυστυχία που βρήκε τη Γερμανία ύστερα από τους λεγόμενους πολέμους ανεξαρτησίας θα ξαναζωντανέψει με μεγαλύτερη ένταση.

Οι αρχές της Διεθνούς, ωστόσο, έχουν τόσο πολύ διαδοθεί και τόσο γερά ριζώσει στη γερμανική εργατική τάξη, που δεν πρέπει να φοβόμαστε μια τέτοια θλιβερή έκβαση. Η φωνή των Γάλλων εργατών βρήκε την απήχησή της στη Γερμανία. Μια μαζική συγκέντρωση εργατών που έγινε στο Μπάουνσβάικ στις 16 του Ιούλη, τάχθηκε πέρα για πέρα αλληλέγγυα με το μανιφέστο του Παρισιού, απέρριψε αποφασιστικά την ιδέα της εθνικής αντίθεσης με τη Γαλλία και πήρε μια απόφαση που λέει: «Είμαστε εχθροί όλων των πολέμων, μα πριν απ' όλα των δυναστικών πολέμων... Με βαθιά λύπη και με πόνο είμαστε αναγκασμένοι να πάρουμε μέρος σ' ένα αμυντικό πόλεμο σαν αναπόφευκτο κακό. Ταυτόχρονα όμως κάνουμε έκκληση σ' ολόκληρη τη γερμανική εργατική τάξη να κάνει αδύνατη την επανάληψη μιας τέτοιας φοβερής κοινωνικής συμφοράς, διεκδικώντας για τους ίδιους τους λαούς τη δύναμη ν' αποφασίσουν μόνοι τους για ειρήνη και για πόλεμο και κάνοντάς τους κύριους της τύχης τους».

Κάρλ Μάρξ

Στο Χέμνιτς, μια συγκέντρωση αντιπροσώπων που αντιπροσώπευαν 50.000 εργάτες της Σαξονίας ψήφισε ομόφωνα την παρακάτω απόφαση: «Στο όνομα της γερμανικής Δημοκρατίας και ιδιαίτερα των εργατών του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, δηλώνουμε ότι ο σημερινός πόλεμος είναι αποκλειστικά δυναστικός... Με χαρά σφίγγουμε το αδελφικό χέρι που μας τείνουν οι Γάλλοι εργάτες... Εχοντας πάντα στο μυαλό μας το σύνθημα της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών: "Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!"δε θα ξεχάσουμε ποτέ ότι οι εργάτες όλων των χωρών είναι φίλοι μας και οι δεσπότες όλων των χωρών, εχθροί μας».

Το τμήμα της Διεθνούς στο Βερολίνο απάντησε κι αυτό στο μανιφέστο του Παρισιού: «Προσχωρούμε με την καρδιά και με το χέρι στη διαμαρτυρία σας... Υποσχόμαστε πανηγυρικά ότι δε θα μας αποτρέψει από το κοινό μας έργο της συνένωσης των εργατών όλων των χωρών ούτε ο ήχος της σάλπιγγας, ούτε ο κρότος των κανονιών, ούτε η νίκη, ούτε η ήττα».

Ναι, αυτό θα γίνει!

Στο βάθος της σκηνής αυτής της πάλης που ισοδυναμεί με αυτοκτονία προβάλλει η απαίσια μορφή της Ρωσίας. Αποτελεί κακό οιωνό το γεγονός ότι το σύνθημα για το σημερινό πόλεμο δόθηκε τη στιγμή ακριβώς που η ρωσική κυβέρνηση μόλις είχε τελειώσει την κατασκευή των στρατηγικών σιδηροδρομικών γραμμών της και συγκέντρωνε κιόλας στρατεύματα προς την κατεύθυνση του Προύθου. Οσες συμπάθειες κι αν διεκδικούσαν με το δίκιο τους οι Γερμανοί σ' έναν αμυντικό πόλεμο ενάντια στη βοναπαρτική επίθεση, θα τις έχαναν με μιας αν επέτρεπαν στην πρωσική κυβέρνηση να ζητήσει ή και να δεχθεί ακόμα τη βοήθεια των κοζάκων. Ας θυμηθούν ότι ύστερα από τον απελευθερωτικό της πόλεμο ενάντια στον πρώτο Ναπολέοντα, η Γερμανία για δεκαετίες ολόκληρες κειτόταν ανήμπορη στα πόδια του τσάρου.

Η εργατική τάξη της Αγγλίας τείνει αδερφικά το χέρι στους Γάλλους και τους Γερμανούς εργάτες. Πιστεύει βαθιά ότι οποιαδήποτε τροπή κι αν πάρει ο τωρινός φοβερός πόλεμος, η συμμαχία των εργατών όλων των χωρών θα ξεριζώσει τελικά τον πόλεμο. Τη στιγμή που η επίσημη Γαλλία και η επίσημη Γερμανία ρίχνονται σ' έναν αδελφοκτόνο αγώνα, οι εργάτες της Γαλλίας και της Γερμανίας ανταλλάσσουν μηνύματα ειρήνης και φιλίας. Τα μεγάλο αυτό γεγονός, που όμοιό του δεν υπάρχει στην ιστορία, ανοίγει το δρόμο για ένα πιο φωτεινό μέλλον. Αποδείχνει ότι αντίθετα απ' την παλιά κοινωνία, με την οικονομική της αθλιότητα και με την πολιτική της παραφροσύνη, ξεπηδάει μια νέα κοινωνία που διεθνής της κανόνας θα είναι η ειρήνη, γιατί σ' όλα τα έθνη θα κυριαρχεί η ίδια αρχή - η εργασία! Η Διεθνής Ενωση των Εργατών είναι ο σκαπανέας της νέας αυτής κοινωνίας.

Λονδίνο, 23 Ιούλη 1870

Γράφτηκε από τον Καρλ Μαρξ και εγκρίθηκε από τη Διεθνή Ενωση των Εργατών, στις 23 του Ιούλη 1870. Εκδόθηκε ταυτόχρονα σαν προκήρυξη σε αγγλική, γερμανική και γαλλική γλώσσα, σύμφωνα με το κείμενο της προκήρυξης. Μεταφράστηκε από τα αγγλικά, παίρνοντας υπόψη και το γερμανικό κείμενο, όπως δημοσιεύτηκε στην έκδοση του 1891 του «Εμφυλίου Πολέμου» στη Γαλλία.

*(Απόσπασμα από το έργο του Κ. Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», σελ. 25 - 31)


Εκδήλωση αλληλεγγύης των Αγγλων εργατών προς την παρισινή Κομμούνα, 16 Απρίλη 1871. Συμμετείχαν 300.000 λαού.

Ιστορικό των γεγονότων

Τα γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού δεν μπορούν να ξεχωριστούν από τα γεγονότα του γαλλο-πρωσικού πολέμου του 1870-71. Αλλωστε, ο πόλεμος αυτός είχε αποτελέσματα, ίσως όχι λιγότερο σημαντικά από την Κομμούνα.

Ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος του 1870-'71 υπήρξε το αποτέλεσμα των γαλλικών ανησυχιών απέναντι στις προσπάθειες ένωσης της Γερμανίας, αλλά και συγκεκριμένων ενεργειών για την παρεμπόδισή της. Μια από τις γαλλικές ενέργειες που ώθησαν περισσότερο τα πράγματα προς τη σύγκρουση ήταν η ενίσχυση από τον Αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα τον 3ο (τον επιλεγόμενο «Μικρό») των χωριστικών διαθέσεων που υπήρχαν στα νοτιογερμανικά κρατίδια.

Η προσπάθεια ενοποίησης της Γερμανίας είναι η έκφραση της γρήγορης οικονομικής ανόδου των διαφόρων γερμανικών κρατών με επίκεντρο την Πρωσία. Παρά τη νίκη της αντεπανάστασης το 1848, η πορεία αυτή όχι μόνο δεν ανακόπτεται αλλά επιταχύνεται. Η αστική τάξη, αποκλεισμένη από τις κρατικές υποθέσεις, έπεσε «με τα μούτρα» στις επιχειρήσεις. Τα αποτελέσματα δεν αργούν να φανούν.

Στο άρθρο του στην εφημερίδα «New York Daily Tribune» της 1.2.1859, ο Κ. Μαρξ γράφει:

«Οποιος είδε το Βερολίνο εδώ και 10 χρόνια, δε θα το αναγνώριζε σήμερα. Ηταν τόπος αδεξίων και χοντροκομμένων στρατιωτικών παρελάσεων και τώρα έχει γίνει το ολοζώντανο κέντρο της γερμανικής βιομηχανίας μηχανοκατασκευών. Διασχίζοντας τη ρηνανική Πρωσία και τη Βεστφαλία, νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο Lancashire ή στο Yorkshire».

Οι γυναίκες μάχονται στα οδοφράγματα της πλατείας Blanche

Στον πολιτικό τομέα, η ενοποίηση της «Γερμανίας» (ανύπαρκτη ακόμη επίσημα) προωθείται με τη δημιουργία του «Βορειογερμανικού Συνδέσμου» (1867) και άλλων ανάλογων ενώσεων.

Σε σχέση με τη Γαλλία, η οικονομική πορεία της Γερμανίας παρουσιάζει τις εξής ιδιομορφίες:

α) Είναι πολύ γρήγορη. Ας πάρουμε την εξόρυξη κάρβουνου που αποτελεί τομέα - κλειδί για τον 19ο αιώνα. Η παραγωγή της Γερμανίας περνά από τα 12.000.000 τόνους το 1860 στα 26.000.000 το 1870, ενώ της Γαλλίας, τον ίδιο χρόνο δεν ξεπερνούσε τα 10.000.000.

β) Είναι πολύ πιο προσανατολισμένη προς μία «παραγωγική» και «βιομηχανική» κατεύθυνση. Η πρώτη ατμομηχανή στη Γερμανία κατασκευάζεται - με αρκετή καθυστέρηση - το 1841 από την εταιρία Borsig που εδρεύει στο Βερολίνο (και που εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα στο δυτικό τμήμα της πόλης). Το 1871, όμως, η Γερμανία διαθέτει ήδη περισσότερες ατμομηχανές από τη Γαλλία.

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος

Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο χώρες οξύνεται, καθώς η Γαλλία βλέπει, από τη μια μεριά, έναν επικίνδυνο εμπορικό ανταγωνιστή και, από την άλλη, έναν κίνδυνο στα ανατολικά σύνορά της.

Τα πράγματα φτάνουν ως την κήρυξη πολέμου στις 2 Αυγούστου 1870 και εξελίσσονται στον στρατιωτικό τομέα με μεγάλη ταχύτητα. Από τις 4 Αυγούστου κιόλας, τα γαλλικά στρατεύματα κατατροπώνονται στο Wissenburg. Στις 18 Αυγούστου, ο βασικός όγκος του γαλλικού στρατού πολιορκείται στο Metz. Στις 27 Αυγούστου - 1 Σεπτέμβρη η στρατιά του Μακ - Μαόν πολιορκείται στο Sedan. Στις 2 Σεπτέμβρη, και ενώ η συντριπτική ήττα είναι ολοφάνερη, η στρατιά συνθηκολογεί με διαταγή του Αυτοκράτορα. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους συγκαταλέγονται 40 στρατηγοί, 4.000 αξιωματικοί, 84.000 άνδρες καθώς και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Ναπολέων ο 3ος. Ανεμπόδιστα, οι Γερμανοί φτάνουν μπροστά στο Παρίσι στις 19 Σεπτέμβρη και το πολιορκούν, κυρίως από το Βορρά και την Ανατολή.

Η οριστική ειρήνη υπογράφτηκε στη Φραγκφούρτη στις 10 Μάη 1871. Οι βασικοί της όροι ήταν οι εξής:

  • Η Γαλλία εκχωρεί στη Γερμανία το ένα πέμπτο της Λωρραίνης με το Metz και όλη την Αλσατία εκτός από το Belfort και την περιοχή του.
  • Η Γαλλία υποχρεώνεται να καταβάλει στη Γερμανία πολεμική αποζημίωση 5.000.000.000 φράγκων.
  • Ο γερμανικός στρατός θα παραμείνει σε ορισμένα γαλλικά εδάφη ως την πλήρη εξόφληση των πολεμικών αποζημιώσεων. Τα γερμανικά στρατεύματα έφυγαν στις 13 Σεπτέμβρη 1873, με την καταβολή της τελευταίας δόσης των αποζημιώσεων.

Στις 18 Γενάρη του 1871, στην Αίθουσα των Κατόπτρων των Βερσαλλιών, που έχουν καταλάβει τα γερμανικά στρατεύματα, ο βασιλιάς της Πρωσίας Γουλιέλμος ανακηρύχτηκε διά βοής σε «Αυτοκράτορα της Γερμανίας» (Kaiser). Αυτό υπήρξε η ληξιαρχική πράξη γέννησης της Γερμανίας σαν ενιαίου (με την πολιτική έννοια) κράτους.

Η εξέλιξη αυτή είχε διπλό και αντιφατικό χαρακτήρα.

  • Από τη μια μεριά, προώθησε τη λύση του εθνικού προβλήματος, δημιουργώντας την ενιαία Γερμανία, στόχο του επαναστατικού - δημοκρατικού κινήματος.
  • Από την άλλη, η δημιουργία της ενιαίας Γερμανίας έγινε πάνω στη βάση όχι της επανάστασης αλλά του συμβιβασμού ανάμεσα στις κορυφές του βιομηχανικού, του τραπεζικού και του εμπορικού κεφαλαίου, τους μεγάλους γαιοκτήμονες των ανατολικών περιοχών και τη μοναρχία, επικεφαλής της πολιτικοστρατιωτικής υπαλληλικής αριστοκρατίας, όπου η αποφασιστική επιρροή ανήκει στον τελευταίο παράγοντα. Δημιουργήθηκε «ένας στρατιωτικός δεσποτισμός, στολισμένος με κοινοβουλευτικά μπιχλιμπίδια, μείγμα φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και αστικής επίδρασης, με γραφειοκρατική θωράκιση και αστυνομική υποστήριξη», όπως γράφει ο Κ. Μαρξ, ο οποίος ήταν - ας μην το ξεχνάμε - Γερμανός.

Στην Κ. Ευρώπη δημιουργήθηκε μια νέα δύναμη 41.000.000 κατοίκων. Τα αποτελέσματα του πολέμου 1870 - 71 τη δυνάμωσαν ακόμα παραπέρα. Οι πολεμικές αποζημιώσεις της Γαλλίας επιτρέπουν μια απότομη οικονομική άνοδο. Ανάμεσα στο 1870 και το 1873, η παραγωγή χυτοσιδήρου αυξάνεται κατά 50%, ενώ το μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών περνά από 18.000 χλμ (1870) σε πάνω από 33.000 (1879). Το νέο κράτος μετατρέπεται ταχύτατα σε μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού έχει ξεπεράσει και τη Μεγάλη Βρετανία και μετατρέπεται, μαζί με τις ΗΠΑ, στον πιο δυναμικό πόλο ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Ετσι, βλέπουμε ότι πολλά από τα σπέρματα του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου βρίσκονται ήδη στην «πρώτη αναμέτρηση» του 1870 -'71.

Το ξέσπασμα της αντιπολίτευσης στο Ναπολέοντα

Η είδηση της συνθηκολόγησης του Sedan γίνεται γνωστή στο Παρίσι την ίδια μέρα (2 Σεπτέμβρη) και προκαλεί μεγάλο αναβρασμό. Η αντιπολίτευση ενάντια στον Ναπολέοντα τον 3ο, έντονη από καιρό, ξεσπά. Το νομοθετικό σώμα του Παρισιού συνέρχεται επειγόντως και παίρνει πολλές ριζικές αποφάσεις. Οι πιο σημαντικές είναι οι εξής:

α) Κατάργηση της μοναρχίας και εγκαθίδρυση της δημοκρατίας (4 Σεπτέμβρη).

β) Δημιουργία κυβέρνησης «Εθνικής Αμυνας».

γ) Δημιουργία Εθνοφρουράς για την υπεράσπιση της πόλης από τον κίνδυνο άμεσης κατάληψης που φαίνεται πια καθαρά.

Η κυβέρνηση βρίσκεται βασικά κάτω από την καθοδήγηση αστών οπαδών του ρεπουμπλικανικού καθεστώτος (L. Gambetta, Jules Ferry, J. Favre κλπ.). Η Εθνοφρουρά αποτελείται βασικά από ένοπλους εργάτες και μικροαστούς.

Με την εμφάνιση των Πρώσων (19 Σεπτέμβρη) αρχίζει η πολιορκία της πόλης. Καθώς ο καιρός περνά και οι στερήσεις δυναμώνουν, στις γραμμές των υπερασπιστών της πόλης εμφανίζονται σοβαρές διαμάχες. Η αστική τάξη, στο Παρίσι και όλη τη Γαλλία, ζητά μια άμεση ειρήνη με τους Πρώσους, όποιοι και αν είναι οι όροι. Αντίθετα, οι εργάτες και οι «αριστεροί» μικροαστοί του Παρισιού ζητούν συνέχιση της αντίστασης, δηλαδή για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της εποχής μας, τάσσονται υπέρ του λαϊκού πολέμου μέχρις εσχάτων. Σε όλη τη Γαλλία, όπου οι Γερμανοί αποφεύγουν να επεκταθούν, παρουσιάζεται μια γενική κινητοποίηση των αντιδραστικών δυνάμεων, εμφανίζεται, μάλιστα, ένα πλατύτατο μοναρχικό ρεύμα. Η κατάσταση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα, ανάμεσα στα άλλα, την παράλυση σε μεγάλο βαθμό των αμυντικών προσπαθειών.

Στις 28 Γενάρη 1871, η κυβέρνηση Εθνικής Αμυνας υπογράφει ανακωχή με τους Γερμανούς. Η ανακωχή αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από πλήρης συνθηκολόγηση. Η συνθήκη προβλέπει παράδοση των οχυρών και διάλυση του τακτικού στρατού.

Η αναγγελία της ανακωχής προκαλεί την ανοιχτή εκδήλωση των αντιθέσεων στους κόλπους των υπερασπιστών της πόλης. Η Εθνοφρουρά αρνείται να παραδοθεί και συγκεντρώνει τα κανόνια της (που είχαν κατασκευαστεί με έρανο των κατοίκων και όχι με κρατικά κονδύλια) στο λόφο της Μονμάρτης. Σε πολλές περιοχές του Παρισιού δημιουργείται επαναστατικός αναβρασμός.

Η κατάσταση επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο, με τις εκλογές που γίνονται στις 7 του Φλεβάρη για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης που θα επικύρωνε την ανακωχή, αλλά και τους όρους της συνθήκης ειρήνης που θα υπογραφόταν. Στην Εθνοσυνέλευση κυριαρχούν συντριπτικά οι αντιδραστικές δυνάμεις των άκρων. Από τους 700 αντιπροσώπους, οι 375 είναι ανοιχτά μοναρχικοί, ενώ όλοι οι άλλοι - με ελάχιστες εξαιρέσεις - ανήκουν στην άκρα Δεξιά των μεγαλοαστικών κομμάτων. Η Εθνοσυνέλευση συνέρχεται στο Bordeaux. Σχηματίζεται κυβέρνηση με επικεφαλής τον Adolfe Thiers (πιο γνωστό με το εξελληνισμένο όνομα Θιέρσος), που εξουσιοδοτείται να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς για την άμεση υπογραφή συνθήκης ειρήνης.

Στις 26 Φλεβάρη, γίνονται γνωστοί οι προκαταρκτικοί όροι της συνθήκης ειρήνης. Οι όροι επικυρώνονται από την Εθνοσυνέλευση του Bordeaux την 1η Μάρτη. Την ίδια ημέρα ο γερμανικός στρατός εισέρχεται στο Παρίσι και καταλαμβάνει τα φρούρια της βόρειας και ανατολικής πλευράς της πόλης.

Η Κομμούνα στο προσκήνιο

Στο Παρίσι, η κατάσταση έχει πια φτάσει σε εκρηκτικό σημείο. Η Εθνοφρουρά και τα επαναστατικά στοιχεία έχουν εξοργισθεί με τη σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης και με την πολιτική της. Απορρίπτουν την ανακωχή και τη συνθήκη ειρήνης και γίνεται μάλιστα και λόγος για ένοπλη αντίσταση.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να προλάβει τις εξελίξεις. Στις 18 Μάρτη κυβερνητικά στρατεύματα εισβάλλουν στις εργατικές συνοικίες και περικυκλώνουν τη Μονμάρτη, απαιτώντας την παράδοση των όπλων της Εθνοφρουράς. Οταν συναντούν άρνηση, διατάσσεται γενική επίθεση. Οι στρατιώτες, όμως, αρνούνται να υπακούσουν.

Αυτή είναι η αρχή της εξέγερσης. Οι εξεγερμένοι καταλαμβάνουν το Δημαρχείο, ενώ η εξουσία περνά στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνοφρουράς. Στις 20 Μάρτη γίνονται προσπάθειες εξέγερσης και σε άλλες πόλεις. Οι προσπάθειες αποτυχαίνουν.

Η κυβέρνηση της Γαλλίας μεταφέρεται στις Βερσαλλίες (17χλμ. δυτικά του Παρισιού) που οι Γερμανοί έχουν, στο μεταξύ, εκκενώσει.

Στις 26 Μάρτη, εκλέγεται η Παρισινή Κομμούνα και στις 28 ανακηρύσσεται πανηγυρικά και επίσημα σε κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών, μόλις βεβαιώνεται για την υπεροχή της, αρνείται κάθε σχέση με την Κομμούνα και αποκλείει το Παρίσι. Ετσι, σχηματίζονται δύο κυβερνήσεις. Η Κομμούνα, που εδρεύει στο Παρίσι και αντιτίθεται στη συνθηκολόγηση και οι Βερσαλλίες, που είναι υπέρ της άμεσης συνθηκολόγησης.

Στις 21 Μάη τα στρατεύματα του στρατηγού Μακ - Μαόν - του νικημένου του Sedan - αρχίζουν γενική επίθεση ενάντια στο Παρίσι. Πρόκειται για στρατιωτική επίθεση καλά προετοιμασμένη. Στηρίζεται στην κινητοποίηση 130.000 καλά οπλισμένων και εκπαιδευμένων στρατιωτών που υποστηρίζονται από μεγάλες μονάδες βαρέος πυροβολικού. Απέναντί τους βρίσκονται 10.000 Εθνοφρουροί και γύρω στις 20.000 «Ομόσπονδοι», άσχημα οπλισμένοι και εφοδιασμένοι.

Η επίθεση προχωρά γρήγορα διασχίζοντας τις εύπορες συνοικίες του Δ. Παρισιού. Προσκρούει, όμως, σε σκληρή αντίσταση όσο προχωρεί στο κέντρο της πόλης. Οι μάχες για την κατάληψη της πόλης κράτησαν συνολικά μία εβδομάδα, από τις 21 ως τις 28 Μάη, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα « Ματωμένη Εβδομάδα». Η σύγκρουση πήρε γρήγορα αγριότατο και αιματηρότατο χαρακτήρα. Τελικά, οι κυβερνητικές δυνάμεις συνέτριψαν την Κομμούνα, με την κατάληψη των τελευταίων οδοφραγμάτων της στην οδό Ραμπονό στις 28 Μάη.

Οι αντιθέσεις και ο πόλεμος

Το ότι ο πόλεμος του 1871 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην Κομμούνα αυτό κανείς δεν το αμφισβητεί. Ο Λένιν γράφει ότι «η βροντή των κανονιών στο Παρίσι ξύπνησε τα πιο καθυστερημένα τμήματα του προλεταριάτου από τη βαθιά τους νάρκη, δίνοντας παντού ώθηση στην επαναστατική σοσιαλιστική προπαγάνδα».

Ζώντας τα γεγονότα, ο Κ. Μαρξ μελέτησε συστηματικά και τις συγκεκριμένες επιπτώσεις των Γαλλογερμανικών αντιθέσεων στην Κομμούνα. Γενικά, ο Μαρξ επισημαίνει δύο παράγοντες στη στάση της Γερμανίας:

α) Συνεργασία με τη Γαλλία για τη συντριβή της Κομμούνας. Η στάση αυτή υπαγορεύθηκε από το ταξικό ένστικτο της αστικής τάξης που καταλαβαίνει ότι η ανατροπή της σε μια χώρα είναι κακό παράδειγμα για τις υπόλοιπες.

β) Απροθυμία άμεσης εμπλοκής. Ο Μαρξ γράφει ότι ο Μπίσμαρκ «ήταν διατεθειμένος να κάνει ό,τι μπορούσε για να τους συμπαρασταθεί (σ.σ. στους Θιέρσο και Favre) εκτός από το να διακινδυνεύσει τη ζωή Γερμανών στρατιωτών - όχι γιατί εκτιμούσε τη ζωή όταν επρόκειτο να αποσπάσει κάτι - αλλά ήθελε να δει τη Γαλλία να πέφτει ακόμα χαμηλότερα, ώστε να μπορεί να της αποσπάσει πιο πολλά».

Το σύνολο αυτών των παραγόντων έκανε τη γερμανική πολιτική ασταθή και ασυνεπή. Ο Μπίσμαρκ αρνήθηκε να επέμβει ο ίδιος, έδωσε όμως τη δυνατότητα στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών να σχηματίσει στρατιωτικές δυνάμεις από τους αιχμαλώτους. Επέτρεψε τη διέλευση τροφίμων για το Παρίσι -έστω και σε περιορισμένες ποσότητες - αλλά επιτρέπει και στα στρατεύματα των Βερσαλλιών να περάσουν τις γερμανικές γραμμές και να χτυπήσουν την Κομμούνα από τα νώτα. Ο Μαρξ αναφέρει τη σύλληψη 500 ατόμων στη Rouen - που κατέχουν οι Γερμανοί - με την κατηγορία ότι ανήκουν στην Κομμούνα. Η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού είχε δώσει ρητές εντολές, οι πρόσφυγες της Κομμούνας να συλλαμβάνονται και να παραδίνονται στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών. Μαρτυρούνται, ωστόσο, πολλά παραδείγματα που οι Γερμανοί στρατιώτες και αξιωματικοί έκαναν «στραβά μάτια». Ο Φ. Ενγκελς επαινεί ιδιαίτερα τη στάση του Σαξονικού Εκστρατευτικού Σώματος.

Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο Μπίσμαρκ, με το να απευθυνθεί στην κυβέρνηση του Θιέρσου και να ζητήσει την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων, τής έδινε ipso facto μεγαλύτερο κύρος και επιρροή.

Γι' αυτή του τη στάση, ο Κ. Μαρξ αποκάλεσε τον «Σιδηρούν» Καγκελάριο «δολοφόνο επί πληρωμή».

Εδώ θα έπρεπε να σημειώσουμε και μία σημαδιακή λεπτομέρεια: Η Κομμούνα σαν αποτέλεσμα του γαλλο - πρωσικού πολέμου άσκησε - σαν ιδέα - μεγάλη επιρροή. Η πρόβλεψη μιας τέτοιας εξέλιξης σε περίπτωση παγκόσμιου πολέμου περιέχεται στην Απόφαση του Συνεδρίου της Βασιλείας της 2ης Διεθνούς (1912) και επαληθεύτηκε 100% πέντε χρόνια αργότερα. Οι στροφές της ιστορίας το έφεραν έτσι που η πρόβλεψη επαληθεύτηκε ακριβώς τότε, όταν αυτοί που την είχαν κάνει είχαν πάψει πια να την πιστεύουν...

Του
Θανάση ΠΑΠΑΡΗΓΑ

 

Η γυναίκα στην Κομμούνα

«Οι γυναίκες του Παρισιού δίνουν χαρούμενα τη ζωή τους στα οδοφράγματα και στον τόπο της εκτέλεσης»!(Κ. Μαρξ, «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», σελ.95). Αυτά έγραφε ο Μαρξ προσθέτοντας ότι «οι γυναίκες δεν υστέρησαν σε γενναιότητα από τους άντρες».

Και πράγματι έτσι ήταν. Το μεγαλείο χαρακτήρισε τη στάση των γυναικών (προλετάριες και άλλες των λαϊκών στρωμάτων), που πήραν μέρος στην ανάταση του παρισινού προλεταριάτου. Κι έδωσαν, αυτές οι απλές γυναίκες της καθημερινής ζωής, μαθήματα άφθαστου ηρωισμού, προσφέροντας απλόχερα και τη ζωή τους. Μέσα στη συλλογική επαναστατική δράση ανέδειξαν τις αρετές τους, έκαναν τη συμβολή τους, σ' έναν υψηλό σκοπό, νόημα της ζωής τους.

Η γαλλική εφημερίδα «ο Χρόνος» έγραφε: «Δεν έχω την παραμικρότερη αμφιβολία ότι πολλούς τραυματίες τούς θάψανε ζωντανούς. Μπορώ να εγγυηθώ για μια περίπτωση: Οταν ο Μπρινέλ τουφεκίστηκε μαζί με τη φιλενάδα του στις 24 του Μάη, στην αυλή ενός σπιτιού στην πλατεία της Βαντόμ, τα κορμιά τους κείτονταν εκεί ως το απόγευμα της 27 του Μάη. Οταν ήρθαν επιτέλους να σηκώσουν τα πτώματα, βρήκαν τη γυναίκα ζωντανή ακόμα και την πήγαν στο σταθμό επίδεσης. Αν και είχε δεχτεί τέσσερις σφαίρες, βρίσκεται τώρα εκτός κινδύνου. (Ο ανταποκριτής του "Ιβνινγκ Στάνταρ" στο Παρίσι, 8 του Ιούνη)» (Κ. Μαρξ, ο.π., σελ.104).

Στην Κομμούνα δεν πρωταγωνίστησαν μόνο οι γυναίκες του Παρισιού. Πασίγνωστο έγινε το όνομα της Ελισάβετ Δημητρίγιεβα (Τουμανόφσκαγια), που γνωριζόταν προσωπικά με τον Μαρξ και συνδεόταν με το γενικό συμβούλιο της Διεθνούς. Εκτός από τη Δημητρίγιεβα πήρε μέρος και μια άλλη Ρωσίδα σοσιαλίστρια - μέλος του «ρωσικού τμήματος» της Διεθνούς - η Αννα Βασίλιεβνα Κορβίνα - Κρουκόφσκαγια (γυναίκα του Γάλλου σοσιαλιστή κομμουνάρου Ζακλάρ), που είχε εκλεγεί μέλος της επιτροπής επαγρύπνησης στο δωδέκατο τμήμα του Παρισιού. Ανάμεσα στους Πολωνούς, που μάχονταν πλάι στους κομμουνάρους, ξεχώριζε για τη γενναιότητά της και η νεαρή Πολωνέζα Αννα Πουστοβοΐτοβα, που σκοτώθηκε στις τελευταίες οδομαχίες.

Στον αγώνα των κομμουνάρων είχαν μεγάλη συμμετοχή πολλές γυναικείες οργανώσεις του Παρισιού. Η πιο μεγάλη από αυτές, που πήρε μέρος στην εξέγερση, ήταν η «Ενωση γυναικών για την υπεράσπιση του Παρισιού και την περίθαλψη των τραυματιών». Επικεφαλής αυτής της οργάνωσης ήταν μια κεντρική επιτροπή, που την καθοδηγούσε η εργάτρια - σοσιαλίστρια Ναταλία Λεμέλ και μερικά άλλα δραστήρια γυναικεία στελέχη του εργατικού κινήματος. Μέλος της κεντρικής επιτροπής της ένωσης ήταν και η Ελισάβετ Δημητρίγιεβα.

Πάνω από 500 οδοφράγματα σηκώθηκαν στους δρόμους του Παρισιού εκείνες τις μέρες. Και σηκώθηκαν με τη δουλιά - με πυρετώδη ταχύτητα - και των γυναικών, καθώς και των παιδιών.

Οι γυναίκες της Κομμούνας δούλεψαν με αυτοθυσία σε όλους τους τομείς. Στον ιδεολογικοπολιτικό, στον οργανωτικό, στα οδοφράγματα με το όπλο στο χέρι, στις επιτροπές επαγρύπνησης. Την έκκληση, που μοιράστηκε στην ύπαιθρο σε 100 χιλιάδες αντίτυπα, τη σύνταξε στις αρχές Απρίλη η σοσιαλίστρια συγγραφέας Αντρέ Λεό. Στην έκκληση δινόταν μια ζωντανή περιγραφή της βαριάς θέσης των εργαζομένων αγροτών και αναλυόταν το πρόγραμμα των κοινωνικοοικονομικών μεταρρυθμίσεων που είχε προγραμματίσει η Κομμούνα για τους αγρότες.

Οι γυναίκες της Κομμούνας έδρασαν σε αντίθεση με τις γυναίκες της αστικής τάξης, για τις οποίες, όπως έγραφε ένας Γάλλος της εποχής, ανταποκριτής εγγλέζικης συντηρητικής εφημερίδας, «... προκαλεί αγανάχτηση να βλέπει κανείς τη γυναικεία διαφθορά να περιφέρεται στα βουλεβάρτα και να ακούει τις φωνές του οργίου που βγαίνουνε από τα σεπαρέ των εστιατορίων πολυτελείας να ταράζουν τη νυχτερινή ησυχία» (ο.π., σελ.94). Και έδρασαν, προσπαθώντας να γεμίσουν τη ζωή τους, να τη συνδέσουν με την επαναστατική πάλη. Στις αναμνήσεις της η Λοΐζα Μισέλ, που είχε ηρωική δράση στην Κομμούνα, έγραψε: «Ο κόσμος ήθελε να τα αγκαλιάσει όλα μεμιάς - τις τέχνες, τις επιστήμες, τη λογοτεχνία, τις ανακαλύψεις. Η ζωή έβραζε. Ολοι βιάζονταν να ξεφύγουν από τον παλαιό κόσμο» (Παγκόσμια Ιστορία Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, σελ. 43).

Οπως έγραψε ο Μαρξ, «η ηρωική αυτοθυσία με την οποία εξακολουθούσε να πολεμά ο πληθυσμός του Παρισιού - άνδρες, γυναίκες και παιδιά - οχτώ ολόκληρες μέρες ύστερα απ' την είσοδο των βερσαλλιέρων, αντανακλά τόσο πολύ το μεγαλείο της υπόθεσής τους, όπως και οι κτηνώδεις πράξεις του στρατού αντανακλούν το έμφυτο πνεύμα αυτού του πολιτισμού, του οποίου είναι μισθοφόρος εκδικητής του» (Κ. Μαρξ, ο.π., σελ 93).

Το ενεχυροδανειστήριο του Παρισιού. Με διάταγμα της Κομμούνας, τα ενέχειρα πρώτης ανάγκης επιστρέφονταν δωρεάν στους ιδιοκτήτες τους

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ

Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα*

Αν σήμερα, ύστερα από είκοσι χρόνια, ρίξουμε μια ματιά πίσω στη δράση και στην ιστορική σημασία της Κομμούνας του Παρισιού του 1871, θα δούμε ότι είναι ανάγκη να κάνουμε μερικές προσθήκες στην περιγραφή της που γίνεται στο «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία».

Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζουν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές (που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφυλακής) και σε μια μειοψηφία (μέλη της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν). Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε την εποχή εκείνη σοσιαλιστές μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στον Βαγιάν, που γνώριζε το γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό. Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα παράλειψε αρκετά πράγματα που, κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα βέβαια από όλα μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά, με ιερό σεβασμό μπροστά στις πόρτες της τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν επίσης σοβαρό πολιτικό λάθος... Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας - αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους. Θα σήμαινε την πίεση που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη, για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα όμως ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα που έκανε η Κομμούνα, μόλο που αποτελούνταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά, οι προυντονιστές ήταν κυρίως υπεύθυνοι για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνα, τόσο για τις αξιέπαινες, όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δυο περιπτώσεις, η ειρωνεία της Ιστορίας θέλησε - όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται στην εξουσία οι δογματικοί - να κάνουν και οι δυο το αντίθετο απ' ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους.

Ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση με θετικό μίσος. Ελεγε γι' αυτήν ότι περικλείνει περισσότερο κακό παρά καλό, ότι από τη φύση της είναι άγονη, ακόμα και βλαβερή, γιατί αποτελεί ένα είδος δέσμευσης στην ελευθερία του εργάτη, ότι είναι ένα καθαρά στείρο και οχληρό δόγμα που βρίσκεται σε διάσταση, τόσο με την ελευθερία του εργάτη, όσο και με την οικονομία της εργασίας, ότι τα μειονεκτήματά της μεγάλωναν γρηγορότερα από τα πλεονεκτήματά της, ότι απέναντι σ' αυτήν ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός της δουλιάς, η ατομική ιδιοκτησία, αποτελούν οικονομικές δυνάμεις. Μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις - όπως τις αποκαλεί ο Προυντόν - της μεγάλης βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως οι σιδηρόδρομοι, έχει θέση οργάνωση των εργατών (βλέπε: «Idee generale de la revolution, 3eme etude. Γενική ιδέα της επανάστασης», 3η μελέτη).

Μάχη στην οδό Rivoli

Στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ' αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν' αποτελεί εξαίρεση, που το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως πολύ σωστά λέει ο Μαρξ στον «Εμφύλιο πόλεμο», τελικά θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας. Και γι' αυτό η Κομμούνα έγινε επίσης ο τάφος της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν. Σήμερα, η σχολή αυτή έχει εξαφανιστεί από τους γαλλικούς εργατικούς κύκλους. Τώρα σ' αυτούς επικρατεί αναντίρρητα η θεωρία του Μαρξ, όχι λιγότερο ανάμεσα στους ποσιμπιλιστές, απ' ό,τι ανάμεσα στους «μαρξιστές». Μόνο ανάμεσα στη «ριζοσπαστική» αστική τάξη υπάρχουν ακόμα προυντονιστές.

Μάχη στο νεκροταφείο του Pere Lachaise. Αρχίζει η αιαματηρή βδομάδα του Μάη

Οι μπλανκιστές δεν είχαν καλύτερη τύχη. Διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνωμοσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ' αυτήν, ξεκινούσαν από την άποψη, ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός από αποφασισμένους, καλά οργανωμένους ανθρώπους είναι ικανοί σε μια δοσμένη ευνοϊκή στιγμή, όχι μόνο να πάρουν το πηδάλιο του κράτους στα χέρια τους, μα ακόμα και, με μια δραστήρια και ανελέητη δράση, να το κρατήσουν τόσο, ώσπου να κατορθώσουν να τραβήξουν τη μάζα του λαού στην επανάσταση και να τη συσπειρώσουν γύρω από την καθοδηγητική μικρή ομάδα. Για το σκοπό αυτό χρειαζόταν πριν απ' όλα αυστηρότατα δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης. Και τι έκανε η Κομμούνα, που στην πλειοψηφία της αποτελούνταν από τέτοιους ακριβώς μπλανκιστές; Σ' όλες της τις διακηρύξεις προς τους Γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία από όλες τις γαλλικές κοινότητες μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που για πρώτη φορά θα δημιουργούνταν πραγματικά από το ίδιο το έθνος. Και ίσα - ίσα, η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης - στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία - που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που από τότε την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο κάθε καινούρια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει, όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι.

Μάχη κοντά στο Ελιζέο

Η Κομμούνα αναγκάστηκε αμέσως από την αρχή να αναγνωρίσει ότι όταν η εργατική τάξη έρθει πια στην εξουσία δεν μπορεί να εξακολουθεί να διοικεί με την παλιά κρατική μηχανή, ότι η εργατική αυτή τάξη, για να μην ξαναχάσει την κυριαρχία που μόλις είχε κατακτήσει, πρέπει, από τη μια, να παραμερίσει όλη την παλιά καταπιεστική μηχανή που ως τότε είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον της, κι από την άλλη να εξασφαλίσει τον εαυτό της από τους ίδιους της τους βουλευτές και υπαλλήλους, ορίζοντας ότι όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, μπορούν ν' ανακληθούν σ' οποιαδήποτε στιγμή. Ποια ήταν η χαρακτηριστική ιδιομορφία του ως τα τώρα κράτους; Για την εξυπηρέτηση των κοινών συμφερόντων, η κοινωνία είχε αρχικά δημιουργήσει δικά της όργανα με τον απλό καταμερισμό της δουλιάς. Τα όργανα όμως αυτά, που η κορυφή τους είναι η κρατική εξουσία, εξυπηρετώντας τα δικά τους ειδικά συμφέροντα, είχαν με τον καιρό μετατραπεί από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, όπως το βλέπουμε, λ.χ., όχι μόνο στην κληρονομική μοναρχία, μα και στην αστική δημοκρατία. Πουθενά οι «πολιτικοί» δεν αποτελούν ένα πιο ξεχωριστό και πιο ισχυρό τμήμα του έθνους, όσο ακριβώς στη Βόρεια Αμερική. Εδώ το καθένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, που διαδέχονται το ένα το άλλο στην εξουσία, διευθύνεται με τη σειρά του από ανθρώπους που κάνουν την πολιτική προσοδοφόρα υπόθεση, που κερδοσκοπούν πάνω στις έδρες της νομοθετικής συνέλευσης, τόσο της Ομοσπονδίας όσο και των ξεχωριστών Πολιτειών ή που ζουν από τη ζύμωση που κάνουν για το κόμμα τους και που όταν το κόμμα τους νικήσει ανταμείβονται με θέσεις. Είναι γνωστό πως οι Αμερικανοί τριάντα χρόνια τώρα προσπαθούν ν' αποτινάξουν το ζυγό αυτό, που έγινε αφόρητος και πως, παρ' όλα αυτά, βουλιάζουν όλο και πιο βαθιά μέσα στο βάλτο της διαφθοράς. Ακριβώς στην Αμερική μπορούμε να δούμε καλύτερα πώς συντελείται αυτή η ανεξαρτητοποίηση της κρατικής εξουσίας από την κοινωνία, που αρχικά ήταν προορισμένη να γίνει απλό όργανό της. Εδώ δεν υπάρχει καμιά δυναστεία, δεν υπάρχουν ευγενείς, ούτε μόνιμος στρατός, εκτός από τους λίγους άνδρες για την επίβλεψη των Ινδιάνων, δεν υπάρχει ούτε γραφειοκρατία με μόνιμες θέσεις ή με δικαίωμα σύνταξης. Κι όμως, έχουμε εδώ δυο μεγάλες συμμορίες από πολιτικούς κερδοσκόπους, που παίρνουν διαδοχικά στα χέρια τους την κρατική εξουσία και την εκμεταλλεύονται με τα πιο διεφθαρμένα μέσα και για τους πιο διεφθαρμένους σκοπούς, ενώ το έθνος είναι ανίσχυρο μπροστά στους δυο μεγάλους αυτούς συνασπισμούς των πολιτικών, που βρίσκονται δήθεν στην υπηρεσία του, μα που στην πραγματικότητα το εξουσιάζουν και το καταληστεύουν.

Φρίντριχ Ενγκελς

Ενάντια σ' αυτή τη μετατροπή του κράτους και των κρατικών οργάνων από υπηρέτες της κοινωνίας σε αφέντες της, μια μετατροπή που είναι αναπόφευκτη σ' όλα τα ως τώρα κράτη, η Κομμούνα χρησιμοποίησε δυο αλάνθαστα μέσα. Πρώτα, σ' όλες τις θέσεις - διοικητικές, δικαστικές και εκπαιδευτικές - έβαλε υπαλλήλους εκλεγμένους με βάση την καθολική ψηφοφορία όλων των ενδιαφερομένων, και μάλιστα με το δικαίωμα των ίδιων των ενδιαφερομένων ν' ανακαλούν τον αντιπρόσωπό τους οποιαδήποτε στιγμή. Και δεύτερο, πλήρωνε στους υπαλλήλους της, στους ανώτερους και στους κατώτερους, μονάχα το μισθό που έπαιρναν οι άλλοι εργάτες. Ο μεγαλύτερος μισθός που γενικά πλήρωνε η Κομμούνα ήταν 6.000 φράγκα. Ετσι μπήκε ένα σίγουρο εμπόδιο στη θεσιθηρία και τον αριβισμό, ακόμα και χωρίς τις δεσμευτικές εντολές που έπαιρναν, χώρια απ' όλα τα άλλα, οι εκλεγμένοι στα αντιπροσωπευτικά σώματα.

Αυτό το τσάκισμα της παλιάς κρατικής εξουσίας και η αντικατάστασή της από μια καινούρια, αληθινά δημοκρατική εξουσία, περιγράφεται διεξοδικά στο τρίτο μέρος του «Εμφυλίου πολέμου». Ηταν όμως απαραίτητο να σταματήσουμε εδώ με συντομία για άλλη μια φορά σ' ορισμένα χαρακτηριστικά του, γιατί ακριβώς στη Γερμανία η δεισιδαιμονία για το κράτος πέρασε από τη φιλοσοφία στην κοινή συνείδηση της αστικής τάξης και ακόμα και σε πολλούς εργάτες. Σύμφωνα με τη φιλοσοφική άποψη, το κράτος είναι: η «πραγματοποίηση της ιδέας» ή η βασιλεία του θεού πάνω στη γη, μεταφρασμένη σε φιλοσοφική γλώσσα, το πεδίο όπου η αιώνια αλήθεια και η δικαιοσύνη πραγματοποιούνται ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Κι από δω πηγάζει ένας δεισιδαιμονικός σεβασμός προς το κράτος και προς το καθετί που συνδέεται με το κράτος, ένας σεβασμός που ριζώνει τόσο πιο εύκολα, όσο έχουμε συνηθίσει από τα πιο μικρά μας χρόνια να φανταζόμαστε ότι όλες οι υποθέσεις και τα συμφέροντα που είναι κοινά για ολόκληρη την κοινωνία δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν αλλιώς, παρά όπως εξυπηρετούνταν ως τώρα, δηλαδή από το κράτος και τα καλοδιορισμένα όργανά του. Και οι άνθρωποι φαντάζονται ότι κάνουν κιόλας ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα προς τα μπρος όταν απολυτρώνονται από την πίστη στην κληρονομική μοναρχία κι ορκίζονται στο όνομα της αστικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα όμως, το κράτος δεν είναι τιποτ' άλλο παρά μια μηχανή για την καταπίεση μιας τάξης από μια άλλη και μάλιστα όχι λιγότερο στην αστική δημοκρατία απ' ό,τι γίνεται στη μοναρχία! Και στην καλύτερη περίπτωση, το κράτος είναι ένα κακό που κληροδοτείται στο προλεταριάτο, που νίκησε στον αγώνα για την ταξική κυριαρχία και που τις χειρότερες πλευρές του, όπως το έκανε η Κομμούνα, δεν μπορεί να μην τις περικόψει όσο το δυνατό γρηγορότερα, ωσότου μια γενιά, μεγαλωμένη μέσα σε νέες και ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, θα είναι σε θέση να πετάξει όλα αυτά τα παλιοπράγματα που αποτελούν το κράτος.

Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις «δικτατορία του προλεταριάτου». Ε, λοιπόν, κύριοι, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή δικτατορία; Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.

Λονδίνο, στην εικοστή επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, 18 του Μάρτη 1891.

Γράφτηκε από τον Φ. Ενγκελς στη νέα έκδοση του έργου του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», Βερολίνο 1891.

*(Απόσπασμα του προλόγου του στο έργο του Καρλ Μαρξ «ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»)


Τα διατάγματα της Κομμούνας

Η σημασία που έχουν τα μέτρα και τα διατάγματα της Κομμούνας είναι ολοφάνερη. Τα παραθέτουμε σε συνέχεια κατά χρονολογική σειρά:

  • 29 Μάρτη

α) Κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας και του τακτικού στρατού. Δημιουργία Εθνοφρουράς, που αποτελείτο από «όλους τους ικανούς άνδρες».

β) Καθιέρωση του ασυμβίβαστου ανάμεσα στη θέση στις γραμμές της Κομμούνας και στις γραμμές των οπαδών των Βερσαλλιών.

γ) Απαγόρευση των εξώσεων για τρεις μήνες και επιστροφή του ενοικίου του Μάρτη.

δ) Απαγόρευση των πωλήσεων ενεχυριασμένων αντικειμένων.

  • 30 Μάρτη

Αφοπλισμός των «νομιμοφρόνων» Εθνοφρουρών.

  • 2 Απρίλη

Κατάργηση των τυχερών παιχνιδιών.

  • 3 Απρίλη

Χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος - κατάργηση του εκκλησιαστικού προϋπολογισμού - εθνικοποίηση εκκλησιαστικών ακινήτων.

  • 4 Απρίλη

Επικύρωση της εκλογής του Γερμανού Leo Frankel στην Κομμούνα - Διακήρυξη παγκοσμιότητας της τελευταίας: Εφ' όσον η σημαία της Κομμούνας είναι η σημαία της Παγκόσμιας Δημοκρατίας, οι ξένοι μπορούν να καταλάβουν θέση σ' αυτήν.

  • 6 Απρίλη

α) Δημόσια καταστροφή της λαιμητόμου.

β) Καθιέρωση του μέτρου των αντιποίνων ενάντια στους αντεπαναστάτες και του θεσμού της ομηρίας.

  • 9 Απρίλη

Απελευθέρωση όσων κρατουμένων κρατούνται χωρίς κατηγορία.

  • 12 Απρίλη

Κατάργηση των διώξεων για διαμαρτυρία γραμματίων.

  • 15 Απρίλη

Καθιέρωση της δημοσιότητας των συνεδριάσεων της Κομμούνας.

  • 16 Απρίλη

Δημιουργία επιτροπής για την καταγραφή των επιχειρήσεων που εγκατέλειψαν οι ιδιοκτήτες τους και για την αποκατάσταση της λειτουργίας τους, σε συνεργασία με τους εργαζόμενους.

  • 20 Απρίλη

Απαγόρευση νυκτερινής εργασίας μισθωτών αρτοποιών.

  • 26 Απρίλη

α) Ολοκληρωτική κατάργηση των προνομίων των δημοσίων υπαλλήλων - Καθορισμός νόμιμης αμοιβής τους.

β) Διορισμός επιτροπής για τη δημιουργία «Ελεύθερων Πανεπιστημίων».

γ) Διορισμός επιτροπής για την αναδιοργάνωση των πολιτικών δικαστηρίων με βάση το καθολικό εκλογικό δικαίωμα.

  • 27 Απρίλη

α) Ολοκληρωτική κατάργηση ποινικής και αστικής δικαιοδοσίας των επιχειρηματιών στους τόπους δουλιάς. - Κατάργηση δικαιώματος προστίμων. - Επιστροφή όσων είχαν εισπραχθεί.

β) Καθιέρωση της ασυλίας των ξένων ενάντια στις κατασχέσεις.

  • 28 Απρίλη

α) Κατάργηση της διάκρισης «νομίμων» και «μη νομίμων» συζύγων των Εθνοφρουρών στην είσπραξη του επιδόματος των οικογενειών τους.

β) Διορισμός επιτροπής για την αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης. - Καθιέρωση της δωρεάν παιδείας.

γ) Μέτρα για την καταπολέμηση της πορνείας και την προστασία των πορνών.

  • 4 Μάη

Κατάργηση των πολιτικών και επαγγελματικών όρκων.

  • 7 Μάη

α) Καταστροφή του Παρεκκλησίου για τον Εξαγνισμό για την εκτέλεση του Λουδοβίκου του 16ου.

β) Δωρεάν επιστροφή όλων των αντικειμένων αξίας κάτω των 20 φράγκων που είχαν ενεχυριαστεί μετά τις 25 Απρίλη 1871.

 

Βλαντιμίρ Ιλίτς Λένιν

Β. Ι. ΛΕΝΙΝ

Τα διδάγματα της Κομμούνας*

Υστερα από το πραξικόπημα, που έβαλε τέρμα στην Επανάσταση του 1848, η Γαλλία έπεσε 18 χρόνια κάτω από το ζυγό του καθεστώτος του Ναπολέοντα. Το καθεστώς αυτό οδήγησε τη χώρα όχι μόνο στην οικονομική καταστροφή, αλλά και στην εθνική ταπείνωση. Το προλεταριάτο, που εξεγέρθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς, επωμίστηκε δύο καθήκοντα, ένα πανεθνικό και ένα ταξικό: Την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Γερμανούς εισβολείς και τη σοσιαλιστική απελευθέρωση των εργατών από τον καπιταλισμό. Το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κομμούνας βρίσκεται σ' αυτήν ακριβώς τη συνένωση των δύο καθηκόντων.

Η αστική τάξη είχε σχηματίσει τότε «κυβέρνηση εθνικής άμυνας» και το προλεταριάτο βρέθηκε υποχρεωμένο να παλέψει για την πανεθνική ανεξαρτησία κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης αυτής. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση αυτή ήταν κυβέρνηση «προδοσίας του λαού», που αποστολή της θεωρούσε την πάλη ενάντια στο προλεταριάτο του Παρισιού. Το προλεταριάτο, όμως, τυφλωμένο από πατριωτικές αυταπάτες, δεν το καταλάβαινε αυτό. Η πατριωτική ιδέα έχει προέλευσή της ακόμη από τη μεγάλη επανάσταση του XVIII αιώνα. Η ιδέα αυτή είχε υποτάξει τα μυαλά των σοσιαλιστών της Κομμούνας και ο Μπλανκί, λόγου χάρη, αναμφισβήτητα επαναστάτης και θερμός οπαδός του σοσιαλισμού, δε βρήκε πιο κατάλληλη ονομασία για την εφημερίδα του από την αστική κραυγή: «Η πατρίδα σε κίνδυνο!».

Το μοιραίο λάθος των Γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού. Ο Μαρξ ακόμη στο μανιφέστο της Διεθνούς, το Σεπτέμβρη του 1870, έκανε προσεκτικό το γαλλικό προλεταριάτο, τονίζοντάς του ότι δεν πρέπει να παρασύρεται από την ψεύτικη εθνική ιδέα: Βαθιές αλλαγές έχουν συντελεστεί από τον καιρό της μεγάλης επανάστασης, οι ταξικές αντιθέσεις έχουν οξυνθεί, κι αν τότε ο αγώνας ενάντια στην αντίδραση ολόκληρης της Ευρώπης είχε συνενώσει ολόκληρο το επαναστατικό έθνος, τώρα το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να συνδέει τα συμφέροντά του με τα συμφέροντα των άλλων, των εχθρικών του τάξεων. Η αστική τάξη ας έχει την ευθύνη για την εθνική ταπείνωση, έργο του προλεταριάτου είναι ν' αγωνιστεί για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της εργασίας από το ζυγό της αστικής τάξης.

Και πραγματικά, δεν άργησε να αποκαλυφθεί το αληθινό βαθύτερο περιεχόμενο του αστικού «πατριωτισμού». Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών, αφού έκλεισε μια επαίσχυντη συνθήκη ειρήνης με τους Πρώσους, πέρασε στον άμεσό της σκοπό, ανάλαβε δηλαδή την επίθεση για να αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα που της προκαλούσαν το φόβο και τον τρόμο. Οι εργάτες απάντησαν με την ανακήρυξη της Κομμούνας και τον εμφύλιο πόλεμο.

Παρά το γεγονός ότι το σοσιαλιστικό προλεταριάτο ήταν χωρισμένο σε πολλές αιρέσεις, η Κομμούνα αποτέλεσε ένα λαμπρό υπόδειγμα της ικανότητας του προλεταριάτου να πραγματοποιεί ομόθυμα τα δημοκρατικά καθήκοντα που η αστική τάξη ήξερε μόνο να τα διακηρύσσει. Χωρίς καμιά ιδιαίτερη πολύπλοκη νομοθεσία, απλά, στην πράξη, το προλεταριάτο που κατέλαβε την εξουσία εφάρμοσε τον εκδημοκρατισμό του κοινωνικού καθεστώτος, κατάργησε τη γραφειοκρατία και πραγματοποίησε την αιρετότητα των δημοσίων υπαλλήλων από το λαό.

Δυο όμως λάθη κατάστρεψαν τους καρπούς της λαμπρής νίκης. Το προλεταριάτο σταμάτησε στη μέση του δρόμου: Αντί να αρχίσει την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», παρασύρθηκε από το όνειρο να εγκαθιδρύσει ανώτερη Δικαιοσύνη σε μια χώρα που να την ενώνει το πανεθνικό καθήκον. Δεν κατέλαβε, λ.χ., τέτοια ιδρύματα, σαν την Τράπεζα, οι θεωρίες των προυντονιστών για «δίκαιη ανταλλαγή» κτλ. επικρατούσαν ακόμα ανάμεσα στους σοσιαλιστές. Το δεύτερο λάθος είναι η υπερβολική μεγαλοψυχία του προλεταριάτου: Επρεπε να εξοντώσει τους εχθρούς του. Απεναντίας, το προλεταριάτο του Παρισιού προσπαθούσε να επιδράσει ηθικά επάνω τους, περιφρόνησε τη σημασία των καθαρά πολεμικών ενεργειών στον εμφύλιο πόλεμο και, αντί να στεφανώσει τη νίκη του στο Παρίσι με αποφασιστική επίθεση ενάντια στις Βερσαλλίες, αργοπόρησε κι έδωσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών τον καιρό να συγκεντρώσει τις σκοτεινές δυνάμεις και να προετοιμαστεί για τη ματωμένη εβδομάδα του Μάη.

Παρ' όλα όμως τα λάθη της, η Κομμούνα αποτελεί το πιο υψηλό παράδειγμα του πιο περίλαμπρου προλεταριακού κινήματος του ΧΙΧ αιώνα. Ο Μαρξ εκτιμούσε εξαιρετικά την ιστορική σημασία της Κομμούνας. Αν τον καιρό που η συμμορία των Βερσαλλιών έκανε την προδοτική επιδρομή για ν' αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα οι εργάτες τα παράδιναν χωρίς μάχη, η καταστροφική πτώση του ηθικού, που θα προκαλούσε μια τέτοια αδυναμία στο προλεταριακό κίνημα, θα ήταν πολλές φορές πιο βαριά, παρά η ζημιά από τις απώλειες που είχε η εργατική τάξη στον αγώνα, υπερασπίζοντας τα όπλα της. Οσο μεγάλες και αν ήταν οι θυσίες της Κομμούνας, αυτές εξαγοράζονται με τη σημασία που έχει για τον καθολικό προλεταριακό αγώνα: Η Κομμούνα έδειξε τη δύναμη του εμφυλίου πολέμου, διέλυσε τις πατριωτικές αυταπάτες κι έκανε θρύψαλα την απλοϊκή πίστη ότι οι επιδιώξεις της αστικής τάξης είναι πανεθνικές. Η Κομμούνα έμαθε στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο να βάζει συγκεκριμένα τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Το δίδαγμα που πήρε το προλεταριάτο δε θα ξεχαστεί. Η εργατική τάξη θα χρησιμοποιήσει αυτό το δίδαγμα, όπως το χρησιμοποίησε κιόλας στη Ρωσία κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη.

Η εποχή που προηγήθηκε από τη ρωσική επανάσταση και που προετοίμασε την επανάσταση έχει μια κάποια ομοιότητα με την εποχή του ζυγού του Ναπολέοντα στη Γαλλία. Και στη Ρωσία η απολυταρχική κλίκα έφερε τη χώρα ως τη φρίκη της οικονομικής καταστροφής και της εθνικής ταπείνωσης. Πολύ καιρό όμως δεν μπορούσε να ξεσπάσει η επανάσταση, όσο η κοινωνική ανάπτυξη δεν είχε δημιουργήσει τις συνθήκες για ένα μαζικό κίνημα και οι απομονωμένες επιθέσεις ενάντια στην κυβέρνηση στην προεπαναστατική περίοδο, παρ' όλο τον ηρωισμό τους, τσακίζονταν πάνω στην αδιαφορία των λαϊκών μαζών. Μόνο η σοσιαλδημοκρατία με επίμονη και συστηματική δουλιά διαπαιδαγώγησε τις μάζες ως τις ανώτερες μορφές πάλης, τις μαζικές εκδηλώσεις και τον εμφύλιο ένοπλο πόλεμο.

Η σοσιαλδημοκρατία μπόρεσε να διαλύσει «τις πανεθνικές» και «πατριωτικές» πλάνες που είχε το νεαρό προλεταριάτο και όταν με την άμεση επέμβασή της κατόρθωσε να αποσπαστεί από τα χέρια του τσάρου το μανιφέστο της 17 του Οχτώβρη, το προλεταριάτο πέρασε στη δραστήρια προετοιμασία για το επόμενο αναπόφευκτο στάδιο της επανάστασης, την ένοπλη εξέγερση. Ελευθερωμένο από τις «πανεθνικές» αυταπάτες, συγκέντρωνε τις ταξικές του δυνάμεις στις μαζικές του οργανώσεις, τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών κτλ. Και παρ' όλες τις διαφορές των σκοπών και των καθηκόντων που έμπαιναν μπροστά στη ρωσική επανάσταση, σε σύγκριση με την επανάσταση του 1871, το ρωσικό προλεταριάτο ήταν υποχρεωμένο να καταφύγει στον ίδιο τρόπο πάλης, στον εμφύλιο πόλεμο, που την αρχή του την έκανε η Κομμούνα του Παρισιού. Το προλεταριάτο της Ρωσίας θυμόταν τα διδάγματά της και ήξερε ότι δεν πρέπει να περιφρονεί τα ειρηνικά μέσα πάλης - τα μέσα αυτά εξυπηρετούν τα τρέχοντα, τα καθημερινά συμφέροντα και είναι απαραίτητα στην περίοδο της προετοιμασίας της επανάστασης - ποτέ όμως δεν πρέπει να ξεχνά ότι η ταξική πάλη κάτω από ορισμένες συνθήκες παίρνει τη μορφή του ένοπλου αγώνα και του εμφύλιου πολέμου. Υπάρχουν στιγμές που τα συμφέροντα του προλεταριάτου απαιτούν αμείλικτη εξόντωση των εχθρών του σε ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις. Για πρώτη φορά το έδειξε αυτό το γαλλικό προλεταριάτο στην Κομμούνα και το επικύρωσε περίλαμπρα το ρωσικό προλεταριάτο με την εξέγερση του Δεκέμβρη.

Ας καταπνίγηκαν οι δυο αυτές μεγαλειώδεις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης, θα γίνει νέα εξέγερση που μπροστά της θ' αποδειχτούν ανίσχυρες οι δυνάμεις των εχθρών του προλεταριάτου και από την εξέγερση αυτή το σοσιαλιστικό προλεταριάτο θα βγει με ολοκληρωμένη τη νίκη.

*ΑΠΑΝΤΑ ΛΕΝΙΝ, τόμος 16ος, σελ. 475-478, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

 

Το γκρέμισμα της κολόνας Ventome

Β. Ι. ΛΕΝΙΝ

Στη μνήμη της Κομμούνας*

Πέρασαν σαράντα χρόνια από τον καιρό της ανακήρυξης της Παρισινής Κομμούνας. Σύμφωνα με τα καθιερωμένα, το γαλλικό προλεταριάτο τίμησε με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις τη μνήμη των αγωνιστών της επανάστασης της 18 Μάρτη 1871 και στο τέλος του Μάη θα καταθέσει ξανά στεφάνια στους τάφους των κομμουνάρων που εκτελέστηκαν, των θυμάτων της φοβερής «βδομάδας του Μάη» κι επάνω στους τάφους τους θα δώσει και πάλι όρκο να παλέψει ακούραστα ως τον πλήρη θρίαμβο των ιδεών τους, ως την πλήρη αποπεράτωση του έργου που μας κληροδότησαν.

Αλλά γιατί το προλεταριάτο, όχι μόνο το γαλλικό, αλλά και όλου του κόσμου, τιμά στο πρόσωπο των αγωνιστών της παρισινής Κομμούνας τους προδρόμους του; Και ποια είναι η κληρονομιά της Κομμούνας;

Η Κομμούνα γεννήθηκε αυθόρμητα. Κανένας δεν την είχε προετοιμάσει συνειδητά και σχεδιασμένα. Ο αποτυχημένος πόλεμος με τη Γερμανία, τα βάσανα τον καιρό της πολιορκίας, η ανεργία στις γραμμές του προλεταριάτου και η καταστροφή της μικροαστικής τάξης, η αγανάκτηση των μαζών ενάντια στις ανώτερες τάξεις και ενάντια στις αρχές που είχαν δείξει πλήρη ανικανότητα, ο υπόκωφος αναβρασμός στους κόλπους της εργατικής τάξης, που ήταν δυσαρεστημένη με την κατάστασή της και επιδίωκε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα, η αντιδραστική σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης, που αποτελούσε κίνδυνο για την τύχη της δημοκρατίας, όλα αυτά και πολλά άλλα μαζεύτηκαν, με αποτέλεσμα να σπρώξουν τον πληθυσμό του Παρισιού στην επανάσταση της 18ης Μάρτη, η οποία παρέδωσε απροσδόκητα την εξουσία στα χεριά της Εθνοφρουράς, στα χέρια της εργατικής τάξης και της μικροαστικής τάξης, που είχε προσχωρήσει σ' αυτήν.

Αυτό ήταν ένα γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία. Ως τότε η εξουσία βρισκόταν συνήθως στα χέρια των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, δηλαδή σε εντολοδόχους τους, που συγκροτούσαν τη λεγόμενη κυβέρνηση. Υστερα όμως από την επανάσταση της 18ης Μάρτη, όταν η κυβέρνηση του κ. Θιέρσου με το στρατό της, την αστυνομία και τους υπαλλήλους της έφυγε από το Παρίσι, ο λαός έμεινε κύριος της κατάστασης και η εξουσία πέρασε στο προλεταριάτο. Στη σημερινή όμως κοινωνία, το προλεταριάτο, που οικονομικά είναι υποδουλωμένο στο κεφάλαιο, δεν μπορεί να κυριαρχήσει πολιτικά, αν δε σπάσει τις αλυσίδες του που το κρατούν δεμένο στο κεφάλαιο. Και να γιατί το κίνημα της Κομμούνας όφειλε να πάρει αναπόφευκτα σοσιαλιστική χροιά, δηλαδή να επιδιώξει την ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης, της κυριαρχίας του κεφαλαίου, την καταστροφή των ίδιων των θεμελίων του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος.

Στην αρχή το κίνημα αυτό ήταν πάρα πολύ μπερδεμένο και ακαθόριστο. Προσχώρησαν σ' αυτό και πατριώτες που έλπιζαν ότι η Κομμούνα θα ξαναρχίσει τον πόλεμο ενάντια στους Γερμανούς και θα τον φέρει σε νικηφόρο τέρμα. Το υποστήριξαν και οι μικροί καταστηματάρχες που τους απειλούσε η καταστροφή αν δε δινόταν αναστολή στην εξόφληση των γραμματίων και στην καταβολή των ενοικίων (η κυβέρνηση δεν ήθελε να δώσει αυτή την αναστολή, όμως η Κομμούνα την έδωσε). Τέλος, στις αρχές το συμπαθούσαν εν μέρει και οι αστοί δημοκράτες που φοβούνταν ότι η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση («η χωριατιά», οι άξεστοι τσιφλικάδες) θα επαναφέρει τη μοναρχία. Τον κύριο όμως ρόλο στο κίνημα αυτό τον έπαιζαν, φυσικά, οι εργάτες (ιδίως οι χειροτέχνες του Παρισιού), ανάμεσα στους οποίους τα τελευταία χρόνια της Δεύτερης αυτοκρατορίας είχε γίνει δραστήρια σοσιαλιστική προπαγάνδα και πολλοί απ' αυτούς ανήκαν και στη Διεθνή.

Μόνον οι εργάτες έμειναν ως το τέλος πιστοί στην Κομμούνα. Οι αστοί δημοκράτες και οι μικροαστοί γρήγορα ξέκοψαν απ' αυτήν: τους πρώτους τους φόβισε ο επαναστατικοσοσιαλιστικός, ο προλεταριακός χαρακτήρας του κινήματος, οι δεύτεροι ξέκοψαν, όταν είδαν ότι ήταν καταδικασμένο σε αναπόφευκτη ήττα. Μόνο οι Γάλλοι προλετάριοι υποστήριζαν άφοβα και ακούραστα τη δική τους κυβέρνηση, μόνο αυτοί μάχονταν και πέθαιναν γι' αυτήν, δηλαδή για την υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης, για ένα καλύτερο μέλλον όλων των εργαζομένων.

Εγκαταλειμμένη από τους χτεσινούς της συμμάχους και χωρίς καμιά υποστήριξη, η Κομμούνα έμελλε αναπόφευκτα να ηττηθεί. Ολη η αστική τάξη της Γαλλίας, όλοι οι τσιφλικάδες, οι χρηματιστές, οι εργοστασιάρχες, όλοι οι μεγάλοι και οι μικροί κλέφτες, όλοι οι εκμεταλλευτές ενώθηκαν εναντίον της. Η αστική αυτή συμμαχία, που υποστηριζόταν από τον Βίσμαρκ (αυτός απελευθέρωσε από τη γερμανική αιχμαλωσία 100.000 Γάλλους φαντάρους για να υποτάξουν το επαναστατημένο Παρίσι), πέτυχε να ξεσηκώσει τους καθυστερημένους αγρότες και την επαρχιακή μικροαστική τάξη ενάντια στο παρισινό προλεταριάτο και να κυκλώσει το μισό Παρίσι μ' ένα σιδερένιο κλοιό (το άλλο μισό ήταν μπλοκαρισμένο από το γερμανικό στρατό). Σε μερικές μεγάλες πόλεις της Γαλλίας (Μασσαλία, Λυών, Σεντ - Ετιέν, Ντιζόν κ.ά) οι εργάτες έκαναν επίσης απόπειρες όμως αυτές κατέληξαν γρήγορα σε αποτυχία. Και το Παρίσι, που ύψωσε πρώτο τη σημαία της προλεταριακής εξέγερσης, αφέθηκε στις δικές του μόνο δυνάμεις και καταδικάστηκε σε σίγουρη καταστροφή.

Για να νικήσει η κοινωνική επανάσταση πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δύο όροι: υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατάλληλη προετοιμασία του προλεταριάτου. Το 1871 όμως και οι δύο αυτοί όροι δεν υπήρχαν. Ο γαλλικός καπιταλισμός ήταν ακόμη αδύνατα αναπτυγμένος και η Γαλλία ήταν τότε χώρα κυρίως των μικροαστών (βιοτέχνες, αγρότες, μικροκαταστηματάρχες κ.ά). Από την άλλη μεριά, δεν υπήρχε εργατικό κόμμα, δεν υπήρχε προετοιμασία και μακρόχρονη εξάσκηση της εργατικής τάξης που στη μεγάλη πλειοψηφία της δεν καταλάβαινε και πολύ καθαρά τα καθήκοντά της και τους τρόπους της πραγματοποίησής τους. Δεν υπήρχε ούτε σοβαρή πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου, ούτε μαζικά συνδικάτα και συνεταιριστικές ενώσεις...

Το βασικό όμως που έλειψε από την Κομμούνα ήταν ο χρόνος, η ελευθερία να εξετάσει προσεκτικά την κατάσταση και να καταπιαστεί με την εφαρμογή του προγράμματός της. Δεν πρόφτασε η Κομμούνα ν' αρχίσει το έργο της, και η κυβέρνηση, που είχε εγκατασταθεί στις Βερσαλίες, άρχισε, με την υποστήριξη όλης της αστικής τάξης, τις πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στο Παρίσι. Και η Κομμούνα έπρεπε να σκεφτεί πρώτ' απ' όλα για την αυτοάμυνά της. Και ως το τέλος, που επήλθε στις 21 - 28 του Μάη, δεν είχε καιρό να σκεφτεί σοβαρά για τίποτε άλλο.

Ωστόσο, παρά τις τόσο δυσμενείς συνθήκες, παρά την ολιγόχρονη ύπαρξή της, η Κομμούνα πρόφτασε να πάρει κάμποσα μέτρα, που είναι αρκετά για να χαρακτηρίσουν το πραγματικό της νόημα και τους πραγματικούς της σκοπούς (...).

Ολα αυτά τα μέτρα έδειχναν αρκετά καθαρά ότι η Κομμούνα αποτελεί θανάσιμη απειλή για τον παλιό κόσμο, το θεμελιωμένο στην υποδούλωση και στην εκμετάλλευση. Γι' αυτό η αστική κοινωνία δεν μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα όσο στο δημαρχείο του Παρισιού ανέμιζε η κόκκινη σημαία του προλεταριάτου. Και όταν τελικά η οργανωμένη κυβερνητική δύναμη κατόρθωσε να καταβάλει την άσχημα οργανωμένη δύναμη της επανάστασης, οι βοναπαρτικοί στρατηγοί, που τις έφαγαν από τους Γερμανούς και έκαναν το γενναίο απέναντι στους νικημένους συμπατριώτες τους, οι Γάλλοι αυτοί Ρενενκάμπφ και Μέλερ - Ζακομέλσκι, οργάνωσαν μια σφαγή που δεν είχε ξαναδεί το Παρίσι. Περίπου 30.000 κάτοικοι του Παρισιού σκοτώθηκαν από την εξαγριωμένη φανταρία, 45.000 περίπου πιάστηκαν και αργότερα πολλοί απ' αυτούς εκτελέστηκαν, χιλιάδες στάλθηκαν στα κάτεργα και στην εξορία. Γενικά το Παρίσι έχασε περίπου 100.000 από τα παιδιά του και ανάμεσα σ' αυτά τους καλύτερους εργάτες απ' όλα τα επαγγέλματα.

Η αστική τάξη ικανοποιήθηκε. «Με το σοσιαλισμό ξοφλήσαμε τώρα για πολύν καιρό!», έλεγε ο αρχηγός της, ο αιμοδιψής νάνος, ο Θιέρσος, ύστερα από το αιματηρό λουτρό που έκανε με τους στρατηγούς του στο παρισινό προλεταριάτο. Του κάκου όμως έκρωζαν τα αστικά αυτά κοράκια. Υστερα από έξι περίπου χρόνια από την καταστολή της Κομμούνας, όταν πολλοί μαχητές της έλιωναν ακόμα στα κάτεργα και στις εξορίες, στη Γαλλία άρχιζε κιόλας ένα νέο εργατικό κίνημα. Η καινούρια σοσιαλιστική γενιά, πλουτισμένη με την πείρα των προδρόμων της, που δεν ήταν όμως καθόλου απογοητευμένη από την ήττα τους, άρπαξε τη σημαία που έπεσε από τα χέρια των μαχητών της Κομμούνας και την έφερε με πεποίθηση και τόλμη μπροστά με τα συνθήματα: «Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Κομμούνα!». Και ύστερα από άλλα δύο χρόνια, το νέο εργατικό κόμμα, με τη ζύμωση που ανέπτυξε στη χώρα, υποχρέωσε τις κυρίαρχες τάξεις να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους κομμουνάρους που βρίσκονταν ακόμη στα χέρια της κυβέρνησης.

Τη μνήμη των μαχητών της Κομμούνας την τιμούν όχι μόνο οι Γάλλοι εργάτες, αλλά και το προλεταριάτο όλου του κόσμου. Γιατί η Κομμούνα δεν πάλευε για κάποιο τοπικό, είτε στενά εθνικό σκοπό, αλλά για την απελευθέρωση όλης της εργαζόμενης ανθρωπότητας, όλων των ταπεινών και καταφρονεμένων. Η Κομμούνα, σαν πρωτοπόρος μαχητής της κοινωνικής επανάστασης, απέσπασε τη συμπάθεια του προλεταριάτου παντού όπου αυτό υποφέρει και αγωνίζεται. Η εικόνα της ζωής και του θανάτου της, η μορφή της εργατικής κυβέρνησης, που πήρε και κράτησε στα χέρια της πάνω από δύο μήνες την πρωτεύουσα του κόσμου, το θέαμα της ηρωικής πάλης του προλεταριάτου και τα μαρτύριά του μετά την ήττα, όλα αυτά ανέβασαν το ηθικό εκατομμυρίων εργατών, αναπτέρωσαν τις ελπίδες τους, και τράβηξαν τη συμπάθειά τους προς το μέρος του σοσιαλισμού. Η βροντή των κανονιών του Παρισιού αφύπνισε τα πιο καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου, που ήταν βυθισμένα σ' ένα βαθύ ύπνο και έδωσε παντού ώθηση στο δυνάμωμα της επαναστατικής - σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Να γιατί το έργο της Κομμούνας δεν πέθανε, ζει μέχρι σήμερα στον καθένα από μας.

Η υπόθεση της Κομμούνας είναι υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης, υπόθεση της ολοκληρωτικής πολιτικής και οικονομικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, είναι υπόθεση του παγκόσμιου προλεταριάτου. Και με την έννοια αυτή το έργο της Κομμούνας είναι αθάνατο.

*ΑΠΑΝΤΑ ΛΕΝΙΝ, τόμος 20ός, σελ. 224 - 229, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

 

Ομάδα παρισινών εργατών που συμμετέχουν στην εξέγερση

ΟΥΙΛΙΑΜ ΦΟΣΤΕΡ

Η διάσπαση στο συνέδριο της Χάγης*

Υστερα από την πτώση της Κομμούνας του Παρισιού, σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες, δυνάμωσαν οι διώξεις ενάντια στα μέλη της Διεθνούς. Η Κομμούνα γέμισε με τρόμο τις κυρίαρχες τάξεις, που ήταν αποφασισμένες να εμποδίσουν, όσο ήταν δυνατό, την επανάληψη παρόμοιων γεγονότων. Ο αστικός Τύπος επιτίθεται παντού με πείσμα ενάντια στη Διεθνή. Στο Συνέδριο της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών, που συνήλθε στη Χάγη, ο Μαρξ είπε: «Ολα τα φράγματα της συκοφαντίας που διέθετε ο μίσθαρνος Τύπος της αστικής τάξης ανοίχτηκαν απότομα και άφησαν να ξεχυθεί ένας χείμαρρος από συκοφαντίες για να πνίξουν το μισητό εχθρό. Αυτή η συκοφαντική εκστρατεία δεν έχει το ταίρι της στην ιστορία... Υστερα από τη μεγάλη πυρκαγιά του Σικάγου, ο τηλέγραφος διέδωσε σ' όλον τον κόσμο ότι αυτή η πυρκαγιά είναι διαβολικό έργο της Διεθνούς».

Στα 1870 ψηφίστηκε στη Γαλλία ένας νόμος που θεωρούσε έγκλημα το να ανήκει κανένας στη Διεθνή. Η Γαλλία ζητούσε απ' όλες τις χώρες να παραδώσουν στη γαλλική κυβέρνηση, σαν εγκληματίες κοινού ποινικού δικαίου, τους κομμουνάρους πρόσφυγες. Την ίδια χρονιά στην Ολλανδία διατέθηκε ένα ποσό από 3.000.000 γκούλντεν για να εμποδιστεί η διάδοση του κομμουνισμού. Στη Γερμανία ο Μπέμπελ και ο Λίμπκνεχτ, που διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στην προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωραίνης και εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους με την Κομμούνα, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε δύο χρόνια φυλάκιση σ' ένα φρούριο. Στην Ισπανία, την Ιταλία, το Βέλγιο και σ' άλλες χώρες οι διεθνιστές υποβλήθηκαν σε λυσσασμένες αστυνομικές διώξεις. Στις αρχές του 1872 η ισπανική κυβέρνηση κάλεσε τις άλλες κυβερνήσεις να συνεργαστούν για την εξόντωση της Διεθνούς. Ο Πάπας ένωσε τη φωνή του με τις κραυγές εκείνων που ζητούσαν εκδίκηση. Στα 1873 η Ρωσία, η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία υπέγραψαν συμφωνία με την οποία αναλάμβαναν την υποχρέωση να διεξάγουν κοινό αγώνα ενάντια στη Διεθνή. Προσπάθησαν να παρασύρουν και την Αγγλία, αλλά δεν το κατόρθωσαν.

Το ομοσπονδιακό Συμβούλιο του παρισινού τμήματος της Διεθνούς.Εκλογικό πρόγραμμα και κατάλογος υποψηφιοτήτων στην Κομμούνα του Παρισιού, 23 Μάρτη 1871

Η εσωτερική κρίση

Πιο επικίνδυνη όμως για τη Διεθνή από τις αστυνομικές αυτές διώξεις ήταν η εσωτερική κρίση, που επιδεινωνόταν όλο και περισσότερο στην οργάνωση ύστερα από το τέλος της Κομμούνας. Η κρίση αυτή συνίστατο στην όλο και πιο πεισματώδη πάλη ανάμεσα στους μαρξιστές και τους μπακουνινιστές - ανάμεσα στη «Συμμαχία», που επικεφαλής της βρισκόταν ο Μπακούνιν και στις δυνάμεις που ήταν με το μέρος του Γενικού Συμβουλίου, που καθοδηγούσε ο Μαρξ. Οπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, οι μαρξιστές είχαν κάθε λόγο να υποστηρίζουν ότι η Κομμούνα επιβεβαίωσε τη γενική τους πολιτική γραμμή, αλλά οι μπακουνινιστές υποστήριζαν με πείσμα το αντίθετο. Υποστήριζαν με κάθε τρόπο πως η αυθόρμητη εξέγερση των εργατών του Παρισιού και των άλλων γαλλικών πόλεων αναιρεί τις αντιλήψεις του Μαρξ και επιβεβαιώνει γενικά τη θεωρία του αυθόρμητου, που προπαγάνδιζε ο Μπακούνιν. Οι μπακουνινιστές έπαιρναν θάρρος για να δυναμώσουν τη φραξιονιστική δράση και κατόρθωσαν πραγματικά να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους σε μια σειρά χώρες. Ηταν εξαιρετικά ισχυροί στις λατινικές χώρες: Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Γαλλικό Βέλγιο, γαλλική και ιταλική Ελβετία. Το κύριο κέντρο τους ήταν η Γενεύη και ο Μπακούνιν κατέφευγε σε διάφορες μηχανορραφίες για να πετύχει τη μετάθεση της έδρας της Διεθνούς σ' αυτή την πόλη. Η πείρα της Κομμούνας εξαφάνισε σχεδόν κάθε πολιτική επιρροή των προυντονιστών και των μπλανκιστών στη Γαλλία, αλλά παρέτεινε παντού την ύπαρξη των μπακουνινιστών.

Η εσωτερική κρίση οξύνθηκε στις μεγαλύτερες χώρες, που ήταν φρούρια της Διεθνούς. Στη Γαλλία ύστερα από την πτώση της Κομμούνας είχε εξασθενίσει πολύ όλο το εργατικό κίνημα. Στη Γερμανία οι καυγάδες ανάμεσα στους μαρξιστές και τους λασσαλικούς, στους οποίους προστίθονταν και οι διώξεις της κυβέρνησης, έσπειραν τη σύγχυση στο εργατικό κίνημα. Στις Ενωμένες Πολιτείες η Εθνική Ενωση των Εργατών, που κρατούσε φιλική στάση απέναντι στη Διεθνή, ξέπεφτε γοργά. Και στην Αγγλία, που ήταν το κύριο στήριγμα του Μαρξ στη Διεθνή, υπήρχαν εσωτερικές δυσκολίες. Ολοι οι τρεϊντγιουνιονιστές ηγέτες, εκτός από ένα μονάχα, παραιτήθηκαν από το Γενικό Συμβούλιο σ' ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στη βοήθεια που έδωσε ο Μαρξ στην Κομμούνα. Αλλοι οπορτουνιστές συνδικαλιστές ηγέτες, υιοθετώντας την αντιπολιτευτική μέθοδο που χαρακτήριζε την πάλη ενάντια στο Γενικό Συμβούλιο ίδρυσαν τη Βρετανική Ομοσπονδία της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών για να διακόψουν την άμεση επαφή του Γενικού Συμβουλίου με τα τρεϊντγιούνιονς. Αυτή η άσχημη κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ο Εκάριους και ο Χαίιλς, που κατείχαν διαδοχικά τη θέση του Γενικού Γραμματέα της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών, διέκοψαν τις σχέσεις με τον Μαρξ.

Σελίδα απο τα πραχτικά της συνεδρίασης της 21ης Μάρτη 1871 του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς. Με πρόταση του Μάρξ, το Συμβούλιο αποφάσισε να οργανωθούν εργατικές συγκεντρώσεις για να εξηγήσει τη σημασία της παρισινής επανάστασης και να ενισχύσει την αλληλεγγύη των εργατών προς αυτήν

Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου

Σ' αυτές τις δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες η Διεθνής οργάνωσε ειδική Γενική Συνδιάσκεψη στο Λονδίνο (17-23 του Σεπτέμβρη 1871) αντί του συνεδρίου που θα έπρεπε να συνέλθει στο Μάιντς της Γερμανίας, όπως είχε καθοριστεί πριν από ένα χρόνο. Για να μην εκτεθούν σε διώξεις οι Γάλλοι αντιπρόσωποι, η συνδιάσκεψη δεν ήταν δημόσια. Στη Συνδιάσκεψη πήραν μέρος 23 πρόσωπα, από τα οποία τα 17 ήταν μέλη του Γενικού Συμβουλίου. Ο Μαρξ αντιπροσώπευε τη Γερμανία, ο Ενγκελς την Ιταλία, ο Ν. Ούτιν τη Ρωσία και ο Εκάριους τις Ενωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τον Ποστγκέιτ, η Διεθνής είχε τότε, αν υπολογίσουμε όλες τις παρατάξεις, 58 εφημερίδες, από τις οποίες 3 στις Ενωμένες Πολιτείες.

Το κύριο πρόβλημα που μπήκε μπροστά στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου ήταν η επικείμενη διάσπαση στους κόλπους της Διεθνούς. Τα πράγματα έφτασαν στο σημείο ώστε με τη δημιουργία της ομοσπονδίας του Γιούρα (Jura) στην Ελβετία (που ήταν το γενικό επιτελείο του Μπακούνιν) να υπάρχουν στο πολιτικό πεδίο δυο αντίπαλες οργανώσεις. Ο Γαίκ λέγει τα εξής για τη φραξιονιστική κατάσταση στην Ισπανία: «Στις περισσότερες πόλεις υπήρχαν εκτός από τα τμήματα της "Συμμαχίας" και τμήματα της Διεθνούς χωρίς να υπάρχει καμιά σύνδεση μεταξύ τους». Ο ίδιος συγγραφέας περιγράφει την οργάνωση του Μπακούνιν στην Ιταλία, όπου υπήρχε μεγάλος αριθμός ρεπουμπλικάνων οπαδών του Ματσίνι: «Ολα τα λεγόμενα τμήματα της Διεθνούς καθοδηγούνταν από δικηγόρους χωρίς πελατεία, από αμαθείς και χωρίς αρρώστους γιατρούς, από φοιτητές που παίζουνε μπιλιάρδο, από περιοδεύοντες εμπορικούς υπαλλήλους, από άλλους υπαλλήλους και ιδιαίτερα από δημοσιογραφικούς με περισσότερο ή λιγότερο αμφίβολο ταλέντο». Η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου δεν μπορούσε να κάνει παρά πολλά για τη βελτίωση αυτής της δύσκολης κατάστασης. Δεν μπόρεσε παρά μόνο να υποστηρίξει τη γραμμή του Γενικού Συμβουλίου.

Η Συνδιάσκεψη, βγάζοντας ένα από τα πιο σημαντικά διδάγματα της πείρας της Κομμούνας, υπογράμμισε τη μεγάλη ανάγκη για τους εργάτες των διαφόρων χωρών να δημιουργήσουν δικά τους πολιτικά κόμματα και να αρχίσουν πολιτική δράση. Η Συνδιάσκεψη συγχάρηκε επίσης το σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα της Γερμανίας για τις τελευταίες εκλογικές επιτυχίες του. Ολα αυτά ισοδυναμούσαν, φυσικά, με θανάσιμο χτύπημα για τους μπακουνινιστές. Η Συνδιάσκεψη αποφάσισε το επόμενο συνέδριο της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών να συνέλθει τον ερχόμενο χρόνο.

Οι μπακουνινιστές όμως αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου. Στις 12 του Νοέμβρη 1871 έκαναν επίσημο συνέδριο στο Σονβιλιέ της Ελβετίας. Ενας από τους αντιπροσώπους ήταν ο Ζιούλ Γκεντ, που αργότερα έπαιξε βασικό ρόλο στην ανάπτυξη του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος. Το συνέδριο αυτό, που αποτελούνταν από οπαδούς της «Συμμαχίας», ήταν μια άμεση πρόκληση κατά του Γενικού Συμβουλίου. Το συνέδριο, με δήλωσή του που απευθυνόταν προς όλα τα τμήματα της Διεθνούς, κατάγγειλε το Συμβούλιο σα διεφθαρμένο και δικτατορικό, καταδίκαζε το πρόγραμμα της πολιτικής του δράσης και ζητούσε να συγκληθεί αμέσως ένα νέο συνέδριο. Οι ιδεολογικές διαφωνίες μετατράπηκαν σε οργανωτική διάσπαση.

Το Συνέδριο της Χάγης

Το 5ο Συνέδριο της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών συνήλθε στη Χάγη. Αρχισε τις εργασίες του στις 2 του Σεπτέμβρη 1872. Για πρώτη φορά παραβρίσκονταν προσωπικά ο Μαρξ και ο Ενγκελς. Ο Μαρξ είχε γράψει στον Ζόργκε και τον Κούγκελμαν ότι θεωρούσε το συνέδριο «ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη Διεθνή». Και έτσι ήταν. Ο Μπακούνιν δεν παραβρίσκονταν προσωπικά, αλλά οι άνθρωποί του, με επικεφαλής τον Ζ. Γκιλιώμ, ήταν πολυάριθμοι και όλοι τους έτοιμοι να παίξουν με ανοιχτά χαρτιά.

Η διάσπαση εκδηλώθηκε από την αρχή κιόλας του συνεδρίου και χρειάστηκαν τρεις μέρες για τον έλεγχο των πληρεξουσιοτήτων. Από τους 65 αντιπροσώπους που τελικά επικυρώθηκαν τα πληρεξούσιά τους, οι 40 περίπου υποστήριζαν την κύρια γραμμή του Γενικού Συμβουλίου και 25 περίπου ήταν με το μέρος της αντιπολίτευσης. Υποστηρικτές του μαρξισμού ήταν: Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου - 16, Γερμανία - 10, Γαλλία - 6, Ελβετία -3, Ενωμένες Πολιτείες - 2, (ο Ζόργκε* μαρξιστής και ο Ντεριούρ μπλανκιστής), Ισπανία, Βοημία, Δανία, και Σουηδία - κάθε μια από 1. Οι υποστηρικτές του Μπακούνιν ήταν Βέλγιο - 7, Αγγλία - 5, Ολλανδία - 4, Ισπανία - 4, Ελβετία - 2, Γαλλία 1. Οι Ιταλοί μπακουνινιστές μποϊκοτάρισαν το συνέδριο.

Ο ξεχωρισμός μεταξύ των παρατάξεων δεν ακολουθούσε μια πέρα για πέρα σαφή ιδεολογική γραμμή, γιατί μερικοί από τους υποστηρικτές των δύο μερίδων ενεργούσαν από άλλους λόγους που δε συνδέονταν με τα κύρια προβλήματα του συνεδρίου. Τέτοια ήταν η περίπτωση των Αγγλων αντιπροσώπων, συμπεριλαμβανομένου του Εκάριους και τριών άλλων μελών του Γενικού Συμβουλίου. Οντας πριν απ' όλα οπαδοί του καθαρού τρέιντγιουνιονισμού δε συμμερίζονταν τις αναρχικές απόψεις του Μπακούνιν, αλλά, παρ' όλα αυτά, ψήφισαν ενάντια στους μαρξιστές.

Το συνέδριο ασχολήθηκε στις αποφάσεις του με τέσσερα κυρίως προβλήματα: το ρόλο και τα δικαιώματα του Γενικού Συμβουλίου, την έδρα της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών, την πολιτική γραμμή της Διεθνούς και την κατάσταση της «Συμμαχίας» του Μπακούνιν.

Τα δικαιώματα του Γενικού Συμβουλίου

Οι μπακουνινιστές ανήγαγαν το σημείο αυτό σε κεντρικό πρόβλημα. Φανατικοί οπαδοί του αυθόρμητου και μιας άκρας τοπικής αυτονομίας, πρότειναν το Γενικό Συμβούλιο να μην είναι τίποτε άλλο από γραφείο αλληλογραφίας και συλλογέας στατιστικών στοιχείων. Αντιτάσσονταν πεισματικά στην ιδέα ότι το Γενικό Συμβούλιο έπρεπε να εφαρμόζει τις αποφάσεις των συνεδρίων και να δρα σαν καθοδηγητικό πολιτικό όργανο της Διεθνούς. Μερικοί ήθελαν να καταργήσουν τελείως το Γενικό Συμβούλιο. Οι μαρξιστές, από την άλλη μεριά, επέμεναν πάνω στην ανάγκη μιας πολιτικής γραμμής και μιας γενικής διεθνούς πειθαρχίας. Παίρνοντας υπόψη τη σοβαρή εσωτερική κρίση, το συνέδριο υποστήριξε την τελευταία αυτή άποψη, αποφασίζοντας με 40 ψήφους υπέρ, 4 κατά και 11 αποχές να παραχωρηθούν μεγαλύτερα δικαιώματα στο Συμβούλιο για να μπορεί να εφαρμόζει πιο αποτελεσματικά τις αποφάσεις των συνεδρίων και να επιβάλει την πειθαρχία. Αυτές οι αποφάσεις έδιναν στο Γενικό Συμβούλιο το δικαίωμα «να αποκλείει προσωρινά από τη Διεθνή ως το επόμενο συνέδριο κάθε κλάδο, τμήμα, ομοσπονδιακό συμβούλιο, επιτροπή και ομοσπονδία» που θα αρνούνταν να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών.

Οι κατηγορίες των μπακουνινιστών ενάντια στο Γενικό Συμβούλιο, ότι τάχα ενεργούσε δικτατορικά, ήταν αβάσιμες. Στην πραγματικότητα, από την ίδρυση κιόλας της Διεθνούς, το Συμβούλιο ήταν μάλλον θεωρητικό κέντρο, παρά άμεσο πολιτικό και οργανωτικό κέντρο. Σ' ένα του γράμμα στον Κούγκελμαν ο Μαρξ εξηγεί ως εξής τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου στο θεωρητικό τομέα: «Δεν είναι αρμοδιότητά του να κρίνει από θεωρητική άποψη τα προγράμματα των διαφόρων τμημάτων. Πρέπει μονάχα να φροντίζει ώστε να μην περιέχουν τίποτε αντίθετο από το καταστατικό της Διεθνούς και το πνεύμα του». Οι μεγάλες πραγματοποιήσεις του Συμβουλίου (δηλ. του Μαρξ) ανήκαν στο θεωρητικό και πολιτικό τομέα. Το Συμβούλιο δεν πήρε την πρωτοβουλία για απεργίες ή πολιτικά κινήματα στις διάφορες χώρες, αλλά μάλλον τις υποστήριξε, αφού οργανώθηκαν από τα εθνικά τμήματα. Αλλά και αυτή ακόμα η περιορισμένη κεντρική καθοδήγηση ήταν πάρα πολύ για τους αναρχικούς μπακουνινιστές με τις παρατραβηγμένες αντιλήψεις τους για το αυθόρμητο. Μονάχα όταν κινδύνεψε η ίδια η ύπαρξη της Διεθνούς Ενωσης των Εργατών εφαρμόστηκε ένας ισχυρός συγκεντρωτισμός.

Το πρόβλημα του πολιτικού αγώνα

Στην περίοδο που ακολούθησε αμέσως ύστερα από την Κομμούνα του Παρισιού εκδηλώθηκε στις διάφορες χώρες μια ισχυρή τάση για πολιτική πάλη. Οι εργάτες επιδίωκαν με τον τρόπο αυτό να μετατρέψουν σε πραγματικότητα ένα από τα πιο στοιχειώδη διδάγματα του ιστορικού αυτού αγώνα. Σύμφωνα με την τάση αυτή οι μαρξιστές πρότειναν στο Συνέδριο της Χάγης σχέδιο απόφασης που περιλάβαινε ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος της απόφασης που είχε υποβληθεί για έγκριση στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου του 1871. Το σχέδιο απόφασης έλεγε: «Στον αγώνα του ενάντια στις ενωμένες δυνάμεις των κατεχουσών τάξεων, το προλεταριάτο δεν μπορεί να δράσει παρά σαν τάξη και να οργανώσει τις δυνάμεις του σ' ένα ανεξάρτητο πολιτικό κόμμα, που να αντιπολιτεύεται όλα τα παλιά κόμματα, τα δημιουργημένα από τις κατέχουσες τάξεις. Το πολιτικό κόμμα σαν οργάνωση του προλεταριάτου χρειάζεται για το θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης και πρώτα - πρώτα για την επίτευξη του τελικού της σκοπού - την κατάργηση των τάξεων».

Αυτή η απόφαση προκάλεσε ζωηρές συζητήσεις. Οι μπλανκιστές με κύριο εκπρόσωπό τους το Γάλλο Βαγιάν υποστήριζαν τα εξής: «Αν η απεργία είναι ένα όπλο στον επαναστατικό μας αγώνα, ένα άλλο όπλο και το πιο σημαντικό απ' όλα είναι τα οδοφράγματα». Ηθελαν να τροποποιήσουν με την έννοια αυτή το σχέδιο απόφασης. Οι μπακουνινιστές με επικεφαλής τον Γκιγιώμ επιτέθηκαν με πείσμα ενάντια στο σχέδιο απόφασης και μαζί μ' αυτό κι ενάντια στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι εκφραστής της αστικής πολιτικής. «Η διαφορά ανάμεσα στη θετική πολιτική της παράταξης της μειοψηφίας εκτέθηκε στα εξής δυο αξιώματα: η πλειοψηφία επιδιώκει την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Η μειοψηφία επιδιώκει τηνκαταστροφή της πολιτικής εξουσίας». Το Συνέδριο ενέκρινε με 29 ψήφους υπέρ, 5 κατά και 9 αποχές τη μαρξιστική απόφαση.

Η Διεθνής μεταφέρεται στη Νέα Υόρκη

Η πρόταση του Ενγκελς να μεταφερθεί η έδρα της Διεθνούς στις Ενωμένες Πολιτείες, στη Νέα Υόρκη, έκανε αίσθηση στο συνέδριο. Η απόφαση, γραμμένη στα γαλλικά έλεγε:

«Προτείνουμε για τα έτη 1872 - 1873 η έδρα του Γενικού Συμβουλίου να μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη και το Γενικό Συμβούλιο να αποτελείται από τα παρακάτω μέλη του ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Βόρειας Αμερικής: Cavanagh, St. Clair, Cetti, Carl, Laurel, F. L. Bertrand. F. Bolte, C. Carl. Αυτοί θα έχουν δικαίωμα να προσλάβουν νέα μέλη, αλλά ο συνολικός αριθμός των μελών δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 15». Ακολουθούσαν οι υπογραφές των Μαρξ, Ενγκελς, Σέξτον, Λονγκέ, Ντυπόν, Σερραλιέ, Βρομπλέφσκι, Μπαρύ, Μακ Ντόνελ, Λίσνερ, Λε Μουσιού. Χάγη 6 του Σεπτέμβρη 1872.

Το σχέδιο απόφασης προκάλεσε πεισματώδη πάλη στο συνέδριο. Οι μπακουνινιστές ορθώθηκαν ενάντιά του. Το ίδιο έκαναν και οι μπλανκιστές που στο συνέδριο αυτό υποστήριξαν γενικά τους μαρξιστές. Ο Ζόργκε, το πιο διακεκριμένο στέλεχος της Διεθνούς Ενωσης στις Ενωμένες Πολιτείες, αντιτάχθηκε κι αυτός σ' αυτήν την πρόταση, αλλά τελικά τάχθηκε υπέρ. Υστερα από μια πολύπλοκη πάλη - έγιναν και άλλες προτάσεις για τη Βαρκελώνη και τις Βρυξέλλες - υιοθετήθηκε τελικά το σχέδιο απόφασης του Ενγκελς με 30 ψήφους υπέρ, 14 κατά και 13 αποχές. Δηλώνοντας ότι η Διεθνής έχει χαθεί οι μπλανκιστές εγκατέλειψαν επιδεικτικά το συνέδριο και δεν ξαναπήραν μέρος στις εργασίες του. Το Νέο Γενικό Συμβούλιο εκλέχτηκε αφού πάρθηκε υπόψη το γεγονός ότι τα μέλη του έπρεπε να κατοικούν στις Ενωμένες Πολιτείες. Το Συμβούλιο αποτελούνταν από τους Cavanagh. St. Clair, Laurel, Fornacieri, Leviele, Deurure, Carl, Bolte, Berliand, Speyer, Ward. Ο Ζόργκε εκλέχτηκε γενικός γραμματέας.

Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που έδωσε ο Ενγκελς στο λόγο του όταν πρότεινε το σχέδιο απόφασης, η μεταφορά της Διεθνούς στη Νέα Υόρκη υπαγορευόταν από τις δύσκολες συνθήκες. Η κατάσταση, τόσο στα πλαίσια της οργάνωσης όσο και έξω απ' αυτήν, ήταν τέτοια που είχε γίνει πραγματικά αδύνατο να λειτουργεί πια η Διεθνής στην Ευρώπη. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν ότι οι αναρχικοί του Μπακούνιν μπορούσαν να κυριαρχήσουν σ' αυτήν και να τη χρησιμοποιήσουν για την αιρετική τους υπόθεση, πράγμα που θα σήμαινε καταστροφή, για το νεαρό παγκόσμιο εργατικό κίνημα. Υπήρχε ακόμα το ενδεχόμενο να πέσει το Γενικό Συμβούλιο στα χέρια των μπλανκιστών, από τους οποίους πολλοί πρόσφυγες ύστερα από τη συντριβή της Κομμούνας, εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο. Σ' αυτές τις δύσκολες συνθήκες δεν έμενε τίποτε άλλο να γίνει από το να μεταφερθεί η έδρα της Διεθνούς στην Αμερική, όπου μπορούσε να βρει μια ισχυρή βάση στο νεαρό αμερικάνικο εργατικό κίνημα.

*«Ιστορία των Τριών Διεθνών» σελ. 119 - 127, εκδόσεις «ΓΝΩΣΕΙΣ»

 

Γιάννης Κορδάτος

ΓΙΑΝΝΗ Κ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ

Η Παρισινή Κομμούνα - Μνημόσυνα *

Με την ευκαιρία που γιορτάζουμε την επέτειο της Κομμούνας του Παρισιού (18 Μάρτη - 27 Μάη 1871) ας αφιερώσω μερικές σελίδες για μερικούς άγνωστους κομμουνάρους που φεύγοντας την τρομοκρατία της γαλλικής μπουρζουαζίας ήρθαν να βρουν άσυλο στη «γη της Παλλάδος Αθηνάς».

Από χρόνια τώρα ανασκαλεύοντας αρχεία και παρακολουθώντας τη στοματική παράδοση επάνω στην ιστορία του εργατικού μας κινήματος προσπαθώ να βρω πληροφορίες για την εργατική μας κίνηση πριν του 1880.

Η έρευνά μου δεν πήγε χαμένη. Το αρχείο μου πλουτίστηκε με ένα σωρό υλικό, υλικό πολύτιμο και διαφορετικό.

Εκείνο όμως που με βασάνιζε πολύν καιρό, είταν μια πληροφορία, που την έπερνα όχι από έγγραφα, μα απ' τη στοματική παράδοση. Η παράδοση μου έλεγε πως ύστερα από την ηρωική πτώση της Κομμούνας, μερικοί κομμουνάροι, δηλαδή μερικοί στρατιώτες και αγωνιστές της, ξέπεσαν ίσαμε εδώ και μείναν μάλιστα για πάντα στην Ελλάδα. Αφίσανε δηλαδή, εδώ το κόκκαλό τους.

Είταν άραγε σωστή η παράδοση; Δεν μπορούσα να πω ούτε ναι ούτε όχι. Εδώ όμως κ' ένα χρόνο, ο βιβλιοπώλης Γ. Λαδάς μου έλυσε την απορία. Μέσα στο αρχείο μιας βιβλιοθήκης που αγόρασε, μαζί με άλλα χειρόγραφα, βρήκε, και δυο αναφορές, όχι τελειωμένες, ούτε χρονολογημένες και στενογραμμένες, σχέδια σα να πούμε αναφορών, που κάποιος «επίσημος» τις έγραψε για την «προϊσταμένην του αρχήν». Ισως ο «επίσημος» αυτός να είταν διευθυντής των φυλακών. Πάντα το περιεχόμενο, κυρίως της πρώτης αναφοράς, μιλάει για κοινωνιστάς ή «κομμουνιστάς» και είνε φως φανερό πως γράφτηκε πριν του 1880 γιατί ο χαρακτήρας του γραψίματος, το λεχτικό κλπ. δεν αφίνει καμιά αμφιβολία πως το χειρόγραφο αυτό ανήκει στην πριν του ογδόντα εποχή.1Εξάλλου στην Ελλάδα τη λέξη κομμουνισμός μόνο από το 1918 και δώθε τη μεταχειριζόμαστε. Από το 1885 και ύστερα μόνο οι όροι σοσιαλισμός και αναρχισμός είταν καθιερωμένοι.

Αντιγράφω πιστά το χειρόγραφο στην ορθογραφία του και το λεχτικό του. Ακόμα βάζω και τις διορθώσεις που έκανε ο ίδιος όταν πρωτοέγραφε την αναφορά αυτή.

Διαβάστε:

«Τα επιχειρήματα του παρόντος Ζητήματος κατ'εμέ εισιν τα επόμενα, ως και διάφορα πολλά άλλα, τα οποία θέλει οδηγήτε ως εκ των περιστάσεων ο αναλαβών να μετατρέψι το τιούτον φρόνημα των κοινονιστών ή (Κομμουνιστών).

Α) Φρονώ ότι εν πρώτοις πρέπη να μεταχειρισθή τις, ευγενή και ελευθέραν γλυκήν γλώσσαν εις τας συνδιαλέξεις αι αντικρούσεις του, όπως δια του τρόπου του κατασταθή σεβάσμιος και προσελκίζη έκαστον, δια να δίνη ακρόασιν και πίστην εις όσα παραδείγματα επιφέρι προς αυτοίς. Επομένως πρέπη αφελώς να παραστένι αυτούς δια διαφόρων παραδειγμάτων το ολέθριον του τοιούτου πολιτεύματος.

Β) Τα παραδείγματα δε, τα οποία θα μεταχειρισθή τις είναι πολλά, αλλ' ενπρώτοις πρέπη να υποδείξι αφελώς και μονομερώς το σύνολο της Γενικής Βλάβης της Ανθρωπότητος δια του τιούτου πολητεύματος και κατόπιν να έλθη εις λεπτομερείας και εξηγήσεις μετ' αυτόν δια να υποδείξι εις αυτούς δια καταλήλων παραστάσεων, ότι εφαρμοζόμενον τιούτον πολήτευμα εις την ανατολήν, ουδέν άλλο θα επιφέρι εις τον λαόν, ει μη την κτηνοσίνη και ουδόλως θα διαφέρι ο Άνθρωπος από το ζώον, ειμή τον τύπον, ως εκ τούτου, θέλουν επέλθει και άλλα κτηνόδη και θηριόδη κακά, δηλαδή, φόνοι, διαφθορά υθών ως και άλλα πολλά επεισόδια τα οποία βεβαίως θα επιφέρουν και την καταστροφήν ολοτελώς του έθνους και θέλι κατακτισθή η Πατρίς υπό ξένων εθνών, ώστε κατουδένα λόγον συμφέρι τιούτον πολήτευμα εις την ανατολήν τουλάχιστον επί του παρόντος αιώνος.

Γ) Αφού δε κάμη εις αυτούς την ειρημένην ανάπτηξιν και ήδ ότι δεν εκατατοπίσθησαν, πρέπη να μεταχειρισθή και άλλα επιχειρήματα κλίνοντα προς την ιδέαν των, δηλαδή να συμφωνή μετ' αυτόν προσωρινώς, ως προς τας αρχάς των, συγχρόνως όμως να παραστήνη αυτοίς ότι, διά να λάβη πέρας καλόν το τιούτον πολήτευμα, απετίται πρώτον, η μόρφωσις του λαού, δηλαδή να συνηθήσι ο λαός να φυλάξι την εντολήν του Κυρίου ότι ό συ μισείς ετέρω μη ποιΐσης. Αλλά δια να μορφωθή ο λαός και να φυλάξι τιαύτην εντολήν απετήτε Παγίοσις Ισχειρας Κυβερνήσεως εν Ανατολή ώπος ευημερίσι αύτη και όπως δια της ευημερίας ταύτης και δια άλλον κατάληλλον μέσον κατηχηθή ο λαός ούτος, δια να γείνη άξιος τιούτου πολητεύματος.

Δ) Μετά δεν την τελείοσιν των τοιούτων ως και άλλων διαφόρων επιχειρημάτων, θέλη καταφήγει και εις έτερον δηλαδή να παραστήσι αυτοίς ότι δια να ευδοκιμήσι ο σκοπός των, είναι δύσκολον, εάν πρώτον δεν εργασθώμεν ειλικρηνώς από κοινού όπως αποκαταστήσωμεν Κυβέρνησιν Ισχειράν και Πατριωτικήν εκ της οποίας θα απορέουσιν όλα. Ελευθερία, Ισότης, αγάπη κλ.π.

Ε) Εάν δεν καταπεισθωσιν ούτοι, δια των ανωτέρω επιχειρημάτων και εξ αναγκασθώ να λάβω έκτακτα βίαια μέτρα προς (σημ. υπάρχει η λέξη εκτέλεσις σβυσμένη και απ' απάνω με μολύβη γραμμένη η λέξη επιτυχία) του σκοπού μου θέλω καταφύγω με τρόπον μυστικόν εις τίνα αντίθετον αυτών Αρχήν, να εκθέσω αυτούς αφού πρώτον λάβω τας απαιτουμένας διαταγάς παρά της Ημετέρας καταλλήλου Αρχής, επομένως φρονώ ότι πρέπει να μεταχειρισθώ κατά πρώτον την Ισουητικήν Αρχήν, δια να καταδιόξι αυτούς όπως δια της πιέσεως τούτων εξ αναγκασθώσι να ασπαστούν τας ημετέρας συμβουλάς».2

Σε άλλο σκέδιο αναφοράς γραμμένο από τον ίδιον, αναφέρεται πως μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να τους κάνει ν' αλλάξουν ιδέες, τους πήρε με το καλό, τους πήρε με το κακό, τους έδερνε κι όλας ώσπου τα «κρέατά τους εμάτωσαν», μ' αυτοί του κάκου «έλεγαν πως είναι κομμουνισταί».

Από την τελευταία (Ε) παράγραφο συμπεραίνουμε πως τους κομμουνάρους θα τους φιλοξενούσε κάποια ελληνική φυλακή. Γιατί μόνο ένα τέτοιο νόημα βγαίνει από τα «σχέδια» που καταστρώνει το όργανο της εξουσίας.

Τι απόγιναν οι κομμουνάροι αυτοί; Δεν έχουμε άλλες πληροφορίες. Η ίδια στοματική παράδοση λέει πως μερικοί από δαύτους πέθαναν εδώ στην Αθήνα. Πότε; Πού είναι θαμένοι; Δεν ξέρουμε τίποτα.

Μια που έγινε λόγος για τους άγνωστους αυτούς τους ήρωες της Παρισινής Κομμούνας ας θυμηθούμε κ' έναν άλλον πολύ γνωστό κομμουνάρο: Το Γουστάβο Φλουράνς, τον ονειροπόλο οπαδό της παγκόσμιας επανάστασης. Τον Φλουράνς που γύριζε από χώρα σε χώρα της Ευρώπης πολιτικός εξόριστος. Τον Φλουράνς που έβαλε για σκοπό της ζωής του την επανάσταση. Τον Φλουράνς που ήρθε δυο φορές πριν του '70 στην Ελλάδα όχι για να θαυμάσει τις αρχαιότητές της, μα για ν' αγωνισθεί για τις λαϊκές και εθνικές ελευθερίες της.

Την πρώτη φορά ήρθε στα 1864 μαζύ με τον άλλον επαναστάτη τον Τσιμπριάνι. Η εκθρόνιση του Οθωνα τον ηλέχτρισε. Ηρθε ν' αγωνιστεί για την ελληνική δημοκρατία. Πήρε κι' όλας μέρος στις λαϊκές διαδηλώσεις, κι' έβγαλε για λίγες μέρες κ' εφημερίδα άκρων δημοκρατικών αρχών την «Independance».3

Στα Ιονιακά μαζύ με τον Τσιπριάνη έστησαν οδοφράγματα στην Αιόλου - Ερμού και είταν η πρωτοπορεία της υπερδημοκρατικής ομάδας που λεγόταν «Εθνικό Κομμιτάτο».

Πιο ύστερα, στο '66, τόνε βρίσκουμε με άλλους εθελοντές ευρωπαίους στην Κρήτη. Είναι η δεύτερη φορά που κατέβηκε στην Ελλάδα. Ηρθε να πολεμήσει για το ξεσκλάβωμα της Κρήτης.4 Αμα έσβυσε η Κρητική επανάσταση βρέθηκε στο Λονδίνο κ' απεκεί, στις παραμονές της Κομμούνας στη Γαλλία προπαγανδίζοντας την ιδέα της ευρωπαϊκής Επανάστασης. Πιάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, μα η Κομμούνα τον έσωσε. Πολέμησε ύστερα με αφάντασντο ηρωισμό ενάντια στους Βερσαλλιέζους. Στις 3 του Απρίλη όμως τον επρόδωσαν και βρήκε κακό τέλος από τους λυσσασμένους εχτρούς της Κομμούνας, τους βερσαλλιέζους.

Υστερόγραφο

Ο ελληνικός τύπος και η ελληνική μπουρζουαζία είχαν ξεχάσει πια τον ηρωικό αγωνιστή της Κρήτης, που πριν από λίγα χρόνια, δεν έβρισκαν λόγια για τον παινέσουν. Οι κομμουνάροι είταν «σκυλιά». Είταν «δολοφόνοι». Είταν «οι καταστροφείς του πολιτισμού». Ο πιο επίσημος μάλιστα την τοτινή εποχή διανοούμενος της εληνικής πλουτοκρατίας ο Εμ. Ροΐδης σένα του άρθρο,5 βρίσκει την ευκαιρία να χύσει το φαρμάκι του ενάντια στην Παρισινή Κομμούνα.

Και η Ελληνική Βουλή, στη συνεδρίαση της 5/17 του Ιούνη κατά πρόταση του πρωθυπουργού Κουμουνδούρου, με μίσος και βρισιές ενάντια στο παρισινό προλεταριάτο, έδειξε την αλληλεγγύη της στους γάλλους μπουρζουάζες.6 Εκανε το ταξικό της χρέος.

Παραπομπές

1. Θα δημοσίεβα εδώ τη φωτοτυπία της. Μα είνε γραμμένη με όχι χημικό μελάνι και γι' αυτό ξεθωριασμένη όπως είνε, δεν μπορεί να φωτοτυπηθεί και να βγη κλισέ.

2. Στο από μέσα φύλλο υπάρχουν οι παρακάτω διορθώσεις της τελευταίας παραγράφου. «Με τρόπον εχεμύθειας (σβύνη η φράση) κι' από κάτω «Εάν δε ούτοι δεν πεισθώσιν εκ των ανωτέρω επιχειρημάτων (κ' εγώ βλέπω ανάγκη να καταφύγω (να λάβω) έκτακτα μέσα προς επιτυχίαν, σημ. σβυσμένη όλη αυτή η φράση). Εγώ λάβω ανάγκην να καταφύγω εις έκτακτα βίαια μέτρα προς επιτυχίαν του σκοπού φρονώ ότι το μόνον μέσον το οποίον πρέπει να μεταχειριστή τις είναι να καταφύγω εις τινα αντίθετον αυτών Αρχήν και να εκθέσω αυτούς, δια ανονήμων εκθέσεων και λ.π. ή δι' άλλου τινος καταλλήλου μέσου χωρίς εγώ να γίνω γνωστός, αφού πρώτα λάβω τας απαιτουμένας οδηγίας παρά της Ημετέρας. Υπάρχουν δε και άλλα μέσα τα οποία εν ανάγκη δυνάμαι (θέλω σημ. σβυσμένη η λέξις) μεταχειρισθώ δια των οργάνων μου προς σωτηρίαν της Ανθρωπότητος». Ο κύριος «επίσημος» το όργανο της εξουσίας, όπως βλέπουμε, σχεδιάζει ακόμα και άτιμα μέσα ενάντια στους κομμουνάρους. Σκέφτεται όπως γράφει ο ίδιος να τους προδώσει στην κατολική (φράγγικη) εκκλησία για να προκαλέσει έτσι την επέμβαση και καταδίωξη της Γαλλικής Πρεσβείας.

3. Εξόν απ' τις εφημερίδες της τοπικής εποχής τη δράση του Φλωράνς το '63 στην Αθήνα μου την περίγραψε ο παλιός αγωνιστής Καραμπίλιας απ' την Πάτρα.

4. Κοίτα: Επ. Κυριακίδου Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισμού τ. Β σ. 334.

5. Κοίτα το άρθρο του, οι Ρωμαίοι δούλοι και ο Χριστιανισμός στο περιοδικό «Παρθενών» (1871) κυρίως σ. 55.

6. Κοίτα Εφημερίδα συζητήσεων της Βουλής.

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ», τεύχος 2, του 1930 - διατηρείται η ορθογραφία του Γιάνη Κορδάτου και του ξένου κειμένου που παραθέτει.

 

Κομμουνάροι αιχμάλωτοι στις Βερσαλλίες

ΓΙΑΝΝΗ Κ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ

Αντεργατικά «εγκόλπια»*

...Οταν άρχισε η βιομηχανική ανάπτυξη, η αστική τάξη, έχοντας υπόψη το τι γινόταν στην Ευρώπη, από φόβο μην τυχόν και στην Ελλάδα αρχίσει η πάλη των τάξεων με τις εκδηλώσεις του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, σκέφτηκε να πάρει τα μέτρα της, νουθετώντας τους Ελληνες εργάτες να μείνουν πιστοί στα «πάτρια» και να μην αρχίσουν να διεκδικούν τα δικαιώματά τους.

Γι' αυτό, αν και δεν υπήρχαν επαγγελματικές οργανώσεις ούτε οι σοσιαλιστικές ιδέες ήταν γνωστές στην Ελλάδα, μερικοί τύπωσαν φυλλάδια, με τα οποία συνιστούσαν στους εργάτες να μην ακολουθήσουν τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους κάνοντας απεργίες και ιδρύοντας σωματεία.

Ενα τέτοιο φυλλάδιο, που μοιράστηκε δωρεάν σ' όλες τις πόλεις όπου υπήρχαν βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, τιτλοφορούντανε «Εγκόλπιον του Εργατικού Λαού» ή «Συμβουλαί εις τους χειρώνακτας». Το τύπωσε η «Εταιρία των φίλων του Λαού» το 1869 και ήταν μετάφραση μιας γαλλικής μπροσούρας του Th. Barreau, που είχε τον τίτλο «Conseils aux ouvriers». O μεταφραστής Ν. Δραγούμης σε πολλά άλλαξε το γαλλικό κείμενο για να προσαρμόσει στις ελληνικές συνθήκες.

Οι «Φίλοι του λαού» συμβούλευαν τους Ελληνες εργάτες να είναι πειθαρχημένοι, φρόνιμοι και υπάκουοι στ' αφεντικά τους. Τονίζανε μάλιστα πως είναι θέλημα θεού οι εργάτες να είναι υπομονετικοί και να κάνουν ό,τι τους προστάζουν οι εργοδότες τους. Αντίθετα - λέγανε - οι ξένες (σοσιαλιστικές) θεωρίες είναι έργο του Σατανά και φέρνουν τη δυστυχία και την καταστροφή στους εργαζόμενους:

«Εγκολπούμενος - γράφει το «Εγκόλπιον» - ο χειρώναξ (=εργάτης) ξένας θεωρίας, τας οποίας ουδ' οι κηρύττοντες αυτάς εννοούσι, καταντά επί τέλους ν' αποστραφή την εργασίαν και επιδίδεται ενθέρμως εις πολιτικάς συζητήσεις και μεταβαίνων από καφενείου εις καφενείον και από καπηλείου εις καπηλείον, όπου συρρέουσιν οι κηφήνες, οι αιμοβόροι αυτοί σκώληκες των κοινωνιών, ου μόνον καταναλίσκει επί ματαίω τον χρόνον, καθ' ον εργαζόμενος ήθελε κερδίσει, αλλά και το προϋπάρχον κέρδος δαπανά και εις χρέος υποπίπτει».

Παρακάτω τονίζει ακόμα πως οι ξένες θεωρίες χαλνούν τα μυαλά των εργατών και φέρνουν στάσεις και επαναστάσεις. Μα οι στάσεις έχουν κακά αποτελέσματα για τον εργάτη, γιατί φέρνουν την πείνα, κι ακόμα τα στρατοδικεία και τη φυλακή. Ο καλός εργάτης δεν πρέπει να γίνεται «όργανον φαντασιοκόπων, ραδιούργων και ταραχοποιών» (σ. 26-28). Ο εργάτης πρέπει να είναι θρήσκος και να στηρίζει όλες τις ελπίδες στο θεό:

«Απερχόμενος το πρωί εις το έργον σου, φίλε χειρώναξ, είσελθε εις την εκκλησίαν, σφραγίσου διά του σημείου του σταυρού και ειπέ το Πάτερ ημών και ο Θεός τον οποίον επικαλείσαι θέλει ευλογήσει τα έργα σου» (σ. 38-39).

Κι αφού δίνει κι άλλες τέτοιες συμβουλές, δεν ξεχνά ο συντάχτης του «Εγκολπίου» να συστήσει στους εργάτες πως δεν πρέπει να απεργούν:

«Αλλά πλην της ακουσίας αργίας - γράφει - επέρχεται και η εκούσια (απεργία) συνήθως εν Γαλλία και μάλιστα εν Αγγλία, σπανιωτάτη δε ευτυχώς παρ' ημίν εννοώ δε την εκ συμφώνου και διά μιας αποχήν των ομοτέχνων χειρονακτών από της εργασίας, οσάκις αξιώσιν ανώτερα ημερομίσθια, αποποιούνται να παραδεχθώσι την υπό της εξουσίας οριζόμενην ανατίμησιν» (σ. 122-123).

Και επειδή καταλαβαίνει πως οι συμβουλές του μπορεί να μην εισακουστούν θυμίζει στους εργάτες πως η απεργία τιμωρείται από το άρθρο 167 του Ποινικού Νόμου:

«Δεν είναι - γράφει - ίδιον αγαθού πολίτου να παραβαίνη τον νόμον. Και κακός αν είναι ο νόμος πρέπει να υποτασσώμεθα εις αυτόν και μόνον διά θεμιτών τρόπων να επιζητώμεν τη διόρθωσιν. Πλην δε της προσβολής του νόμου και της προσβολής του συμφέροντος του χειρώνακτος, προκύπτει εκ της εκουσίας αργίας (απεργίας) και άλλο ατόπημα. Οι εργάται και οι εργοστασιάρχαι διαιρούνται εις δύο πολέμια στρατόπεδα και θεωρούντες αλλήλους ως εχθρούς επιθυμούσιν ο εις του άλλου τη ζημίαν, το οποίον και ασύμφορον και αντιχριστιανικόν είναι...» (σ. 123 - 124).

Οι τέτοιες όμως συμβουλές δεν είχαν καμιά απήχηση. Οπως θα ιδούμε πιο κάτω, οι Ελληνες εργάτες οργάνωσαν μεγάλες απεργίες και χωρίς να έχουν ανάμεσά τους «ταραχοποιούς και φαντασιοκόπους» διεκδικήσανε τα δικαιώματά τους.

Σωστό είναι πως οι απεργίες αυτές, καθώς και όσες γίνανε αργότερα, ήταν ξεσπάσματα αυθόρμητα και όχι συνειδητά, γι' αυτό και δεν ήταν καλά οργανωμένες. Παντού έτσι άρχισε το εργατικό κίνημα. Οι πρωτόγονες ταραχές, διαμαρτυρίες και απεργίες του προλεταριάτου είναι το πρώτο ξύπνημα της συνείδησής τους. Ο απεργιακός αυθορμητισμός τους δεν είναι κατά βάθος παρά η εμβρυακή μορφή της ταξικής συνείδησής τους.

Ο σοσιαλισμός άργησε πολύ να καταχτήσει ιδεολογικά τους Ελληνες εργάτες, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες δεν ευνοούσαν την ανάπτυξη και τη διάδοσή του. Η σοσιαλιστική θεωρία γεννήθηκε από τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες που τις είχαν επεξεργαστεί διάφοροι διανοούμενοι που προέρχονταν από την άρχουσα τάξη. Τέτοιοι διανοούμενοι, πάνω κάτω ως τα 1875, δεν εμφανίστηκαν στην Ελλάδα:

«Η ιστορία όλων των χωρών - γράφει ο Λένιν - βεβαιώνει ότι αφημένη μόνο στις δυνάμεις της η εργατική τάξη δεν μπορεί να φτάσει παρά στην τρέιντ - γιουνιονιστική αντίληψη, δηλαδή στην πεποίθηση πως πρέπει να οργανωθούν σε συνδικάτα, να κάνουν αγώνα κατά των αφεντικών τους, να ζητούν από την κυβέρνηση αυτούς ή εκείνους τους αναγκαίους για τους εργάτες νόμους» («Τι να κάνουμε;», ελλ. μετ. σ. 30).

Οταν, όμως, η βιομηχανική ανάπτυξη αρχίζει να περνά σ' ανώτερο στάδιο, αρχίζει και στην Ελλάδα η σοσιαλιστική ιδέα να καρποφορεί και να οδηγεί το ελληνικό προλεταριάτο στο σωστό δρόμο της ιστορικής αποστολής του.

Παράλληλα, όμως, την ίδια εποχή άρχισε και η κριτική ενάντια στο σοσιαλισμό από μέρος της αστικής διανόησης.

Οσο ξέρω, πρώτος ο Εμ. Ροΐδης, ο πιο ξυπνός και πολυδιαβασμένος λόγιος του περασμένου αιώνα, σ' ένα του άρθρο στο περιοδικό «Παρθενών» (1871, σ. 55) καταφέρεται κατά των Γάλλων κομμουνάρων και ειρωνεύεται και χαρακτηρίζει με βαριές εκφράσεις τις σοσιαλιστικές ιδέες. Πιο ύστερα ο νομικός και οικονομολόγος Ιωάννης Ευταξίας στην «Οικονομική Επιθεώρηση» (1876, σελ. 295 και 318) σε άρθρο του με τον τίτλο «Κοινοκτημονικαί και κοινωνικαί θεωρίαι των νεωτέρων» δίνει μια μεγάλη ανάλυση των κομμουνιστικών θεωριών από την αρχαία εποχή ως το Μαρξ και προσπαθεί να βρει τα «τρωτά του σοσιαλισμού».

Δέκα χρόνια αργότερα ο Ν. Καζάζης, σε άρθρο του στο ίδιο περιοδικό «Παρθενών» (1885, τευχ. 22-29) με τον τίτλο «Σημειώσεις εκ Γερμανίας», δίνει κι αυτός μιαν ανάλυση του μαρξισμού επικρίνοντάς τον. Την ίδια χρονιά ο καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας Ι. Σούτσος, στο ημερολόγιο «Ποικίλη Στοά» (σ. 247 - 259) κριτικάρει τον επιστημονικό σοσιαλισμό του Μαρξ, δίνοντας μαζί και μιαν ανάλυση των κομμουνιστικών θεωριών από την αρχαιότητα ίσαμε τα νεώτερα χρόνια.

Ειδικά για την Ελλάδα γράφει πως:

«αι περί σοσιαλισμού αρχαί, αι κυκλοφορήσασαι μεταξύ των εργατικών τάξεων της Ευρώπης δε διεδόθησαν εισέτι παρ' ημίν, αλλ' ούτε είναι πιθανόν ότι θέλουσι στρατολογήσει ενταύθα νέους προσηλύτους».

Τα ίδια σχεδόν έγραφε το 1890 και ο δημοσιολόγος Ε. Εμπειρίκος:

«Ομολογούμεν ότι παρ' ημίν τα εργατικά ζητήματα εισίν όλως ακίνδυνα, διότι ο αριθμός των εργατών είναι ελάχιστος και η πολλών εργατών δεομένη βιομηχανία ευρίσκεται ακόμη εν σπαργάνοις, τα δ' εκτελούμενα παρ' ημίν δημόσια και ιδιωτικά μεγάλα έργα απασχολούσι δυστυχώς κατά το πλείστον αλλοδαπούς εργάτας...».

Και παρακάτω τονίζει πως πρέπει οι κυβερνήσεις να ενδιαφερθούν για τη βιομηχανία και να ψηφίσουν νόμους που θα λύσουν το εργατικό πρόβλημα, ώστε να μην απεργούν οι εργάτες και να μην επηρεάζονται από τις σοσιαλιστικές ιδέες:

«Η παρ' ημίν γνώσις των αλλαχού συμβαινόντων και η μελέτη των πολυειδών εργατικών ζητημάτων οφείλει, νομίζομεν, ν' απασχολή τους αρμοδίους, όπως ούτω προετοιμασθή ομαλή η οδός διά της παρ' ημίν παραδοχής προόδων, αίτινες γίνονται παρ' άλλοις έθνεσι δεκταί και μη εκτεθή το Κράτος ημών εις τον εκ των εργατικών ζητημάτων προερχόμενον πολλάκις δεινόν σάλον...» (περ. «Παρνασσός», τ. 13, 1890, σ. 280).

«Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τόμος 12ος, σελ 14-18, εκδόσεις «ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ»

 

Σκίτσο την εποχή της Κομμούνας. Αναγράφει: «Λαϊκή δικαιοσύνη Κομμούνα». Συμβολίζει την Κομμούνα να σκοτώνει τους υποστηρικτές του βασιλιά και της κυβέρνησης, τους οποίους ο σκιτσογράφος σκιτσάρει ως μύγες

Μ. Μ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Η Παρισινή Κομμούνα και η Ελλάδα

Από το βιβλίο «Η Παρισινή Κομμούνα και η Ελλάδα», του αείμνηστου συντρόφου Μ. Μ. Παπαϊωάννου, μελετητή και ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας, αναδημοσιεύουμε στο αφιέρωμα για την Κομμούνα του Παρισιού ορισμένα αποσπάσματα για την επίδρασή της στα ελληνικά ιδεολογικά ρεύματα εκείνης της εποχής*

«Ναι, χαίρετε οι πρόμαχοι και οσονούπω μάρτυρες των αρχών εφ' ων μόνον δύναται να θεμελιωθή η αληθής, η ακράδαντος, η λαοσώτηρα ελευθερία. Αι αρχαί σας θέλουν καταπνιγή εν τω αίματι και τω πυρί υπό των διαπλέων εκ της απορροφήσεως και του δεσποτισμού κιβδήλων δημοκρατών, αλλ' αι αρχαί σας εισί προωρισμέναι να αναπλάσσουν τα έθνη και τους λαούς».

Δήμος Παπαθανασίου

(από άρθρο του στην εφημερίδα «ΜΕΛΛΟΝ», της 11 Μάη 1871)

Η ΠΑΡΙΣΙΝΗ ΚΟΜΜΟΥΝΑ συγκλόνισε, στην κυριολεξία, την ελληνική κοινή γνώμη. Οι εφημερίδες της Αθήνας και των επαρχιών - πάνω από πενήντα - που αντανακλούν αυτή την απήχηση, μεταδίδουν τα γεγονότα της Γαλλίας στιγμή προς στιγμή, με κρατημένη την ανάσα, δικαιούται κανείς να πει, από την αρχή του 1870 ως αρκετά χρόνια μετά, κατά την ανακήρυξη της Κομμούνας σε κράτος προλεταριακό, κατά τη διάρκεια της επανάστασης και πιο πέρα. Δεν περιορίστηκε ο Τύπος μόνο στην ενημέρωση του αναγνωστικού του κοινού. Σχολίασε αυτά τα γεγονότα, έκρινε τους δυο αντιπάλους του γαλλο-γερμανικού πολέμου, καθώς και την ένοπλη πάλη των δυο κοινωνικών τάξεων - της εργατικής και της αστικής - για την κατάχτηση της εξουσίας.

Οι Ελληνες είχαν πάντοτε ιδιαίτερους λόγους να είναι ευαίσθητοι μπροστά σε κάθε σημαντική αλλαγή στην ευρωπαϊκή πολιτική ζωή, από την αύξηση ή τη μείωση του διεθνούς ρόλου της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης ήταν εξαρτημένα εξαιρετικά σημαντικά ελληνικά συμφέροντα. Η μορφή του πολιτεύματος, η απελευθέρωση των υπόδουλων στους Τούρκους και στους Αγγλους ελληνικών πληθυσμών, ήταν δεμένα με το συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη.

Σταύρος Καλλέργης

Από τη μελέτη της ευρωπαϊκής και της ελληνικής ιστορίας του περασμένου αιώνα, όπου είναι τοποθετημένο το θέμα μας, διαπιστώνεται πως οι σοβαρές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές στην Ευρώπη είχαν άμεσες επιπτώσεις στην Ελλάδα. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 - ιδεολογικό τέκνο της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 - αντιμετώπισε το διωγμό του κράτους του Καρόλου 10ου, του υποταγμένου στην Ιερή Συμμαχία. Συνέπεια αυτού του διωγμού, που σήμαινε και στην Ελλάδα ό,τι και στη Γαλλία, δηλαδή το διωγμό του αστικού επαναστατικού πνεύματος, ήταν να επιβληθεί στη νεοαπελευθερωμένη χώρα το δικτατορικό καθεστώς του Καποδίστρια, γνωστού σφαγέα της Κεφαλονίτικης επανάστασης του 1802 κατά της ρωσοτουρκικής κατοχής, και πρώην υπουργού του τσάρου, και σε συνέχεια το καθεστώς της απόλυτης μοναρχίας του ανήλικου Οθωνα. Για το πνίξιμο αυτού του επαναστατικού πνεύματος, βρίσκονταν διαδοχικά στο έδαφος και τις θάλασσες της Ελλάδας, από το 1828 ως το 1843, ο γαλλικός στρατός του Μαιζών - έβαψε το Αργος με αίμα των αγωνιστών της επανάστασης - ο τυχοδιωκτικός βαυαρικός στρατός, οι στόλοι της Αγγλίας και της Ρωσίας. Η παρουσία αυτών των ξένων στρατών και στόλων εξηγείται, βέβαια, από τις αντιθέσεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Αλλά ακριβώς η Ελλάδα υπήρξε το θύμα αυτών των αντιθέσεων.

Η ελληνική κοινή γνώμη, όπως είναι φυσικό σε μια ταξική κοινωνία, δεν έπαιρνε ενιαία στάση στα διεθνή γεγονότα. Χωρίζονταν από αντιθέσεις, που καθρέπτιζαν το βαθμό της πολιτικής συνείδησης του λαού, την ιδεολογία και τα συμφέροντα των διαφόρων τάξεων και στρωμάτων της κοινωνίας. Ενα όμως είναι γεγονός. Η εθνικοαπελευθερωτική αστικοδημοκρατική επανάσταση του 1821 είχε δημιουργήσει καινούργια κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα. Πάνω σ' αυτή τη συνείδηση σκόνταψαν όλες οι προσπάθειες των ξένων και ντόπιων αντιλαϊκών παραγόντων. Ο Καποδίστριας, πρώτος κυβερνήτης - δικτάτορας της χώρας, δεν είχε πια θέση στην Ελλάδα, ύστερα από τη Γαλλική ιουλιανή επανάσταση του 1830. Ο διάδοχός του Αρμανσμπεργκ, αρχηγός της βαυαρικής αντιβασιλείας, καθώς και τα άλλα μέλη της αντιβασιλείας, στιγμή ησυχίας δε χάρηκαν κατά την παραμονή τους στο μικρό θαλασσοταραγμένο βασίλειο. Ο βασιλιάς Οθων αναγκάστηκε, έστω και στα χαρτιά, από την επανάσταση του 1843 να μεταμφιεστεί σε συνταγματικό βασιλιά, όπως το επέβαλλε ο δέκατος ένατος αιώνας, και να αποχωριστεί το βαυαρικό στρατό, δηλαδή τη φρουρά του από 4.000 άνδρες.

Ο Κριμαϊκός πόλεμος είχε τις άτυχες επιπτώσεις του στην Ελλάδα, η οποία προσδοκούσε μια επανάληψη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1828, και μια χειρονομία όμοια με κείνη του στρατηγού Ντίμιτς, που υποχρέωσε την Τουρκία να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδας και την Αγγλία να υποκλιθεί μπροστά στη θέληση του νικητή. Αυτός ο πόλεμος πληρώθηκε από την Ελλάδα με αγγλογαλλική στρατιωτική κατοχή τριών χρόνων και μια οδυνηρή χολέρα.

Η Ελλάδα δε μένει ανεπηρέαστη από την κατάσταση της Ευρώπης κατά την ταραγμένη περίοδο 1859-1870, με τις επαναστάσεις για την ιταλική ενότητα, τον πόλεμο Γαλλοϊταλικής συμμαχίας και Αυστρίας, τον προσωαυστριακό πόλεμο το 1866. Αντίχτυπος αυτής της κρίσης στην Ευρώπη είναι το επαναστατικό κύμα που σκέπασε την Ελλάδα από το 1859 ως το 1862, στα Εφτάνησα από το 1849 ως το 1860 και στην Κρήτη από το 1866 ως το 1869.

Ρόκκος Χοϊδάς

Σ' ένα παράλληλο κύκλωμα αντιστοιχιών μεταξύ ευρωπαϊκών και ελληνικών περιστατικών, ασφαλώς θα αποδοθεί ο ερχομός των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα. Από την εποχή των επιγόνων του Σαιν - Σιμόν κάνει την εμφάνισή της στην Αθήνα η εφημερίδα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Πρόοδος», που σημαίνει κατά κύριο λόγο βιομηχανία, για να προπαγανδίσει τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού. Εισηγητής του ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος (1786-1856), γιατρός σπουδαγμένος στην Ιταλία και μετεκπαιδευμένος στο Παρίσι, αγωνιστής του 1821 και στέλεχος του λεγόμενου «γαλλικού» κόμματος του Ιω. Κωλέττη, γνωστός για τις στενές σχέσεις του με το Λουδοβίκο Φίλιππο και τον Γκιζώ. Αργότερα στα 1848, ο Σοφιανόπουλος θα εκδόσει την άλλη εφημερίδα του «Νέοι Καιροί», τίτλος που εκφράζει την αποδοχή από τον εκδότη της των αρχών της «κοινωνικής δημοκρατίας» των αστικοδημοκρατικών ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848.

Το αίτημα της κοινωνικής δημοκρατίας αποτελεί τη βάση του προγράμματος του πρώτου πολιτικού κόμματος αρχών στην Ελλάδα, του «Ριζοσπαστικού» των Ιονίων νήσων και ιδιαίτερα της Κεφαλλονιάς, από το 1849 που ιδρύεται για να κατευθύνει τον αγώνα του εφτανησιακού λαού εναντίον των Αγγλων καταχτητών αποικιοκρατών.

Ο όρος σοσιαλισμός χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από την «Εφημερίδα της Σμύρνης» και τους «Νέους Καιρούς» του Σοφιανόπουλου, στα 1849. Οι «Νέοι Καιροί» αναδημοσιεύουν από την «Εφημερίδα της Σμύρνης» του Σκυλίτση ένα άρθρο για τους σοσιαλιστές Φουριέ, Οουεν κλπ.

Οι όροι κομμουνιστής και κομμουνισμός χρησιμοποιείται στα Εφτάνησα το 1858 για να χαρακτηρίσουν και κατηγορήσουν το 1858 τον Ιωσήφ Μομφεράτο (1816-1888), από τους αρχηγούς του «Ριζοσπαστικού κόμματος», δικηγόρο σπουδαγμένο στα πανεπιστήμια της Ιταλίας και της Γαλλίας - είναι στο Παρίσι το 1843 - μέλος του Κερκυραϊκού κοινοβουλίου επί αγγλικής κατοχής και της Ελληνικής Εθνοσυνέλευσης του 1864, μετά την παραχώρηση των Ιονίων νήσων στην Ελλάδα από την Αγγλία.

Κι όλας από τη δεκαετία 1840-1850 κυκλοφορούν στην Ελλάδα και στα Εφτάνησα οι ιδέες του Προυντόν, Μπλανκί, Μπακούνιν. Μάλιστα καλλιεργείται παράλληλα και ο τρόμος για την κοινοκτημοσύνη. Το φθινόπωρο του 1848 έχει μεταφυτευτεί στην Ελλάδα ο τρόμος από τον κομμουνιστικό κίνδυνο της Ευρώπης.

Στα 1861 δημοσιεύεται στην αθηναϊκή εφημερίδα «Φως» του Σοφοκλή Καρύδη (εξαιρετική φυσιογνωμία της ελληνικής δημοσιογραφίας), κύριο άρθρο με τον τίτλο «Αναρχία». Το φύλλο κατασχέθηκε και ο αρθρογράφος Δήμος Παπαθανασίου φυλακίστηκε.

Τούτη την περίοδο οι αστικοδημοκρατικοί αγώνες για την πιστή εφαρμογή και περιφρούρηση του Συντάγματος κορυφώνονται. Η σπουδαστική νεολαία έχει δοθεί ολοκληρωτικά στην επαναστατική δράση για το διώξιμο του Οθωνα, συμβόλου του απολυταρχισμού και της αστυνομοκρατίας, και δέχεται με απληστία κάθε τι το νέο και επαναστατικό από τη Γαλλία και την Ιταλία. Είναι η πρώτη μεταπελευθερωτική γενιά, που με την επαναστατικότητά της επέβαλε τη βασιλευόμενη δημοκρατία. Ομως μετά τη νίκη της είναι απογοητευμένη και απαισιόδοξη, και τούτο γιατί το παλάτι του νέου βασιλιά - τον τοποθέτησε στο θρόνο η Αγγλία σαν αρμοστή της - έχει όλα τα στοιχεία του φεουδαρχικού πύργου. Ο Γεώργιος Α` ανέβηκε στο θρόνο υπό τον όρο να εμποδίσει την Ελλάδα να οργανώσει στρατό ικανό να διεκδικήσει την ολοκλήρωση της εθνικής ανεξαρτησίας. Κατά τα εξήντα χρόνια της βασιλείας του (1864-1913) σημειώθηκαν πέντε εθνικές επαναστάσεις από τους υπόδουλους στους ξένους ελληνικούς πληθυσμούς. Καμιά δε βοηθήθηκε από την Ελλάδα.

Εξαιτίας όλων αυτών, η διανοούμενη νεολαία και ένα μέρος της εργατικής τάξης, όπως και της αγροτιάς, προσανατολίζονται προς τα αριστερά, την αστική προεδρική δημοκρατία, τον ουτοπικό σοσιαλισμό, τον αναρχισμό.

Μ. Μ. Παπαϊωάννου

Στα 1870, που ξεσπάει ο Γαλλο-γερμανικός πόλεμος, η Ελλάδα περνάει βαθιά πολιτική κρίση, οφειλόμενη στην αποτυχία της Κρητικής επανάστασης και στην άσχημη πορεία των οικονομικών του κράτους. Ο βασιλιάς επεμβαίνει ωμά στη διακυβέρνηση της χώρας διορίζοντας κυβερνήσεις από τη μειοψηφία της Βουλής, εγκαθιδρύει το καθεστώς της φαυλοκρατίας - όπως έχει μείνει στην ιστορία. Από αυτή την κρίση η χώρα δε θα βγει παρά ύστερα από σαράντα χρόνια, το 1909, με το στρατιωτικοπολιτικό κίνημα της 15 Αυγούστου, μα για πολύ λίγο χρόνο.

Η Ελλάδα στα 1870 έχει πληθυσμό διπλάσιο από τον αρχικό (του 1830): 1.500.000. Διαθέτει η χώρα μια αστική τάξη του χωριού και της πόλης αρκετά δυναμική, που διεκδικεί να αναλάβει μόνη της την εξουσία. Πλάι της η εργατική και υπαλληλική τάξη αυξαίνει τον αριθμό. Τα ναυπηγεία και το λιμάνι της Σύρας στο Αιγαίο απασχολούν εκατοντάδες εργάτες. Το ίδιο συμβαίνει με την εμπορική ναυτιλία. Ο αριθμός των ναυτεργατών ξεπερνά τις 20.000. Από ερειπιώνας που ήταν η Ελλάδα μετά την επανάσταση, στα 1870, εκτός από την Αθήνα, έχει άλλα δέκα τουλάχιστον επαρχιακά κέντρα, σωστές πόλεις.

Στους παραπάνω δείκτες θα πρέπει να προστεθούν οι φοιτητές, οι δημοσιογράφοι, οι εκπαιδευτικοί και άλλοι κλάδοι. Τούτη την κοινωνία τη χαρακτηρίζει ορμή για πρόοδο, για ταχύτερο εξευρωπαϊσμό της ζωής σε όλους τους τομείς, τη βιομηχανία, τη γεωργία, το εμπόριο, την εκπαίδευση, τα γράμματα. Η εξόρμηση της αστικής κοινωνίας περνάει σε μια νέα περίοδο από τούτη τη δεκαετία του περασμένου αιώνα.

Σχετικά με τις ελληνο-γαλλικές επαφές τούτης της δεκαετίας ας υπογραμμιστεί πως ανήκουν και μέσα στα πλαίσια του αστικοδημοκρατικού επαναστατικού διεθνισμού που εκδηλώθηκε κατά την επανάσταση του 1821 - πρόκειται για το κίνημα που ονομάστηκε «Γαλλικός» ή «Ευρωπαϊκός φιλελληνισμός». Αυτός ο διεθνισμός ήταν εντονότατος τον δέκατο ένατο αιώνα. Φιλελεύθεροι επαναστάτες τρέχαν από όλες τις χώρες όπου ξεσπούσε εθνικοαπελευθερωτική και αστικοδημοκρατική επανάσταση, για να δώσουν βοήθεια, ακόμα και αυτή τη ζωή τους. Δεν είναι συνεπώς σωστό πως τα κινήματα όπως του φιλελληνισμού περιοριζόταν μονάχα σε μεγάλες προσωπικότητες (Μπάϋρον, Σέλεϊ, Ουγκώ), ήταν χωρίς ρίζες στις λαϊκές μάζες και οι διαστάσεις τους δεν ήταν διεθνείς. Αντίθετα είχαν βαθιές ρίζες στους λαούς, και μάλιστα σε λαούς που είχαν εθνικοαπελευθερωτικά προβλήματα να λύσουν, και στα κινήματα αυτά μετείχε μεγάλος αριθμός επαναστατών με προέλευση λαϊκή. Ο αστικοδημοκρατικός διεθνισμός φανερωνόταν ιδιαίτερα στις ένοπλες εθνικές εξεγέρσεις, ενώ στις περιπτώσεις που η μορφή των κινημάτων ήταν πολιτική, ο διεθνισμός εκφραζόταν με τη συμπαράσταση του παγκόσμιου Τύπου, με συνηγορίες στα κοινοβούλια κ.α.

Αποχτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι στην επανάσταση της Κρήτης παίρνει μέρος ο μπλανκιστής Γκούσταβ Φλουράνς. Η παρουσία του στην Κρήτη και στην Αθήνα έκανε ζωηρή εντύπωση, δεδομένου ότι ήταν και κάπως θεαματική, με την τοπική κρητική ενδυμασία, με φιλελεύθερη αρθρογραφία στον γαλλόφωνο αθηναϊκό Τύπο, με την προθυμία του να προσφερθεί σε μια κίνηση, που θα έτεινε να συγκεντρώσει την προσοχή της παγκόσμιας κοινής γνώμης στο Κρητικό ζήτημα. Η ελληνική κυβέρνηση ενοχλήθηκε από το φιλελληνισμό του Φλουράνς και δε δίστασε να απαγορεύσει μια διάλεξή του σε δημόσια αίθουσα και ακόμα να τον απελάσει από την Ελλάδα.

Επίσης πρέπει να σημειωθεί πως η κάπως ευνοϊκή πολιτική του Ναπολέοντα ΙΙΙ στην αρχή του Κρητικού ζητήματος - αργότερα άλλαξε στο αντίθετο - δυνάμωσε τις συμπάθειες του ελληνικού λαού προς τη Γαλλία, με αποτέλεσμα ένας αριθμός φιλελεύθερων Ελλήνων επαναστατών να πάρει μέρος στον Γαλλο-γερμανικό πόλεμο από την πλευρά των Γάλλων. Αρκετοί από αυτούς τους εθελοντές προσχώρησαν κατόπιν στην Κομμούνα και πολέμησαν από τις γραμμές της τους βερσαγιέζους.1

Αφίσσα απο την εποχή της Κομμούνας, με τίτλο «Αναμνήσεις απο την Κομμούνα». Αναγράφει: «Ποτέ το Παρίσι δεν ήταν τόσο ήσυχο όσο στην Κομμούνα»

Οι εφημερίδες της Αθήνας πληροφορούνται τα γαλλικά και παρισινά γεγονότα παρακολουθώντας τις εφημερίδες και τα περιοδικά του Παρισιού, της Αγγλίας, της Γερμανίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Πότε πότε χρησιμοποιούν και ανταποκριτές, μάλλον Ελληνες της Μασσαλίας, της Λειψίας και άλλων πόλεων της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, που από δική τους πρωτοβουλία αναλαμβάνουν να ενημερώσουν τις ελληνικές εφημερίδες πάνω στα διαδραματιζόμενα στη φημισμένη Γαλλία. Αλλά ο ελληνικός λαός έχει κι άλλες πηγές πληροφόρησης εκτός από τις εφημερίδες. Μέσα σ' αυτές είναι οι ξένες πρεσβείες και τα τοπικά προξενεία, οι ταξιδιώτες, τα ναυτιλιακά γραφεία. Ανάμεσα στο ευρωπαϊκό συμβάν και στην ώρα που φτάνει η είδηση στην Ελλάδα υπάρχει μια απόσταση χρόνου. Σημασία έχει το αποτέλεσμα: ο λαός ενημερώνεται, έχει ακριβείς ειδήσεις.

Ο αθηναϊκός Τύπος αντιμετωπίζει τα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου χωρίς πολιτικές προκαταλήψεις, αναγράφει τις ειδήσεις με αντικειμενικότητα. Αλλωστε δεν είναι καθόλου προϊδεασμένος για φαινόμενα τέτοια, όπως η Κομμούνα. Ετσι, η Παρισινή Κομμούνα, η Διεθνής εταιρία των εργατών, όταν αρχίζει η επανάσταση της 18 Μαρτίου, παρουσιάζονται με το αληθινό τους πρόσωπο, ή με τα στίγματα που οφείλονται στο γαλλικό και τον άλλο ξένο Τύπο. Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν κρατάει πολύ. Οσο προχωρούν οι μέρες και το χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους, του παρισινού προλεταριάτου από τη μια και από την άλλη της μεγαλοαστικής τάξης, που παραδίδεται στην κυβέρνηση των Βερσαλιών και προδίδει τη Γαλλία στους Γερμανούς καταχτητές, μεγαλώνει και βαθαίνει, τόσο και οι ελληνικές εφημερίδες τάσσονται καθαρότερα με την επανάσταση ή με την αντεπανάσταση. Τελικά το σύνολο των εφημερίδων τάχθηκε εχθρικά στην Κομμούνα, και μόνο μια ξεσπάθωσε και υπερασπίστηκε τις αρχές και τα πρόσωπα του πρώτου προλεταριακού κράτους στον κόσμο. Αυτή η εφημερίδα είναι το«Μέλλον» του Δήμου Παπαθανασίου.

Το 1859 είχε εκδοθεί στην Αθήνα η εφημερίδα «Το Μέλλον της πατρίδος» και ήταν το δημοσιογραφικό όργανο της επαναστατικής φοιτητικής νεολαίας. Η αρθρογραφία της ήταν εξαιρετικά μαχητική, αν κι η λογοκρισία επέβαλε στους αρθρογράφους να είναι προσεχτικοί στις επιθέσεις τους κατά του στέμματος και του κρατικού μηχανισμού. Πολλοί από τους συντάχτες της καταδιώχτηκαν, φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν. Η εφημερίδα ύστερα από συνεχείς κατασχέσεις των φύλλων της τελικά κλείστηκε από τις δικαστικές και καταδιωχτικές αρχές. Για να περάσει το τείχος των απαγορεύσεων προσέφυγε στην αλλαγή του τίτλου της («Το Μέλλον της Ανατολής» κ.ά.), αλλά δεν μπόρεσε να συνεχίσει την έκδοσή της. Στα 1863 ο Γεώργιος Γλήνης, ένας από τον κύκλο των φοιτητών συνταχτών του «Μέλλοντος της Πατρίδος», που κατά την περίοδο των διωγμών κατέφυγε αυτοεξόριστος στη Γερμανία και σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, επανεκδίδει την εφημερίδα με τον τίτλο «Μέλλον».

Στα 1869 ο Γεώργιος Γλήνης (1831-1870) συμβάλλεται με το Δήμο Παπαθανασίου (1830-1878) δημοσιογράφο και εκδότη της εφημερίδας «Νέα Γενεά» (1862). Γεννήθηκε στο χωριό Πορταριά του Πηλίου. Σε ηλικία 22 περίπου χρόνων έρχεται στην Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές. Από τις αρχές της δεκαετίας 1850-1860 αρχίζει να εργάζεται ως συντάχτης σε αθηναϊκές εφημερίδες και το 1859 εκδίδει δική του εφημερίδα, τον «Αγγελιαφόρο», με πρόγραμμα: «πλήρης ισότης και πλήρης ελευθερία του ατόμου».

Ο Παπαθανασίου πριν ακόμα αποφασίσει να εκδόσει δική του εφημερίδα, είναι οπαδός του Προυντόν και γενικά του αναρχισμού. Στα 1861 δημοσίεψε το άρθρο με τον τίτλο «Αναρχία» στο «Φως» του Σοφ. Καρύδη.

Το 1869 κλείνει τη «Νέα Γενεά» και γίνεται συνιδιοχτήτης και συνδιευθυντής του «Μέλλοντος» του Γ. Γλήνη. Τον Οκτώβρη του 1870 πεθαίνει ο Γ. Γλήνης και ο Παπαθανασίου συνεχίζει μόνος του την έκδοση της εφημερίδας.

Ο Παπαθανασίου είναι γαλλόφιλος, αλλά και εχθρός του Ναπολέοντα του Γ` και γενικά της μοναρχίας και της απολυταρχίας. Χαιρετίζει την ανακήρυξη της δημοκρατίας στη Γαλλία, όμως δεν ανήκει στους οπαδούς της πρώτης κυβέρνησής της. Η έκρηξη της επανάστασης στο Παρίσι στις 18 Μαρτίου 1871 τον αιφνιδιάζει, είναι βέβαια περισσότερο από πολλούς άλλους έτοιμος να την επιδοκιμάσει.

Στο φύλλο της 15 Μαρτίου του «Μέλλοντος» καταχωρούνται ειδήσεις σχετικά με τη συζήτηση στην εθνοσυνέλευση του Μπορντώ, για το πού πρέπει, στο Παρίσι ή στις Βερσαλλίες, να εγκατασταθεί. Στο ίδιο φύλλο δημοσιεύει την πληροφορία για την καταδίκη σε θάνατο «ερήμην» των Μπλανκί, Φλουράνς και Λίγκαρντ. Στο επόμενο φύλλο υπάρχει πλήρης περιγραφή της εισόδου των γερμανικών στρατευμάτων, της αγανάκτησης του λαού από αυτή την αιτία και των διαθέσεών του απέναντι στον καταχτητή.

Από την είδηση αυτή καταλαβαίνει κανείς τις πηγές του «Μέλλοντος». Είναι οι εφημερίδες του Τιέρς. Οι ίδιες πηγές θα χρησιμοποιούνται από την εφημερίδα αυτή ως τις πρώτες μέρες του Απριλίου. Ενα μήνα ύστερα από την εγκαθίδρυση της Κομμούνας στο Παρίσι, το «Μέλλον» παίρνει θέση με το μέρος της επανάστασης και αρχίζει να την υπερασπίζεται από τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες των αντιπάλων της με νευρώδη αρθρογραφία.

Στις 29 Απριλίου δημοσιεύει το πρώτο κύριο άρθρο του ο Παπαθανασίου για την Κομμούνα με τον τίτλο: «Οι αλιτήριοι και το νέο κακούργημά τους κατά της δημοκρατίας». Με το επίθετο «αλιτήριοι» χαρακτηρίζει τους μεγαλοαστούς δημοκράτες της Γαλλίας και πιστεύει πως έτσι θα τους χαρακτηρίσει και η φωτισμένη ιστορία.

Δεν ήταν χωρίς κινδύνους ο δημοσιογραφικός αγώνας του Παπαθανασίου για την υπεράσπιση της Κομμούνας στην Ελλάδα. Η εγκύκλιος - έκκληση του Φαβρ προς όλες τις κυβερνήσεις της Ευρώπης, να καταδικάσουν την παρισινή επανάσταση, διαβάστηκε στην ελληνική Βουλή, η οποία δεν άργησε να εγκρίνει ψήφισμα καταδικαστικό. «Η διαγωγή του εν Παρισίοις οικτρώς και αξίως ως έπραξεν τον βίον καταστρέψαντος δήμου εξήγειρε και δικαίως την αγανάκτησιν όλων των λαών. Τα κοινοβούλια της Ευρώπης διαρρήδην απεδοκίμασαν τα εν Παρισίοις εκτελεσθέντα. Η ελληνική Βουλή έπραξε και αύτη ως ώφειλεν. Ιδού κατά τα εστενογραφημένα πρακτικά της 22 Μαΐου τι ερρέθη και απεφασίσθη». Κάτω από αυτόν τον πρόλογο η εφημερίδα «Παλιγγενεσία» δημοσιεύει όσα ειπώθηκαν στη Βουλή σχετικά με την Κομμούνα.

Ο Θ. Ζαΐμης, αν και αρχηγός της πλειοψηφίας στη Βουλή, υποστηρίζει την κυβέρνηση του Κουμουνδούρου, σχηματισμένη από τη μειοψηφία. Ηταν μέσα στα έθιμα της φαυλοκρατίας του Γεωργίου Α` να δημιουργεί και να διαλύει κατά τις στιγμιαίες διαθέσεις του και τα συμφέροντα του παλατιού και των ξένων πατρόνων του τα πολιτικά κόμματα. Το κόμμα του Ζαΐμη ήταν κατασκεύασμα του βασιλιά, όταν χρειάζονταν μια κυβέρνηση για την εφαρμογή της αντεθνικής πολιτικής του και των Αγγλων στην επανάσταση της Κρήτης. Ομως πολύ γρήγορα ξέφτισε, μάλιστα δεν μπόρεσε να κρατηθεί στην εξουσία μετά τη ληστεία του Δήλεσι - το Μάρτη του 1870. Τον διαδέχτηκε ο Κουμουνδούρος. Και οι δύο κυβερνήσεις χωρίς κύρος στο λαό. Πρόεδρος της Βουλής ο Κωνστ. Λομβάρδος, μεγάλος καιροσκόπος, που διέσπασε το ριζοσπαστικό δημοκρατικό κίνημα της Επτανήσου, για να παρασύρει με το μέρος του τις λαϊκές μάζες, τάζοντάς τες μια ένωση με την Ελλάδα χωρίς κανένα άλλο όρο - πολιτειακό, δημοκρατικό, οικονομικό - εκτός από την ένωση, αίτημα αποκλειστικά εθνικοαπελευθερωτικό.

- Θ. Ζαΐμης: Κύριοι, είναι γνωστά εις όλους τα λυπηρότατα συμβάντα εν Γαλλία ένεκα του εμφυλίου πολέμου·... Εις τα κοινοβούλια της Αγγλίας, του Βελγίου και της Ιταλίας εξεφράσθη η λύπη των νομοθετικών σωμάτων διά τας θλιβεράς αυτάς περιστάσεις εις τας οποίας ευρέθη έθνος μέγα και ευεργετικόν διά την Ελλάδα. Νομίζω ότι η Βουλή η ελληνική έχει καθήκον διά της κυβερνήσεως να εκφράση την μεγάλην αυτής λύπην διά τα γεγονότα ταύτα.

- Πολλοί (βουλευτές). Μάλιστα, μάλιστα.

- Κουμουνδούρος (πρωθυπουργός)... Η Ελλάς παρά παν άλλο μέρος έχει αιτίαν να λυπήται εάν αι καταστροφαί του Λούβρου έφθασαν και μέχρι των αριστουργημάτων της ελληνικής δόξης και μεγαλοφυΐας... Η Γαλλία ευεργέτησε την Ελλάδα και υπήρξεν επί πολλούς αιώνας το κέντρον του πολιτισμού, η εστία των φώτων και της δόξης. Θέλω σπεύσει, επαναλαμβάνω, τα αισθήματα όπου δει.

- Πολλοί: Μάλιστα μάλιστα.

- Λομβάρδος: Μικρά και αδύνατος η Ελλάς αλλ' υπέρ της ελευθερίας πάντοτε αγωνισθείσα και αγωνιζόμενη δεν ημπορεί παρά να υψώσει δυνατά την φωνήν της αγανακτήσεώς της εναντίον εκείνων οι οποίοι εν της καταχρήσει του ονόματος της ελευθερίας την ελευθερίαν εσχάτως εν Παρισίοις επολέμησαν. Η Ελλάς μικρά και αδύνατος έλαβε την πείραν ότι ουδέν πολεμιώτερον της ελευθερίας όσον η αταξία. Εάν δεν εξασφαλίζη τι την ελευθερίαν, την εξασφαλίζει ο σεβασμός των νόμων και των δικαιωμάτων εκάστου.

- Πολλοί: Μάλιστα, μάλιστα.

Ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος και ο αρχηγός της πλειοψηφίας Ζαΐμης αναφέρθηκαν στους λόγους στις καταστροφές και στα έργα τέχνης, που η επανάσταση κατάστρεψε, όπως τους είχαν πληροφορήσει οι οπαδοί του Τιέρς. Εκπληρώνανε μια υποχρέωση, ένα τυπικό καθήκον. Ο Λομβάρδος, αποδοκιμάζοντας, έκανε συνειδητό πόλεμο κατά της Κομμούνας. Η ιστορία του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος θα δώσει ασφαλώς στο Λομβάρδο τη θέση του πρώτου αντικομμουνιστή, γιατί είναι αυτός που τη διάσπαση του επτανησιακού ριζοσπαστικού κόμματος τη φιλοτέχνησε με συνθήματα αντικομμουνιστικά από το 1858.2 Αλλωστε, υπάρχει το ευχαριστήριο που του έστειλε ο Ιούλιος Φαβρ και για λογαριασμό του Τιέρς για την αποδοκιμασία της ελληνικής Βουλής προς την επανάσταση, για να μη ξεχαστεί ποτέ η αντιδραστικότητα του Λομβάρδου.

Οι άλλες εφημερίδες, ο «Αιών», η «Παλιγγενεσία» δεν αρκέστηκαν μόνο να κατηγορούν την Κομμούνα, μα άνοιξαν άγριο πόλεμο και κατά του Παπαθανασίου, γιατί μόνος αυτός από τους εκδότες των μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων υπερασπιζόταν την επανάσταση των προλεταρίων - των θητών, στη γλώσσα των προγόνων! - κατά των αντιδραστικών, των συκοφαντών και πουλημένων.

Η στάση αυτή της κυβέρνησης και η πολεμική αρθρογραφία των εφημερίδων κατά της Κομμούνας και της εφημερίδας «Μέλλον», άρχισαν να φανατίζουν τους θερμόαιμους εναντίον του Παπαθανασίου. Η αστυνομία δεν άργησε να εκμεταλλευτεί την ατμόσφαιρα και με μυστικούς χαφιέδες καλυμμένους κάτω από την ψεύτικη ιδιότητα του φοιτητή οργάνωσε τρομοκρατικές επιθέσεις κατά του δημοσιογράφου που τόλμησε να υποστηρίξει με την εφημερίδα του υπόθεση του παγκόσμιου προλεταριάτου. Ο αστυνομικός Ιωάννης Ψαλτήρας, παριστάνοντας τον τελειόφοιτο της νομικής σχολής, μίλησε στο πανεπιστήμιο εναντίον του Παπαθανασίου για τη στάση εφημερίδας του σε διάφορα γεγονότα (ληστεία του Δήλεσι, μετακομιδή των οστών του πατριάρχη Γρηγορίου Ε`, άλλα σχετικά με το πανεπιστήμιο): «Αποβράσματα της τουρκικής κοινωνίας, συσπειρωθέντα ώσπερ όφεις περί έναν τυχοδιώκτην ονομαζόμενον Δήμον Αθανασίου, αγνώστου πατρίδος και καταγωγής...».

Στις 3 Ιουνίου ο ίδιος αστυνομικός Ψαλτήρας επικεφαλής κουστωδίας χαφιέδων έστησε ενέδρα μέρα μεσημέρι στην πλατεία Ομονοίας και επετέθηκε δολοφονικά κατά του Παπαθανασίου. Γράφει το «Μέλλον», 21/3.6.71, σχετικά: «... επορεύετο (ο Παπαθ.) χθες περί την 11 π.μ. απροφύλακτος και ανύποπτος δι' εργασίαν του κατά την πλατείαν της Ομονοίας οπότε παρουσιάζεταί τις αυτώ, εξελθών του παρακειμένου καφενείου και συνοδευόμενος υπό 8 - 10 άλλων και αποκόπτων τον δρόμον του, τον ερωτά αν γνωρίζει τον Ιωάννην Ψαλτήραν, ότι είναι κλητήρ της αστυνομίας, εις δε την απάντησιν, ότι γνωρίζει το όνομα τούτο εγγεγραμμένον εις τον κατάλογον των αστυνομικών κλητήρων με 65 δραχμών μισθόν μηνιαίον, επιτίθεται κατ' αυτού με το ανά χείρας ρόπαλον, ενώ ταυτοχρόνως οι συνέταιροί του εφορμήσαντες περιεκύκλωσαν αυτόν, επισείοντας εγχειρίδια και ρόπαλα, εις δε, όστις ως πληροφορούμεθα ήτο αδελφός του Ψαλτήρα, κρατών μάχαιραν κρεοπώλου. Ούτε εις άνθρωπος της δημοσίας τάξεως ευρέθη εκεί πλησίον, ίνα προστατεύση τον ούτω βανδαλικώς προσβληθέντα και κινδυνεύοντα πολίτην και δημοσιογράφον, αν και περί τα 10 λεπτά διήρκεσεν η σκηνή αύτη».

Τραυματισμένος ο Παπαθανασίου πήγε στο αστυνομικό κατάστημα. Εκεί διαπιστώθηκε πως ο Ψαλτήρας ήταν όργανο της αστυνομίας. Και όμως, παρά τις εξακολουθητικές καταγγελίες από τις στήλες του «Μέλλοντος» η παρακολούθηση του εκδότη της και η παρενόχλησή του από τους μυστικούς χαφιέδες δεν έπαψε. Η εφημερίδα «Αιών», αντί να τεθεί αλληλέγγυα προς το θύμα του αστυνομικού βανδαλισμού, δικαιολόγησε την επίθεση των χαφιέδων: «Αν το δόγμα αληθεύει διά τον εν Παρισίοις δήμον, τίνος ένεκεν αποτροπιαζόμεθα αυτό εν τη πρωτευούση της Ελλάδος;... τι έπραξαν οι τον δημοσιογράφον κτυπήσαντες;... Φέροντες τα ρόπαλα κατά της κεφαλής του εξεδικούντο όσα κατ' άλλων προ ετών πολλών και άλλοι της αυτής συντεχνίας ελιβελλογράφησαν (!) ραπίζοντες τον την αποκέντρωσιν δογματίζοντα, ήθελον να δώσωσιν εν μάθημα κατά της ιδέας της αποκέντρωσεως και των πράξεων του Παρισινού δήμου...».

Αν και η καταφορά εναντίον του ήταν καταπιεστική, ο Παπαθανασίου δε λύγισε. Συνέχισε τον αγώνα επίμονα και θαρραλέα. Ασφαλώς δεν ήταν μόνος του. Η επανάσταση της παρισινής Κομμούνας έδωσε την αφορμή να γνωριστούν μεταξύ τους οι οπαδοί του σοσιαλισμού και να σχηματίσουν κύκλους μαζί με άλλους που η Κομμούνα τους έφερε κοντά στο σοσιαλιστικό κίνημα. Κάτι τέτοιο αποδείχνεται από την κυκλοφορία του «Μέλλοντος». Δεν επηρεάστηκε καθόλου από τις αστυνομικές επιθέσεις εναντίον του διευθυντή της και τις συκοφαντίες των άλλων εφημερίδων.

Αφού δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο για την Κομμούνα στις στήλες του «Μέλλοντος», δεν έπαψε να απαντά στις πολεμικές των άλλων εφημερίδων. Τέλος δεν του έμενε άλλο παρά να υμνεί τον ηρωισμό των κομμουνάρων μπροστά στα στρατοδικεία και τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Οι στήλες του «Μέλλοντος» συμπεριέλαβαν όλο το μαρτυρολόγιο της Παρισινής Κομμούνας. Οι νέοι της εποχής δεν ξέχασαν ποτέ τη φημισμένη για τον πρωτοποριακό της αγώνα, σε τόσο κρίσιμες στιγμές για την παγκόσμια και την ελληνική ιστορία, εφημερίδα. Υστερα από τριάντα χρόνια (η εφημερίδα έκλεισε με το θάνατο του Δήμου Παπαθανασίου, το Δεκέμβρη του 1878), το 1910, η περιοδική εφημερίδα της Κοινωνιολογικής Ομάδας θα πάρει τον τίτλο «Μέλλον».

Με την πείρα από την ήττα της Κομμούνας και από την χρόνια πολιτική κρίση της Ελλάδας, οι πρώτοι Ελληνες σοσιαλιστές κατέληξαν στην απόφαση να αναλάβουν πρωτοβουλία για να σχηματιστεί μια νέα πολιτική κίνηση με συνεπείς δημοκρατικές αστικές αρχές, η οποία να προχωρήσει στην ίδρυση ενός δημοκρατικού κόμματος αρχών.

Αλλά δε θα φτάσει, ως το κλείσιμο του περασμένου αιώνα, στην ένωση σ' ένα πολιτικό κόμμα όλων των αριστερών δημοκρατικών και σοσιαλιστικών κινήσεων. Η σημαντικότερη κίνηση σ' αυτό το χώρο αντιπροσωπεύτηκε από τον πολυταξιδεμένο Κεφαλονίτη Παναγιώτη Πανά (1832 - 1894) οπαδό του Ιταλού αριστερού δημοκράτη Ματσίνι, που είχε πάρει μέρος και στις πρώτες συνεδριάσεις της Πρώτης Διεθνούς. Ο Παναγιώτης Πανάς από έφηβος ακολούθησε πιστά τον Ιωσήφ Μομφεράτο, έναν από τους δύο αρχηγούς - ο άλλος ήταν ο Ηλίας Ζερβός - του Ριζοσπαστικού Κόμματος, στο κίνημα για την Ενωση της Επτανήσου με την Ελλάδα. Πέρα από τις άλλες βιοτικές απασχολήσεις του, μόνιμα εμφανίζονταν με την ιδιότητα του δημοσιογράφου σχεδόν αποκλειστικά με δικές του εφημερίδες.

Οταν ξεσπά η Παρισινή Κομμούνα δεν αργεί να στείλει από τη Ρουμανία, όπου βρίσκεται, το μήνυμά του μέσα από την εφημερίδα «Μέλλον» του Δήμου Παπαθανασίου για τη σοσιαλιστική επανάσταση της Γαλλίας. Και στη Ρουμανία δεν έμενε αδρανής.

Για πρώτη φορά το 1865 στο Βελιγράδι καταστρώνονται σχέδια για τη συνεργασία των βαλκανικών λαών, για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωσή τους. Ιδρύεται μυστική οργάνωση με το όνομα «Δημοκρατική Ανατολική Ομοσπονδία». Δημοσιογραφικό όργανό της η φιλελεύθερη σερβική εφημερίδα. Τα τμήματα της Δ.Α.Ο. στις διάφορες χώρες ονομάζονταν «Κύκλοι». Στην Ελλάδα ιδρύθηκε μυστικός «Κύκλος» το 1868 από τον Παναγιώτη Πανά, που τότε είχε έρθει στην Ελλάδα. Είναι ο πρώτος στην Ελλάδα ρομαντικός σοσιαλιστής, εκδότης της πρώτης σοσιαλιστικής ελληνικής εφημερίδας «Εργάτης» της Κεφαλονιάς, το 1874. Ο παράνομος «Κύκλος» ιδρύει το 1876 το δημοκρατικό σύλλογο, που κάτω από τον τίτλο «Ρήγας» συγκεντρώνει την πλειοψηφία των αριστερών δημοκρατών. Η εφημερίδα «Εργάτης» έχει κιόλας πετύχει να φέρει στη Βουλή τον πρώτο σοσιαλιστή βουλευτή, το Ρόκο Χοϊδά, που γρήγορα γίνεται ο πόλος για την πρώτη αριστερή κοινοβουλευτική ομάδα με τον Φιλάρετο, Τιμ. Φιλήμονα κλπ. Ο σύλλογος «Ρήγας» κυκλοφορεί το 1876 με αρχισυντάκτη το Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, συγγραφέα, μια σύντομη ιστορία της κίνησης αυτής, που δημοσιεύτηκε στην περιοδική εφημερίδα της Αθήνας «Δαναΐς» (12.11.1912).

Στα 1873 προς το τέλος θα γυρίσει στην Κεφαλονιά, για να εκδόσει την εφημερίδα «Εξόρμηση» και σε συνέχεια τον «Εργάτη», τον οποίο, αφού πετύχει με τις καμπάνιες του να αναδείξει στις εκλογές βουλευτή, τον πρώτο σοσιαλιστή - κοινωνιστή στο ελληνικό Κοινοβούλιο, θα τον μεταφέρει και επανεκδόσει στην Αθήνα το 1875, για να τον αντικαταστήσει το 1876 με το «Ρήγα», ως όργανο με ευρύτερο περιεχόμενο του πολιτικού συλλόγου της Ανατολικής Ομοσπονδίας συνεχίζοντας τις παραδόσεις των όμοιων συλλόγων του Ριζοσπαστικού Κόμματος της Κεφαλονιάς. Σκοπός του Πανά ήταν με την ίδρυση πολιτικών συλλόγων στα Εφτάνησα, τη Βόρειο Πελοπόννησο και την Αθήνα να καταλήξει στη συγκρότηση πολιτικού κόμματος προεδρικής κοινωνικής δημοκρατίας. Βάδιζε στα ίχνη του Ιωσήφ Μομφεράτου, που στην Εθνοσυνέλευση του 1863 ήταν ο μόνος που τάχτηκε εναντίον της κοινοβουλευτικής βασιλείας και ψήφισε προεδρική δημοκρατία.

Ο σπουδαιότερος πολιτικός σύλλογος, ύστερα από το «Ρήγα» της Αθήνας ήταν ο σύλλογος της Πάτρας, που την 1η Μαΐου 1877 εκδίδει την εφημερίδα «Ελληνική Δημοκρατία», που κατατρόμαξε την υψηλή κοινωνία της τότε συμπρωτεύουσας και ανάγκασε τις καταδιωκτικές αρχές να την κατασχέσουν και να συλλάβουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του ομώνυμου συλλόγου. Ηταν ένα από τα πιο ηχηρά συμβάντα στην Ελλάδα της δεκαετίας της Κομμούνας. Εφερε το ζήτημα στη Βουλή ο Ρόκος Χοϊδάς, ανοίχτηκε ζωηρή συζήτηση κατά την οποία εκφράστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα από τους αριστερούς δημοκράτες. Την κίνηση των αναρχικών της Πάτρας την υπερασπίστηκαν ο Χοϊδάς, ο Πανάς, ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, εγγονός του Γέρου του Μοριά, ο οποίος πλήρωσε και την εγγύηση για την αποφυλάκιση των κρατουμένων.

Η δεκαετία του 1870 υπήρξε αφετηρία γόνιμων εξελίξεων στην Ελλάδα. Αργότερα η κυριαρχία της αστικής ολιγαρχίας έριξε στη λησμονιά όλους αυτούς τους πρωτοπόρους της περιόδου, που φάνηκαν πριν από την αστική πνευματική αναγέννηση του 1880, αφού πρώτα τους διέλυσε και τους εξόντωσε με αστυνομικούς και δικαστικούς διωγμούς.

*Το βιβλίο εκδόθηκε το 1995, από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

Παραπομπές

1. Ονοματικοί πίνακες Ελλήνων εθελοντών στο γαλλικό στρατό κατά τον γαλλογερμανικό πόλεμο έχουν δημοσιευθεί και σε εφημερίδες και σε βιβλία (Αλεξ. Φ. Αλεξάνδρου, «Απομνημονεύματα των εν Γαλλία μεταβάντων Ελλήνων εθελοντών κατά τον γαλλογερμανικό πόλεμον του 1870 και εις το σύνταγμα των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων υπηρετησάντων»), Αθήναι 1871. Δε διαθέτουμε παρόμοιο υλικό για όσους προσχώρησαν στην Κομμούνα. Η αθηναϊκή εφημερίδα «Παλιγγενεσία» (1/14.6.1871) αναφέρει έναν Σπανδωνή από τη Χίο, κάτοικο άλλοτε της Πόλης, που ανέλαβε υπηρεσία διευθυντή των τηλεγραφείων της Κομμούνας (σημείωση Μ. Μ. Παπαϊωνάννου).

2. Κ. Λομβ. «Δύο επιστολαί προς τον κ. Ιωσήφ Μομφερ. «Η φωνή του Ιονίου» 29.9.1958. «Πότε φίλτατε Ιωσήφ, ο λαός της Επτανήσου συνεταύτησε το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως μετά του ζητήματος της εφαρμογής της Δημοκρατίας εις το πολίτευμα, και του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτεία;»

 

ΜΙΧΑΛΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα

«Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα», σελ. 41- 45, εκδόσεις «πλέθρον»

Στην ομάδα των διεθνιστών της εποχής, μπορούμε να εντάξουμε τον Σμυρνιό έμπορο Εμμανουήλ Δαούδογλου και τη γυναίκα του Μαρία. Τα στοιχεία που έχουμε, και γι' αυτούς, είναι περιορισμένα και δε φωτίζουν τη δράση τους, που φαίνεται να ήταν αξιοπρόσεκτη.

Ο Δαούδογλου, συνεχιστής - κατά τον Κ. Μοσκώφ - του σαινσιμονικού προβληματισμού του Παν. Σοφιανόπουλου, είναι ο διοργανωτής, μαζί με τον Ιταλό αναρχικό Αμίλκα Τσιπριάνι (που θα τον βρούμε στα 1895 στον παρισινό κύκλο του Παύλου Αργυριάδη), μιας ομάδας Ευρωπαίων πολιτικών προσφύγων που συμμετέχει στην αντιοθωνική εξέγερση. Αργότερα, ο Δαούδογλου θα πάει στην Ιταλία και θα συνδεθεί στη Νάπολη με κύκλους της Πρώτης Διεθνούς, της οποίας θα γίνει μέλος. Θα μείνει στη Νάπολη τέσσερα περίπου χρόνια (1864 - 1867). Επιστρέφει στην Αθήνα και δημιουργεί ένα νέο αναρχικό κύκλο, που θα διαλυθεί λίγο αργότερα. Στα 1870 ο Εμμ. Δαούδογλου σκοτώνεται σε μια ρήξη μέσα στη Δημοκρατική Λέσχη. Τον επόμενο χρόνο η γυναίκα του Μαρία φαίνεται ότι ήταν η μόνη Ελληνίδα που συμμετέχει στην Κομμούνα του Παρισιού και εκτελείται για την επαναστατική της δράση από τους Βερσαλλιέρους1.

Δύο άλλοι Ελληνες διεθνιστές, με διασυνδέσεις στο γαλλικό κυρίως σοσιαλιστικό κίνημα αλλά και επιρροή, είναι ο Παύλος Αργυριάδης και ο Σαούλ Ναούμ. Ο πρώτος ζει στο Παρίσι, το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, και ο δεύτερος, φαρμακοποιός στο επάγγελμα, είναι ο αντιπρόσωπος της Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης στη Δεύτερη Διεθνή, με αξιοσημείωτη δράση και προσβάσεις, όπως θα δούμε σε άλλο κεφάλαιο.

Ο Παύλος Αργυριάδης γεννήθηκε στην Καστοριά στα 1849 και πέθανε στο 1901 στο Παρίσι. Ο Κορδάτος πιθανολογεί ότι καταγόταν από εύπορους γονείς, γιατί από μικρός βρέθηκε στην Πόλη, όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα. Μετά, πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει νομικά. Εδώ, τον βρίσκουμε εγκατεστημένο γύρω στα 1870, όπου αρχίζει να έχει ευρύτερες ανησυχίες, πνευματικές και πολιτικές. Με τον καιρό θα αποκτήσει πλατιά εγκυκλοπαιδική μόρφωση και θα συνδεθεί με γαλλικούς επαναστατικούς κύκλους.

Κατά τη διάρκεια της Κομμούνας του 1871, ο Αργυριάδης αναφέρεται ότι έγινε μέλος του κεντρικού επαναστατικού κομιτάτου (κεντρικής επαναστατικής επιτροπής2). Θα διασωθεί από τις σφαγές και τις διώξεις, που θα ακολουθήσουν, και θα γίνει σύντομα ονομαστός. Συνδυάζοντας την πολιτική και την ιδιότητα του δικηγόρου, διακρίνεται για την υπεράσπισή του σε δίκες πολιτικού χαρακτήρα και κυρίως αναρχοσυνδικαλιστών. «Στις περισσότερες μεγάλες δίκες, που έγιναν στη Γαλλία», αναφέρει σε άρθρο του ο Γιάννης Κορδάτος, «στις οποίες δικάζονταν σοσιαλιστικές και προοδευτικές εφημερίδες, καθώς κι εργάτες και διανοούμενοι για τις ριζοσπαστικές και επαναστατικές τους ιδέες, ο Αργυριάδης πήρε μέρος στερεώνοντας τη φήμη, τόσο του καλού δικηγόρου όσο και του πρωτοπόρου σοσιαλιστή»3.

Τόσο ως μαχητικός υπερασπιστής και διαφωτιστής αρθρογράφος, όσο και ως ηγετικό κομματικό στέλεχος, ο Π. Αργυριάδης κατέχει αξιοσημείωτη θέση στην ιστορία του γαλλικού σοσιαλιστικού κινήματος και είναι από τις προοδευτικές εκείνες μορφές του σοσιαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα, που άσκησαν κάποια επίδραση. Αρθρα του, για τον Καρλ Μαρξ και τα θεωρητικά προβλήματα του σοσιαλισμού, δημοσιεύονται στην αναρχική εφημερίδα του Πύργου Νέο Φως (1899) και στον Σοσιαλιστή (1893-1899) του Σταύρου Καλλέργη.

Η συνδρομή του Π. Αργυριάδη στις πρώτες σοσιαλιστικές κινήσεις στην Ελλάδα δε φαίνεται να ήταν μόνο εκείνη του επιφυλλιδογράφου. Ο Αργυριάδης θα βοηθήσει ποικιλότροπα τον Καλλέργη όταν ο τελευταίος έφτασε στο Παρίσι, το 1895, άπορος και καταπτοημένος. Τρία χρόνια αργότερα, ο Καλλέργης στο φυλλάδιο Επιστολή προς άπαντες τους Ελληνες Σοσιαλιστάς θα περιγράψει τη βοήθεια του Αργυριάδη και θα δώσει πολύτιμες πληροφορίες για τις διασυνδέσεις του με Ελληνες και ξένους αναρχικούς του Παρισιού. Ανάμεσα στους δεύτερους ήταν και ο Αμίλκας Τσιπριάνι.

Εργο της ζωής του Παύλου Αργυριάδη θεωρείται το εκλαϊκευμένο σοσιαλιστικό περιοδικό ALMANAC DE LA QUESTION SOCIALE (Ημερολόγιον του Κοινωνικού Ζητήματος), που εξέδιδε κάθε χρόνο ο Ελληνας διεθνιστής από το 1886 ως το θάνατό του.

Μια άλλη διεθνιστική του πρωτοβουλία συνδεδεμένη με την Ελλάδα είναι ο Διεθνής Σύνδεσμος Βαλκανικής Ομοσπονδίας, που εκπροσωπείται στην Ελλάδα από το 1884 από τον Ελληνικό Σύλλογο Βαλκανικής Ομοσπονδίας και εκφράζεται με το ομώνυμο δημοσιογραφικό όργανο. Ο Σύνδεσμος, του οποίου μας είναι άγνωστα τα άλλα μέλη, μετείχε στον Διεθνή Σύνδεσμο Βαλκανικής Ομοσπονδίας, που φαίνεται ότι ήταν όργανο της επιρροής του Αργυριάδη. Ο ίδιος θα είναι πρόεδρος και κύριος ομιλητής στο Συνέδριο του Διεθνούς Συνδέσμου το 18944.

Στα 1889 ήταν μέλος της κεντρικής επιτροπής του σοσιαλιστικού επαναστατικού κόμματος της Γαλλίας και, κατά τον Γιάννη Κορδάτο, πήρε μέρος στην ενωτική διάσκεψη που έγινε από τις κυριότερες κομματικές ομάδες, που αντιπροσώπευαν το γαλλικό προλεταριάτο, για την ενοποίησή τους σ' ένα κόμμα. Σύμφωνα με διασταυρωμένες πηγές, ο Π. Αργυριάδης είχε σχέσεις και συνεργασία με Ρώσους επαναστάτες εξόριστους στο Παρίσι και κυρίως με τρομοκράτες, που ανήκαν στην οργάνωση των μηδενιστών.

Αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο της Κομμούνας, η κατοπινή συμπεριφορά του Παύλου Αργυριάδη είναι μάλλον εκείνη του θεωρητικού επαναστάτη, που ζει και δραστηριοποιείται, τελικά, μέσα από τους αστικούς κανόνες. Μάχεται τους θεσμούς και τη λειτουργία του συστήματος, δουλεύει για την ανατροπή του, αλλά πάντοτε εγκλωβισμένος στην αναρχική (αριστερίστικη) αντίληψη, που απορρίπτει την κομματική οργάνωση και την καθημερινή ταξική πάλη, πιστεύοντας πως η επαναστατική διαδικασία είναι χρέος των μεμονωμένων διανοουμένων και των ένοπλων συνωμοτών. «Από τα γραψίματά του», συμπεραίνει ο Γ. Κορδάτος, «δε φαίνεται για ορθόδοξος μαρξιστής. Ο μπλανκισμός και ο αναρχισμός στην εποχή εκείνη είχαν ακόμα βαθιές ρίζες μέσα στο γαλλικό σοσιαλισμό. Ο μαρξισμός φαινόταν σαν μια συντηρητική θεωρία. Ο Αργυριάδης απ' αυτή την άποψη δεν ήταν απόλυτα χειραφετημένος. Ο μαρξισμός δεν τον είχε κατακτήσει. Γι' αυτό, αν και ξέρει τις οικονομικές θεωρίες του Μαρξ, δεν έχει εμβαθύνει στον διαλεκτικό ματεριαλισμό (υλισμό) και δεν μπόρεσε να νοιώσει την επαναστατική πλευρά του μαρξισμού. Αυτός είναι ο λόγος, που βρίσκεται μακριά από τη μαρξιστική ομάδα του Λαφάργκ - Γκεντ, που, στο τέλος του περασμένου αιώνα, αντιπροσώπευε στη Γαλλία τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Παρ' όλα όμως τα βασικά παραστρατήματα, παρέμεινε ως το θάνατό του ένας ειλικρινής επαναστάτης σοσιαλιστής5.

Στις 19 Νοεμβρίου 1901, πέθανε σε ηλικία 52 χρόνων και μετά πέντε μέρες έγινε η πολιτική του κηδεία. Σοσιαλιστές και αγωνιστές, όπως οι Βαγιάν, Φάμπεροτ, Πωλ Μενκ, Ρουσσέλ, Ντυβρενίλ, μίλησαν για τις επαναστατικές αρετές και υπηρεσίες που πρόσφερε στο γαλλικό σοσιαλιστικό κίνημα. Στην Ελλάδα υπάρχουν βαρύγδουπα βιβλία ιστορικά και σοσιαλιστικά, που δεν αναφέρουν καν το όνομά του.

(Από σελ. 41- 45, εκδόσεις «πλέθρον»)

Παραπομπές

1. Περιοδικό Ερευνα, τεύχος 55, 13-4-1911.

2. Μια άλλη εκδοχή, που δεν υιοθετούν οι περισσότεροι ιστορικοί, είναι ότι ο Αργυριάδης εγκαταστάθηκε στο Παρίσι μετά το 1871 και ότι «στην επομένη της αμνηστείας προσεχώρησε εκ των πρώτων στην Κεντρική Επαναστατική Επιτροπή». Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 20-3-1927.

3. Περιοδικό, Νέα Επιθεώρηση, 1933.

4 Βλ. Ρ. Argyriades, Discours a la Grande Orient de France, περ. Revue Sosialiste 26, 1895, σελ. 202-213.

5 Γ. Κορδάτου, Μορφές του Νέου Ελληνισμού, Εκδόσεις Μπάυρον, χ.χ., σελ. 66-67.

 

Τα ανάκτορα του Κεραμεικού στις φλόγες 21 Μάη 1871

Επίκαιρα διδάγματα

Πέρασαν 130 χρόνια από την ηρωική εξέγερση των κομμουνάρων του Παρισιού. Την εξέγερση στην οποία για πρώτη φορά η εργατική τάξη ηγείται των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων «ως τάξη για τον εαυτό της», χειραφετημένη πολιτικά από την αστική τάξη. Οπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Μαρξ, «ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά, σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμα ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία» (Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», τ.1ος, σελ. 627).

Η επέτειος των 130 χρόνων από την Κομμούνα γιορτάζεται σε συνθήκες κυριαρχίας της διεθνούς αντεπανάστασης, στην εποχή του ιμπεριαλισμού, σε συνθήκες μεγάλης βεβαίως αλλά προσωρινής υποχώρησης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Συνθήκες που ταυτόχρονα χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων σε παγκόσμια κλίμακα, σε συνθήκες που η επιθετικότητα των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού έχει προσλάβει εκρηκτικές διαστάσεις. Αυτό ακριβώς το γεγονός κάνει επίκαιρες τις βασικές ιδέες και τα διδάγματα που προκύπτουν από τις 72 μέρες ζωής της. Ιδέες και διδάγματα που το πέρασμα τόσων χρόνων, όχι μόνο δεν τα «έριξε στη λήθη», αλλά τα επιβεβαιώνει καθημερινά ολοένα και πιο πειστικά, έτσι που παραμένουν επίκαιρα, παρά την προσπάθεια του ιμπεριαλισμού και των οπορτουνιστών, ιδιαίτερα μετά την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, να ρίξουν στο «πυρ το εξώτερο» την ιστορική αναγκαιότητα της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Δεν μπορούν να σβήσουν από το χάρτη την ταξική πάλη και τη συνέχειά της στις σημερινές συνθήκες και ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναπόφευκτα στη δικτατορία του προλεταριάτου, που είναι μόνο η αρχή για το πέρασμα στην αταξική κοινωνία.

Παγκόσμια ιστορική πείρα

Μελετώντας την Κομμούνα, από τη σκοπιά των συμφερόντων της τάξης η οποία την επέβαλε τότε στο Παρίσι, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην εποχή της και στη σύγχρονη εποχή. Θεμελιακές από την άποψη του ταξικού χαρακτήρα της κοινωνίας. Ηταν η εποχή που οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής κυριαρχούν ολοκληρωτικά και η αστική τάξη αρχίζει να περνά στην αντίδραση. Η εποχή που άρχισαν να ωριμάζουν οι προϋποθέσεις περάσματος του καπιταλισμού στο τελευταίο το ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Οι ταξικές σχέσεις και αντιθέσεις τότε και τώρα, στην ουσία τους είναι οι ίδιες. Η συγκρότηση της διεθνούς συμμαχίας του κεφαλαίου κατά του γαλλικού προλεταριάτου, με τη συμμαχία των Γάλλων και Γερμανών αστών, παρά το γεγονός ότι ήταν εμπόλεμα αντίπαλα μέρη, έγινε προκειμένου να καταπνίξουν την εργατική εξουσία. Η αντίθεση ιμπεριαλισμού - λαού οξύνεται στο έπακρο, ενώ ολοένα και περισσότερο γίνεται αξεχώριστη από την αντίθεση κεφάλαιο - εργασία. Η ενότητα μεταξύ της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, όπου η δεύτερη, ο πόλεμος, είναι η συνέχιση της πρώτης με άλλα - στρατιωτικά - μέσα, σήμερα υλοποιείται με την ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων. Μήπως αυτό ακριβώς δεν εξέφρασε και ο πόλεμος του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας; Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης μιας χώρας, η αντιλαϊκή πολιτική στο εσωτερικό, είναι εχθρική και για τους άλλους λαούς. Απελευθέρωση αγορών, ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων, ανταγωνισμός, αγώνας για το μοίρασμα σφαιρών επιρροής κ.ά., αποτελούν τη βάση της επιθετικότητας του κεφαλαίου μιας χώρας στο εσωτερικό της, αλλά και ενάντια στους λαούς άλλων χωρών.

Τα βασικά διδάγματα, που έδωσε η πείρα της Κομμούνας, επιβεβαιώθηκαν περίτρανα στις σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, με πρώτη και καλύτερη τη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση. Ετσι, ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους, η ανάγκη να τσακιστεί το αστικό κράτος και να αντικατασταθεί από την εργατική εξουσία, το ζήτημα της αντικατάστασης της ατομικής ιδιοκτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής με την κοινωνική, για να περάσει ο πλούτος στον κοινωνικό έλεγχο, να τον διαχειρίζεται το προλεταριακό κράτος με τα εκλεγμένα όργανά του, η σημασία της συμμαχίας της εργατικής τάξης με άλλα λαϊκά στρώματα, η οργάνωση των διεθνών συμμαχιών της εργατικής τάξης κάθε χώρας, είναι θεμελιώδεις αρχές της επανάστασης, τις οποίες ανέδειξε η Κομμούνα.

Βεβαίως, η Κομμούνα από την πρώτη στιγμή της εγκαθίδρυσής της βρέθηκε μπροστά σε πρωτόγνωρα καθήκοντα. Η ανίχνευση του δρόμου για να στεριώσει η εξουσία της, να δημιουργεί τις προϋποθέσεις απελευθέρωσης της εργασίας από την κυριαρχία του κεφαλαίου, μέσα σε συνθήκες περικύκλωσης από το διεθνή καπιταλισμό, απαιτούσαν στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή άντληση θεωρητικών ιδεών και πρακτικής πείρας, που δεν υπήρχαν εκ των προτέρων. Η σύντομη ζωή της, βεβαίως, μας άφησε πολλαπλάσια περισσότερα γι' αυτό το σκοπό. Μόνο που αν αρκούν για την έναρξη οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, καθόλου δε φώτιζαν ολόκληρη αυτή την πορεία. Στην ίδια κατάσταση βρέθηκε από την πρώτη στιγμή και το προλεταριάτο της Ρωσίας μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Επρεπε να ανιχνεύει πρωτόγνωρους δρόμους για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ενώ όλες οι χώρες που πέρασαν στο σοσιαλισμό, είχαν να αντιμετωπίσουν την ιμπεριαλιστική περικύκλωση.

Η ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων δεν ήταν αναπόφευκτη. Η αντεπανάσταση έγινε από τις κομματικές και κρατικές ηγεσίες αυτών των χωρών. Οι αντεπαναστατικές ανατροπές οφείλονται σε μια σειρά εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες και στην αλληλεπίδρασή τους. Η δολιοφθορά του ιμπεριαλισμού, πατούσε στο έδαφος των δυσκολιών που προέκυπταν από την ίδια την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Παρ' όλ' αυτά, η μεγάλη συνεισφορά του σοσιαλισμού, στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, τις κατακτήσεις του, στη διατήρηση της ειρήνης για πάνω από 45 χρόνια στον πλανήτη, επιβεβαιώνεται ακόμη και από την αρνητική σκοπιά της σύγχρονης ζοφερής για τους λαούς πραγματικότητας. Και αυτή τη συνεισφορά θέλουν να σβήσουν από τη μνήμη και τη συνείδηση των λαών, με την αμέριστη συμβολή του οπορτουνισμού. Που πολέμησε και πολεμά με λύσσα το σοσιαλισμό, τα επιτεύγματά του, αλλά και τη συνεισφορά του κομμουνιστικού κινήματος. Τους όρους ταξική πάλη, ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλιστικό - αντιμονοπωλιακό - δημοκρατικό μέτωπο ως κοινωνικοπολιτική συμμαχία της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων για τη λαϊκή εξουσία, οι φορείς του τους αποστρέφονται μετά βδελυγμίας, προβάλλοντας την κοινωνική συναίνεση, την παγκοσμιοποίηση, τον κεντροαριστερό πόλο που «μάχεται» τον κεντροδεξιό, ενώ οι αναφορές τόσο στην Κομμούνα όσο και στη σοσιαλιστική επανάσταση γενικά του προκαλούν απέχθεια.

Στο δρόμο του Μετώπου

Το ΚΚΕ στο 15ο Συνέδριό του, με το Πρόγραμμά του, επεξεργάστηκε στις σύγχρονες διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες, το θεμελιακό ζήτημα, τη στρατηγική και τακτική και τη μεταξύ τους σχέση. Εκτίμησε ότι ο χαρακτήρας της επανάστασης στην Ελλάδα είναι σοσιαλιστικός. Καθόρισε την αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δημοκρατική γραμμή πάλης, ως τη γραμμή συσπείρωσης της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού στην υπεράσπιση και διεκδίκηση των συμφερόντων του και ως το δρόμο προσέγγισης και κάτω από προϋποθέσεις, πραγματοποίησης του περάσματος στο σοσιαλισμό. Ετσι το ΚΚΕ καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού - πέρα από τις διαφορές τους - έχουν κοινό συμφέρον να αγωνιστούν κατά του κοινού τους αντίπαλου, δηλαδή κατά των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού, της πολιτικής εξουσίας που τα υπηρετεί στην Ελλάδα.

Στις αποφάσεις του 16ου Συνεδρίου, αναπτύσσεται η επεξεργασία της σχέσης του Μετώπου, με τη λαϊκή εξουσία. Η πάλη του Μετώπου έχει αντανάκλαση και στο επίπεδο της εξουσίας, που είναι θεμελιακό ζήτημα και φωτίζεται πολύπλευρα η πολιτική διέξοδος για την εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού. Γίνεται η σύνδεση της ταξικής πάλης για τη διεκδίκηση λύσεων στα σημερινά μεγάλα κρίσιμα προβλήματα, με την προοπτική που οι λύσεις προς όφελος του λαού θα είναι οριστικές, αναδεικνύοντας την αναγκαιότητα της λαϊκής εξουσίας, που για το ΚΚΕ είναι η σοσιαλιστική. Βεβαίως το ΚΚΕ δε θέτει το σοσιαλισμό ως προϋπόθεση για τη συγκρότηση του Μετώπου. Με την επεξεργασία του προγράμματος της λαϊκής οικονομίας, συνδέονται οργανικά οι ανάγκες του λαού για το σήμερα, με την προοπτική, που ο ίδιος, έχοντας την εξουσία, θα μπορεί να ικανοποιεί τις υλικές και πνευματικές ανάγκες του.

Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο δεν είναι μια οποιαδήποτε συμμαχία, σε επίπεδο κορυφών, ηγεσιών πολιτικών κομμάτων, πάνω σ' ένα οποιοδήποτε πρόγραμμα. Είναι μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, που διαχωρίζεται με σαφήνεια από τις ιμπεριαλιστικές επιλογές της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αντλεί τις δυνάμεις του από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, επιδιώκει να την αναπτύσσει παραπέρα και πρέπει να είναι σε ετοιμότητα να αξιοποιεί όλες τις μορφές πάλης, να αξιοποιεί σε όφελός του τη λαϊκή αυτενέργεια και πρωτοβουλία, που θα εκφράζεται και με τη δημιουργία λαογέννητων θεσμών και που παράλληλα θα χτίζει τις διεθνείς συμμαχίες του με κόμματα, κινήματα αλληλεγγύης και λαούς. Η δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου, με αυτή την προοπτική, πατάει, πρώτα και κύρια, στην αναγκαιότητα που υπάρχει για την εγκαθίδρυση και ανάπτυξη της λαϊκής οικονομίας. Η πολιτική πρόταση του ΚΚΕ προς το λαό για τη λαϊκή οικονομία προκύπτει ως η μόνη εναλλακτική θέση απέναντι στη νεοφιλελεύθερη πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και στις άλλες εκφράσεις της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας. Αλλη, ενδιάμεση, λύση δεν υπάρχει. Οι πολιτικές δυνάμεις που προβάλλουν νεοκεϋνσιανές διεξόδους, οραματιζόμενες την εποχή που η σοσιαλδημοκρατία μπορούσε, με τη χρησιμοποίηση του δήθεν κοινωνικού κράτους, να παραχωρεί - κάτω από την πίεση της λαϊκής πάλης - για να ενσωματώνει τις λαϊκές δυνάμεις, απλώς καλλιεργούν αυταπάτες. Αυτή η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας σήμερα (που είναι αδυναμία του καπιταλισμού, τον οποίο η σοσιαλδημοκρατία διαχειριζόταν και διαχειρίζεται) εξηγεί και το γιατί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται απόλυτα με τη ΝΔ. Το ίδιο συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη και αλλού. Το ίδιο συμβαίνει είτε στην κυβέρνηση βρίσκονται τα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα (Ισπανία), είτε οι κεντροαριστερές συμμαχίες σε κυβερνητικό επίπεδο (Γαλλία).

Αυτή η διαπίστωση δε σημαίνει, βεβαίως, ότι ο αγώνας για την απόσπαση κατακτήσεων είναι μάταιος. Το αντίθετο, θα γίνεται ολοένα και πιο αποτελεσματικός, όντας ενταγμένος στη στρατηγική της σύγκρουσης και της ρήξης με το καθεστώς των μονοπωλίων. Τότε μόνο μπορεί η εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα να έχουν κατακτήσεις.

Οι συσπειρώσεις και συνεργασίες, που έχουν συγκροτηθεί στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στον αγώνα για τα δημοκρατικά δικαιώματα, στο κίνημα κατά της ιμπεριαλιστικής νέας τάξης και του νέου δόγματος του ΝΑΤΟ, αποτελούν θετική εξέλιξη στη λαϊκή πάλη. Η δράση για την ενίσχυση και ανάπτυξή τους πρέπει να συνδυάζεται με πρωτοβουλίες για τη διαμόρφωση επιμέρους μετώπων πάλης γύρω από αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς στόχους και αιτήματα, ευρύτερων δυνάμεων που ορθώνουν ανάστημα στην πολιτική της άρχουσας τάξης. Τα μέτωπα αυτά μπορούν να αποτελέσουν πεδία συσπείρωσης και δοκιμασίας, να γίνουν χείμαρροι και ρυάκια, που μπορούν να συμβάλλουν, κάτω από προϋποθέσεις, σ' ένα μεγάλο λαϊκό κοινωνικοπολιτικό μέτωπο.

Τέτοιες συσπειρώσεις και κοινή δράση είναι αναγκαίες στον αγώνα κατά των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων για κοινωνική ευημερία, πλήρη σταθερή απασχόληση, κοινωνική ασφάλιση, συνταξιοδότηση, υγεία, σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες.

Στην πάλη κατά των επιλογών και αποφάσεων της ΕΕ και του νέου δόγματος του ΝΑΤΟ, που στρέφονται κατά των συμφερόντων του ελληνικού λαού, κατά των ευρωπαϊκών λαών και των λαών σε όλο τον κόσμο, που στηρίζουν την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου, τη ληστεία του πλούτου των λαών, που επιτίθενται στα δημοκρατικά δικαιώματα, στα κυριαρχικά δικαιώματα χωρών, στο δικαίωμα κάθε λαός να αποφασίζει για το παρόν και το μέλλον του.

Στον αγώνα ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, στις πολυεθνικές ΝΑΤΟικές δυνάμεις και τον «Ευρωστρατό», τους «μισθοφόρους» και τη μετατροπή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε μισθοφορικές. Για να φύγουν οι βάσεις και τα πυρηνικά, ενάντια στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ελλάδας στο Αιγαίο.

Στον αγώνα της υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών, του δικαιώματος στην απεργία, ενάντια στην πολιτική του αυταρχισμού και της καταστολής, των αντιδημοκρατικών νόμων και «τρομονόμων».

Στην πάλη για τα δικαιώματα της μικρομεσαίας αγροτιάς μαζί με τους εργάτες γης, ενάντια στις κατευθύνσεις της ΕΕ, της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και των ιμπεριαλιστικών συμφωνιών στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Το ίδιο και για τα προβλήματα και τις ανάγκες των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης που προκύπτουν από τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και της παραγωγής.

Ετσι το ΚΚΕ, στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού αντιπαραθέτει τη στρατηγική της ταξικής πάλης, για την οικοδόμηση του Μετώπου με προοπτική το σοσιαλισμό.

Η άσβεστη φλόγα της θυσίας των κομμουνάρων, τα διδάγματα από την προσωρινή ήττα του σοσιαλισμού στην αναμέτρησή του με τον ιμπεριαλισμό, η σωστή χάραξη της τακτικής και της στρατηγικής, του ΚΚΕ, αλλά και του κομμουνιστικού κινήματος, είναι τα όπλα, που κάνουν δυνατή μια νέα οριστικά νικηφόρα «έφοδο των "κολασμένων της Γης" στους δικούς τους ουρανούς».

 

Ο ταξικός χαρακτήρας της νομιμότητας

H Κομμούνα του Παρισιού, δημιουργώντας ένα νέου τύπου κράτος, εξέφρασε με τον τρόπο αυτό την επιβολή της θέλησης μιας τάξης (της εργατικής) εναντίον της κυρίαρχης τάξης (της αστικής). Ηταν η επαναστατική αντικατάσταση από μια άλλη νομιμότητα της μέχρι τότε ισχύουσας νομιμότητας, που οι «από κάτω» έπαψαν να αποδέχονται.

Το γεγονός αυτό μπορεί να είναι πρωτοφανές, από την άποψη του χαρακτήρα της νομιμότητας, που οι κομμουνάροι επέβαλαν - με την έννοια ότι ήταν εργατικός - αλλά δεν ήταν καθόλου πρωτοφανές γεγονός από την άποψη της συνολικής πορείας της ταξικής πάλης. Ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας σημαδεύεται από τα ριζικά αποτελέσματα που προκύπτουν από την πάλη των τάξεων και σηματοδοτείται από το χαρακτήρα των κάθε φορά επαναστάσεων.

Το συμπέρασμα είναι, ότι η νομιμότητα έχει παντού και πάντα ταξικό χαρακτήρα. Εκφράζει και στηρίζει τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής (δουλοκτητικές, φεουδαρχικές, καπιταλιστικές, σοσιαλιστικές). Οι επαναστατημένοι δούλοι ήταν παράνομοι σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Η αστική τάξη ήταν παράνομη, όταν εξεγειρόταν κατά της φεουδαρχίας, σύμφωνα με το τότε ισχύον δίκαιο. Οι κομμουνάροι του Παρισιού ήταν παράνομοι, κατά τη γαλλική νομοθεσία, ενώ ο Θιέρσος νομιμοποιούνταν πλήρως να τους σφάζει. Και η Ρ. Λούξεμπουργκ και ο Κ. Λίμπκνεχτ και η γερμανική σοσιαλιστική επανάσταση και όλες οι μεγάλες λαϊκές ανατάσεις παράνομοι ήταν σύμφωνα με την κρατούσα νομιμότητα. Το ίδιο και το ΕΑΜ και ο γαλλικός Μάης του '68 και άλλα κινήματα.

Οι εργάτες, οι μεσαίοι αγρότες, οι μικροί επαγγελματοβιοτέχνες, οι γυναίκες, η νεολαία, που διεκδίκησαν και κατέκτησαν, έδωσαν πολλούς νεκρούς, υπέστησαν διώξεις και βασανισμούς από τις λεγόμενες δεξιές και «κεντρώες» κυβερνήσεις (ιδιώνυμο, εξορίες, δολοφονίες, φυλακίσεις), γιατί συγκρούστηκαν με μια άλλη νομιμότητα.

Η κυριαρχία (δικτατορία) μιας τάξης (π.χ. αστικής) δεν εκφράζεται μόνο με τη μορφή των ανοιχτών δικτατοριών (επιβολή στρατιωτικού νόμου), αλλά και με την «καλύτερη» αστική δημοκρατία, όπου με το Σύνταγμα και όλους τους βασικούς νόμους κατοχυρώνονται οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Δεν έχει κανείς παρά να δει και το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, καθώς και στις άλλες χώρες, π.χ., της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ταυτόχρονα, πολλές διατάξεις νόμων, που αναφέρονται στα λαϊκά δικαιώματα, αποτελούν κενό γράμμα, παραβιάζονται πρώτα απ' όλα από την εργοδοσία, αλλά και από τις κυβερνήσεις, που παίρνουν και αντισυνταγματικά μέτρα, όταν πρόκειται να εξασφαλίσουν ρυθμίσεις υπέρ των μονοπωλίων και της νομιμότητάς τους.

  • Το δικαίωμα της απεργίας είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, αλλά στην πράξη καταστρατηγείται, καταπατιέται με πολλούς τρόπους: Με δικαστικές αποφάσεις, με απολύσεις, με εξαγορές και με απεργοσπαστικούς μηχανισμούς, με την επίκληση εθνικών (!) συμφερόντων κ.ά.
  • Σωματεία, σύμφωνα με το Σύνταγμα, μπορούν να δημιουργούνται παντού. Κανένας νόμος δεν το απαγορεύει. Στην πράξη, ωστόσο, αυτό το δικαίωμα το απαγορεύουν οι απειλές, η ανεργία. Στις περισσότερες ιδιωτικές επιχειρήσεις κυριαρχεί ο τρόμος που ασκεί ο εργοδότης!
  • Το δικαίωμα να πραγματοποιούνται συγκεντρώσεις, επίσης είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, αλλά παραβιάζεται ή υπονομεύεται με πολλούς τρόπους: Με τη χρησιμοποίηση κουκουλοφόρων - προβοκατόρων (Πολυτεχνείο), με ειδικούς νόμους, όπως αυτός που προετοιμάζει η κυβέρνηση κατά των διαδηλώσεων, με κλομπ και χημικά ασφυξιογόνα.
  • Η προσωπική ζωή και μια σειρά από ατομικά δικαιώματα είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα. Στην πράξη, ωστόσο, επινοούνται διάφορα μέτρα καταστολής, που τα κονιορτοποιούν (Σένγκεν, ΕΣΕΛΟΝ, «τρομονόμος» κ.ά.).
  • Και η ακεραιότητα των χωρών είναι διεθνώς κατοχυρωμένη. Αλλά στην πράξη, χώρες κατατεμαχίζονται (π.χ. Γιουγκοσλαβία), λαοί δεν έχουν πατρίδα (π.χ. Παλαιστίνιοι, Κούρδοι), το ΝΑΤΟ και η ΕΕ αποφασίζουν να επεμβαίνουν ένοπλα, όπου κρίνουν!
  • Οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις προωθούνται με νόμους. Το δικαίωμα στην Κοινωνική Ασφάλιση ανατρέπεται πλήρως, σβήνεται από το χάρτη. Νομίμως, με βάση τους νόμους που ψηφίζουν!

Επομένως, το θέμα «δικαιώματα» είναι πολύ σχετικό. Για την ακρίβεια, είναι ταξικό.

Είναι πολύ χαρακτηριστική η επίθεση που εξαπέλυσε ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης και συνολικά η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατά των εργαζομένων και του ΚΚΕ, όταν η Ομοσπονδία των οικοδόμων πραγματοποίησε συμβολική κατάληψη του υπουργείου Εργασίας. Τότε ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης χαρακτήρισε την ενέργεια επαναστατική, ενώ την παρομοίασε και με την έφοδο και κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων το 1917! Γιατί παρομοίασε την κατάληψη με ένα γεγονός, όπως η Οχτωβριανή Επανάσταση, που απέχει παρασάγγας από τον συγκεκριμένο αγώνα;

Δεν ήταν καθόλου τυχαία η πρωθυπουργική παρέμβαση. Και φυσικά βρήκε τη σύμφωνη γνώμη της ΝΔ...

Ο στόχος και προφανής ήταν και αρκετές πλευρές περιέχει. Η κυριότερη: Απευθυνόταν στη μεγάλη μάζα των εργαζομένων, για να τους τρομοκρατήσει! Για να τους πει, ότι έτσι παραβιάζεται η νομιμότητα που καθορίζει το Σύνταγμα!

Συμπέρασμα: Εμείς (δηλαδή η κυβέρνηση) θα σας τσακίζουμε και εσείς (δηλαδή οι εργαζόμενοι) θα σκύβετε το κεφάλι και θα ενισχύετε την κοινωνική συνοχή! Αν όχι, θα σημαίνει ότι πηγαίνετε κόντρα στην τάξη της νομιμότητας!...

Μήπως τα ίδια δεν έκαναν και με τους αγωνιζόμενους αγρότες, με τους μαθητές, με την επίσκεψη του Κλίντον; Πάνω από δέκα χιλιάδες σύρθηκαν στα «αγροτοδικεία»! Εστησαν και «μαθητοδικεία», κυνηγώντας 15χρονα και 16χρονα παιδιά με εισαγγελείς και χωροφύλακες! Και εξαπέλυσαν τους προβοκάτορές τους να κάψουν το κέντρο της Αθήνας, όταν οι διαδηλωτές της πλατείας Συντάγματος αποπειράθηκαν να προχωρήσουν προς την αμερικανική πρεσβεία...

Στην Ελλάδα και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουμε δημοκρατία! Ο λαός καθορίζει τη νομιμότητα που υπάρχει, κι αυτό στις δημοκρατίες γίνεται με τις εκλογές, αναφωνούν οι υποκριτές, αν και γνωρίζουν τέσσερα πράγματα. Πρώτο, ότι ο λαός ψηφίζει σε συνθήκες ιδεολογικής και πολιτικής χειραγώγησής του από τα γεννοφάσκια του. Δεύτερο, ότι μια σειρά από δικαιώματα και ελευθερίες δε χαρίστηκαν, κατακτήθηκαν. Τρίτο, ότι κι αυτές οι ελευθερίες που υπάρχουν, διαρκώς συρρικνώνονται και άλλες εξαφανίζονται, αφού η εκμετάλλευση συνεχώς εντείνεται. Τέταρτο, ότι για την υφαρπαγή ψήφων επιστρατεύονται εργοδοτικοί, κρατικοί, κυβερνητικοί και άλλοι μηχανισμοί εξαγοράς, εκβιασμού, τρομοκρατίας κλπ. Υπάρχει και έλλειψη ενημέρωσης, κατά κανόνα.

Ελεύθερη επιλογή θα υπήρχε, αν ο εργαζόμενος αποκτούσε τη δυνατότητα γνώσης των αιτιών της εκμετάλλευσής του. Αυτή, όμως, η δυνατότητα μπορεί να αναπτυχθεί, σε έναν σημαντικό βαθμό, μόνο όταν αναπτύσσεται η ταξική πάλη. Εκεί όπου η δράση για τα δικαιώματά του, η δράση κατά των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού δένεται με τη γνώση, αλλά και με την πείρα. Για παράδειγμα, πέρα από τα γνωστά ελληνικά δεδομένα, πόσο ελεύθερα ψήφισε ο λαός της Γιουγκοσλαβίας, με βομβαρδισμούς, στρατό κατοχής, εκβιασμούς για οικονομική - δήθεν - ανόρθωση και άλλα;

Η ελευθερία έκφρασης δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό, από το λαό, ότι θα είναι νόμιμη μόνο στο βαθμό που εκδηλώνεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Πρέπει να γίνει αποδεκτό, ότι θα εκφράζεται κάθε μέρα. Και την επομένη των εκλογών, και σε αντίθεση με την κομματική επιλογή που έκανε ο εργαζόμενος την προηγούμενη μέρα.

Οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν μπορεί να εξαλειφθούν σε μια ταξική κοινωνία. Και η ανάπτυξη της ταξικής πάλης δε ρυθμίζεται με διατάγματα. Δεν μπαίνει σε καλούπια. Οι εργαζόμενοι, ο λαός, δεν έχουν στα χέρια τους άλλο όπλο από την οργανωμένη πάλη κατά της πλουτοκρατίας και της αντιλαϊκής πολιτικής. Το δικαίωμά τους να χρησιμοποιούν αυτό το όπλο το αντλούν από το δίκιο τους. Αν το δίκιο τους δεν αποτελεί για τους ίδιους τον υπέρτατο νόμο τους, θα δίνεται εξ αντικειμένου η δυνατότητα στη νομιμότητα της πλουτοκρατίας να περνάει από πάνω τους τον οδοστρωτήρα της. Η κοινωνική συναίνεση είναι ό,τι το χειρότερο για το μέλλον του εργάτη, του αγρότη, του επαγγελματοβιοτέχνη. Και επιπλέον, είναι και κοινωνικοπολιτικά αφύσικη σε μια ταξική κοινωνία.

Από το δίκιο τους αντλούν οι εργαζόμενοι και τις μορφές πάλης που χρησιμοποιούν. Ποιες θα είναι, θα το κρίνουν κάθε φορά οι ίδιοι και οι ταξικοί φορείς τους, και όχι, βεβαίως, με την άδεια της κυβέρνησης.

Καμιά ιστορική κίνηση προς τα μπρος δεν έγινε δίχως να έρθει ο λαός στο προσκήνιο. Αυτό έκαναν οι κομμουνάροι του Παρισιού, ανοίγοντας δρόμους στην παγκόσμια εργατική τάξη.

Του
Μάκη ΜΑΪΛΗ

 

Οδοφράγματα από τους Κομμουνάρους

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

«Οι μέρες της Κομμούνας» *

Αποσπάσματα

ΜΠΟΡΝΤΩ, 25 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1871

Ο Θιέρσος και ο Ζυλ Φαβρ συζητούν. Ο Θιέρσος είναι ακόμα με το μπουρνούζι του. Εξετάζει τη θερμοκρασία στην μπανιέρα, και λέει στο θαλαμηπόλο να του φέρνει ζεστό και κρύο νερό.

ΘΙΕΡΣΟΣ: (Πίνοντας ένα ποτήρι γάλα). Αυτός ο πόλεμος! Πρέπει να τελειώνει. Το γεγονός αρχίζει να γίνεται τερατώδες. Τον κάμαμε, τον χάσαμε. Τι άλλο πρέπει να περιμένουμε.

ΦΑΒΡ: Συλλογιστείτε τις αξιώσεις των Πρώσων! Ο κύριος Βίσμαρκ μιλάει για πέντε δισεκατομμύρια αποζημίωση, για προσάρτηση της Αλσατίας και Λωραίνης, να κρατήσει αιχμαλώτους πολέμου και να κατέχει όλα τα φρούρια μέχρις ότου ικανοποιηθούν όλες οι απαιτήσεις του. Αυτό θα 'ταν καταστροφή της Χώρας!

ΘΙΕΡΣΟΣ: Μα και οι αξιώσεις αυτών των Παρισινών δεν είναι καταστροφή;

ΦΑΒΡ: Προφανώς.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Θέλετε καφέ; (Αρνητική κίνηση του Φαβρ). Τότε γάλα όπως εγώ; Ακόμα κι αυτό σας είναι απαγορευμένο; Α Φαβρ, αν είχαμε ακόμα γερό στομάχι!... Και η όρεξη παραμένει απαιτητική. Αλλά ας ξαναρθούμε στον κύριο Βίσμαρκ. Αυτός είναι ένας που τρελάθηκε και ξημεροβραδιάζεται στην μπιραρία. Μεγαλώνει τις αξιώσεις του, γιατί ξέρει ότι είμαστε αναγκασμένοι να τα δεχτούμε όλα, απολύτως όλα.

ΦΑΒΡ: Είμαστε αλήθεια αναγκασμένοι; Ο κασσίτερος κι ο σίδηρος της Λωραίνης είναι το βιομηχανικό μέλλον της Γαλλίας.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Και τους αστυνομικούς μας, που τους ρίχνουν κι αυτούς στο Σηκουάνα; Προς τι λοιπόν ο σίδηρος και ο κασσίτερος αν έχουμε την Κομμούνα;

ΦΑΒΡ: Πέντε δισεκατομμύρια! Μα είναι όλο το εμπόριό μας.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Είναι το τίμημα που θα πληρώσουμε για την τάξη.

ΦΑΒΡ: Η Πρωσία παίρνει την πρώτη θέση στην Ευρώπη για τρεις γενεές!

ΘΙΕΡΣΟΣ: Και μεις εξασφαλίζουμε την εξουσία μας για πέντε.

ΦΑΒΡ: Μα θα γίνουμε, εν πλήρει δεκάτω ενάτω αιώνι, ένα έθνος χωρικών;

ΘΙΕΡΣΟΣ: Βασίζομαι ακριβώς στους χωρικούς. Είναι το στήριγμα της ησυχίας. Τι είναι γι' αυτούς η Λωραίνη; Δεν ξέρουν ούτε πού βρίσκεται. Μα πρέπει να πάρετε τουλάχιστον ένα ποτήρι νερό.

ΦΑΒΡ: Είναι απολύτως απαραίτητο; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτω.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Ακόμα κι η πιο μικρή γουλιά νερό, κι αυτή είναι μια ευχαρίστηση της ζωής. Τίποτα δεν αξίζει όσο το να καταπίνεις... Πού είμαστε; Α ναι! Και το άλλο είναι αναγκαίο. Απολύτως αναγκαίο. Το τίμημα για την τάξη...

ΦΑΒΡ: Αυτοί οι εθνοφρουροί! Είναι η πληγή της Γαλλίας. Πάνω στον πατριωτισμό μας κάμαμε τη θυσία να εξοπλίσουμε τον όχλο εναντίον των Πρώσων και τώρα κρατάει τα όπλα... για να τα χρησιμοποιήσει εναντίον μας. Ναι, όλα αυτά είναι σωστά. Αλλ' από μια άλλη πλευρά δεν μπορεί κανείς να πει ότι δεν υπερασπίζονται το Παρίσι και συνελόντι ειπείν πόλεμο έχουμε;

ΘΙΕΡΣΟΣ: Αγαπητέ μου Φαβρ τι πάει να πει αυτό το: Παρίσι; Αυτοί μιλάνε για το Παρίσι σα να πρόκειται για ιερό χώρο, που προτιμούν να το παραδώσουν στις φλόγες παρά να το αφήσουν στον εχθρό. Ξεχνούν ότι αποτελείται από υλικές αξίες. Και το ξεχνούν γιατί δεν έχουν τίποτα δικό τους. Ο συρφετός είναι διατεθειμένος να τα τινάξει όλα στον αέρα. Και μα το ναι! Δεν είναι δικό του. Ξελαρυγγιάζεται να ζητάει πετρέλαιο, αλλά για την εξουσία, για μας, το Παρίσι δεν είναι ένα σύμβολο, είναι η ιδιοκτησία μας. Το να το κάψεις δε σημαίνει ότι το υπερασπίζεσαι!...

Ακούγεται το βήμα μιας παρέλασης, οι δύο άντρες μένουν έκπληκτοι. Ο Θιέρσος που είναι πολύ ταραγμένος, για να μπορεί να μιλήσει, κάνει νοήματα ασυνάρτητα στο θαλαμηπόλο να κοιτάξει απ' το παράθυρο.

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ: Κύριε, πρόκειται μόνο για ένα λόχο των πεζοναυτών.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Φαντάζεται κανείς ότι μπορούσα να ξεχάσω μια τέτοια ταπείνωση...

ΦΑΒΡ: Εν τούτους, στο Μπορντώ επικρατεί ησυχία, φαίνεται.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Τι εννοείτε ησυχία; Ισως ακριβώς πάρα πολλή ησυχία! Με ένα τέτοιο παράδειγμα, Φαβρ, πρέπει να τους εξοντώσουμε. Να συντρίψουμε πάνω στο πεζοδρόμιο όλα τα άπλυτα μούτρα. Στο όνομα του πολιτισμού! Το θεμέλιο του πολιτισμού μας είναι η ιδιοκτησία, πρέπει να την υπερασπιστούμε έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Πώς; Τολμούν να μας δίνουν διαταγές, να μας πουν τι οφείλουμε να τους δώσουμε και τι επιτρέπουν να κρατήσουμε για μας. Α, το ξίφος! Μια γερή επέλαση του ιππικού. Κι αν χρειαστεί, μια θάλασσα αίμα για να καθαριστεί το Παρίσι απ' αυτά τα παράσιτα, τότε μια θάλασσα αίμα. Ιππόλυτε, την πετσέτα μου!

Ο Θαλαμηπόλος του απλώνει την πετσέτα, ο Θιέρσος σκουπίζει τους αφρούς από το στόμα.

ΦΑΒΡ: Δεν πρέπει να εξάπτεστε. Σκεφτείτε την υγεία σας, που είναι πολύτιμη για όλους μας.

ΘΙΕΡΣΟΣ: (Πνιχτά). Και τους οπλίσατε σεις! Απ' αυτή τη στιγμή από την πρωία της 3 Σεπτεμβρίου δεν έχω πια άλλη σκέψη: να τελειώνω γρήγορα μ' αυτόν τον πόλεμο, να τελειώνω αμέσως.

ΦΑΒΡ: Το δυστύχημα είναι ότι πολεμάνε σαν δαιμονισμένοι. Εκείνος ο καλός Τροσύ έχει δίκιο: η Εθνοφρουρά δε θα συνέλθει ποτέ αν δεν πάρει ένα λουτρό αίματος, δέκα χιλιάδων ανδρών. Θλιβερό, μα αληθινό. Και τους στέλνει στη μάχη, σαν τα βόδια στο σφαγείο, για να τους βουλώνει το στόμα.

Μιλάει στο αυτί του Θιέρσου.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Ω όχι! Μπορεί ν' ακούει. Ο Ιππόλυτος είναι ένας καλός Γάλλος!

ΦΑΒΡ: Μπορώ να σας βεβαιώσω κύριε Πρόεδρε, ότι επ' αυτού του σημείου έχετε όλη τη συμπάθεια του κυρίου Βίσμαρκ.

ΘΙΕΡΣΟΣ: (Ξερά). Ευτυχής που σας ακούω να το λέτε. Δεδομένου ότι έφτασε στ' αυτιά μου πως δε μ' είχε ικανό ούτε για ζωέμπορο. Κι εντούτοις συναντηθήκαμε.

ΦΑΒΡ: Παρεκτροπή της γλώσσας ήτανε, που δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματική του γνώμη.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Μπορώ να καταμαρτυρήσω, αγαπητέ μου Φαβρ, ότι είναι υπεράνω όλων αυτών των προσωπικών κρίσεων. Εκείνο που μ' ενδιαφέρει είναι να ξέρω πώς εννοεί ο κύριος Βίσμαρκ να μας δώσει τη συνδρομή του.

ΦΑΒΡ: Σε μια προσωπική μας συζήτηση πρότεινε το εξής: αμέσως μετά την ανακωχή θ' αφήσει τον πληθυσμό να πάρει μερικά φορτία εφοδιασμού, μετά θα ελαττώσει τις μερίδες στο μισό, μέχρις ότου παραδοθούν τα όπλα. Αυτό, κατά τη γνώμη του, θα είναι πιο αποτελεσματικό από μια αδιάκοπη πείνα.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Δεν είναι άσχημα. Να τους φέρει την όρεξη που έχουν για κρέας αυτοί οι κύριοι των Παρισίων. Οσο για ταλέντο το 'χει αναντίρρητα ο κ. Βίσμαρκ.

ΦΑΒΡ: Θα φροντίσει, μάλιστα, να χαλιναγωγήσει τις βερολινέζικες φίρμες που ενδιαφέρονται για τον ανεφοδιασμό του Παρισιού.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Το ταλέντο ενέχει και κάποιο θάρρος, δεν είναι έτσι αγαπητέ μου Φαβρ; Εκτός αυτού θα υποχρεώσουμε τους Πρώσους να κρατούν τις περιφερειακές συνοικίες, όπου έχει εγκαταστήσει τα κανόνια της η εθνοφρουρά.

ΦΑΒΡ: Μα αυτό είναι θαυμάσιο, θαυμάσιο!

ΘΙΕΡΣΟΣ: Φαντάζομαι πως ο κύριος Βίσμαρκ δεν είναι ο μόνος που διαθέτει ταλέντο. Παραδείγματος χάριν, αν στις ρήτρες της συνθηκολόγησης παρεμβάλουμε ως πρώτο όρο ότι η αποζημίωση θα είναι 500 εκατομμύρια και θα είναι πληρωτέα μόνον μετά την πραγματική ειρήνευση του Παρισιού; Ετσι ο κ. Βίσμαρκ θα βρεθεί να ενδιαφέρεται για τη νίκη μας. Θα προτιμούσα μάλιστα να χρησιμοποιούμε κάπως συχνότερα αυτή τη λέξη: Ειρήνευση. Είναι από κείνες τις λέξεις που περιλαμβάνουν τα πάντα. Α μάλιστα. Α προπό, για την αποζημίωση! Ιππόλυτε, άφησέ μας!

ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ: Το μπάνιο του κυρίου είναι στη θερμοκρασία που θα επιθυμούσε.

(Βγαίνει).

ΘΙΕΡΣΟΣ: Τι πρόβλεψη υπάρχει για τα ποσά...;

ΦΑΒΡ: Προτάθηκε να βεβαιωθεί η καταβολή της αποζημιώσεως από διάφορους γερμανικούς οίκους, κυρίως από τον κύριο Μπλάιχρεντερ, τον προσωπικό τραπεζίτη του κ. Βίσμαρκ. Εγινε λόγος και για προμήθεια... Φυσικά, ως μέλος της Κυβερνήσεως αρνήθηκα κάθε ποσοστό.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Πρότειναν ποσό;

(Ο Φαβρ γράφει έναν αριθμό, ο Θιέρσος παίρνει το σημείωμα και διαβάζει).

ΘΙΕΡΣΟΣ: Αδύνατον!

ΦΑΒΡ: Αυτό σας έλεγα.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Πρέπει να πετύχουμε την ειρήνη. Την έχει μεγάλη ανάγκη η Γαλλία. Ελπίζω να έχω τα μέσα να τη φέρω εις πέρας.

ΦΑΒΡ: Κύριε Θιέρσε, η εκλογή σας είναι απόλυτα εξασφαλισμένη. Είκοσι τρία διαμερίσματα είναι υπέρ υμών: όλα τα αγροτικά διαμερίσματα.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Εχω ανάγκη απ' αυτή τη δύναμη: ο στρατός της αναρχίας έχει όπλα.

ΦΑΒΡ: Κύριε Θιέρσε, η Γαλλία τρέμει για την υγεία σας. Είστε ο μόνος άνθρωπος που μπορεί ακόμα να τη σώσει.

ΘΙΕΡΣΟΣ: (Απλά). Το ξέρω καλά. Γι' αυτό με βλέπετε, αγαπητέ μου Φαβρ, να πίνω γάλα. Εγώ, που δεν μπορώ να το υποφέρω.

Τα μέλη της Κ.Ε. της Κομμούνας συσκεπτονται με αξιωματικούς

α) ΑΡΓΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ

(Η αίθουσα είναι άδεια. Ο Λανζεβέν εργάζεται ακόμα, ενώ μπαίνει η Ζενεβιέβ να τον πάρει).

ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Παραπονιέστε που δεν υπάρχουν χρήματα για τα μαθητικά συσσίτια. Ξέρετε πόσα έφερε χθες ο Μπεσλέ από την Τράπεζα μ' ένα θριαμβευτικό ύφος, για να φτιάσουμε τα οδοφράγματα;! Εντεκα χιλιάδες τριακόσια φράγκα. Τι λάθη κάνουμε! Τι λάθη έχουμε κάνει! Φυσικά κι έπρεπε να βαδίσουμε χωρίς καθυστέρηση εναντίον των Βερσαλλιών από τις 18 Μαρτίου. Αν είχαμε τον καιρό βέβαια. Αλλά, η ώρα του λαού είναι μία. Αλίμονο αν δεν είναι τότε επί ποδός, έτοιμος να χτυπήσει, πάνοπλος.

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Μα ποιος λαός; Απόψε ήθελα να πάω στο κονσέρτο που δίναν στον Κεραμεικό, για τα νοσοκομεία. Περιμέναμε μερικές εκατοντάδες θεατές, κι ήρθαν δέκα χιλιάδες. Εμεινα μπλοκαρισμένη μέσα σ' αυτό το πλήθος χωρίς να βλέπω τίποτα. Ε, κανείς δε βρήκε ούτε μια λέξη να παραπονεθεί.

ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Είναι ανεκτικοί απέναντί μας. (Κοιτάει τα πανό). Πρώτο: το δικαίωμα στη ζωή! Θαυμάσιο, μα πώς να το πραγματοποιήσουμε; Κοίτα παρακάτω: ωραία λόγια αλλά τι αξίζουν στην πραγματικότητα; Δεύτερο: αυτό θα σημαίνει να 'χεις επίσης και την ελευθερία να κάνεις επιχειρήσεις, να ζεις εις βάρος του λαού, να μηχανορραφείς εναντίον του λαού, και να υπηρετείς τους εχθρούς του λαού; Τρίτο: μα ποιος καθορίζει τη συνείδησή του; Θα στο πω: οι αφεντάδες τη διαθέτουν και μάλιστα από την κούνια τους. Τέταρτο: επιτρέπεται λοιπόν στα σκυλόψαρα του Χρηματιστηρίου σ' αυτούς που ξερνούν μελάνι στον πουλημένο τύπο, στους χασάπηδες με στολή και σ' όλες τις μικρότερες βδέλλες, επιτρέπεται λοιπόν σ' αυτούς να συγκεντρώνονται στις Βερσαλλίες και Πέμπτο: να «διαδηλώνουν τη σκέψη τους» εναντίον μας, με την κατοχύρωση μάλιστα του σημείου πέντε; Δηλαδή, είναι κατοχυρωμένη και η ελευθερία του ψεύδους ακόμα; Στο σημείο έξι επιτρέπουμε στους ψεύτες να εκλέγονται από ένα λαό που το σχολείο του, η Εκκλησία, ο Τύπος και οι πολιτικοί, διαστρεβλώνουν όλες τις ιδέες. Και πού το βρήκανε λοιπόν γραμμένο να κατέχουν την Τράπεζα της Γαλλίας, μ' όλο τον πλούτο, που 'χουμε μαζέψει με τα ίδια μας τα χέρια; Μ' αυτά τα χρήματα θα μπορούσαμε, ν' αγοράσουμε όλους τους στρατηγούς κι όλους τους πολιτικούς τόσο τους δικούς μας όσο και του Βίσμαρκ. Μόνο ένα άρθρο χρειαζότανε; Το δικαίωμά μας στη ζωή!!

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Γιατί δεν το κάναμε;

ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Εξαιτίας της ελευθερίας που την έχουμε παρεξηγήσει. Δεν είμαστε ακόμα αρκετά ώριμοι, για να απαρνηθούμε την προσωπική μας ελευθερία, ως τη νίκη της κοινής ελευθερίας όπως κάνει κάθε στρατιώτης που πολεμάει για τη ζωή του.

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Μήπως θέλαμε απλώς να μη βάψουμε τα χέρια μας με αίμα;

ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Ναι, αλλά, σ' αυτή τη μάχη Δε γίνεται αλλιώς, ή θα 'χουμε βαμμένα χέρια ή θα 'χουμε κομμένα χέρια.

13. Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΙΓΚΑΛ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΜΑΪΟΥ

ΛΑΝΖΕΒΕΝ: Δεν υπάρχει κανείς. Είναι όλοι στα οδοφράγματα. Ο Ντελεκλύζ σκοτώθηκε στην πλατεία του Σατώ - ντ' Ω. Ο Βερμοράλ είναι πληγωμένος, ο Βαρλέν πολεμάει στην οδό Λαφαγιέτ. Γίνεται τέτοιο μακελειό στο σταθμό του Βορρά που οι γυναίκες τρέχουν στο δρόμο, χαστουκίζουν τους αξιωματικούς και πάνε από μόνες τους και στήνονται στον τοίχο.

(Φεύγει μαζί με το παιδί)

ΖΑΝ: Δεν πάμε καλά, αφού ξέχασε να ρωτήσει νέα για τη μαμά.

(Η μαντάμ Καμπέ και η Μπαμπέτ φέρνουν σούπα).

ΜΑΝΤΑΜ ΚΑΜΠΕ: Παιδιά, πρέπει να φάτε, μα δεν υπάρχει σκόρδο. Και γιατί φοράτε τα πηλήκιά σας, θα σας αναγνωρίζουν. Εσύ θα πιεις με την κούπα...

(Λυγάει τη στιγμή που απλώνει την κουτάλα στο Ζαν).

ΖΑΝ: Μαμά!

ΦΡΑΝΣΟΥΑ: Χτυπούν απ' τις στέγες!

ΠΑΠΑ: (Κραυγάζοντας). Φυλαχτείτε! Στο χέρι χτυπήθηκε.

(Τρέχει και τραβάει τη Μαντάμ Καμπέ στο σπίτι. Η Μπαμπέτ μαζεύει τα πιάτα μηχανικά. Στη μέση του δρόμου πέφτει αυτή).

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: (Συγκρατώντας το Ζαν). Οχι Ζαν. Δεν πρέπει να πας.

ΖΑΝ: Μα δεν είναι βαριά πληγωμένη.

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Ναι, είναι βαριά.

ΖΑΝ: Οχι, δεν είναι βαριά.

ΦΡΑΝΣΟΥΑ: Ερχονται. Πυροβολήστε.

ΖΑΝ: (Ξανάρχεται στο οδόφραγμα και πυροβολεί). Σκυλιά, σκυλιά, σκυλιά...

(Ενας απ' τους δύο πολίτες φεύγει. Ο Παπά ξανάρχεται. Από τα αριστερά του δρόμου στρατιώτες προχωρούν, γονατίζουν και πυροβολούν. Ο Φρανσουά πέφτει. Οι πυροβολισμοί σκίζουν το πλακάτ. Ο Ζαν δείχνει το πλακάτ και πέφτει. Η Ζενεβιέβ παίρνει την κόκκινη σημαία του οδοφράγματος και τραβιέται στη γωνία όπου ο Παπά και ο Γερμανός ιππέας πυροβολούν. Ο ιππέας πέφτει. Η Ζενεβιέβ πληγώνεται).

Η γκιλοτίνα καίγεται από τους Κομμουνάρους, κάτω από τα χειροκροτήματα του Βολταίρου

ΖΕΝΕΒΙΕΒ: Ζήτω η...

(Πέφτει).

(Η μαντάμ Καμπέ σέρνεται έξω απ' το σπίτι βλέπει τα πεσμένα κορμιά. Ο Παπά κι ο πολίτης εξακολουθούν να πυροβολούν. Απ' όλους τους δρόμους προχωρούν στρατιώτες με εφ' όπλου λόγχη προς το οδόφραγμα).

14. ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΛΙΩΝ

(Η μπουρζουαζία με φας - α - μεν και κιάλια θεάτρου παρακολουθεί το τέλος της Κομμούνας)

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ: Ο μοναδικός μου φόβος, είναι μήπως ξεφύγουν απ' τον Σαιντ - Ουέν.

ΕΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ: Μην έχετε κανένα φόβο κυρία μου. Πριν από δύο μέρες υπογράψαμε συμφωνία με την Κρονπρίτς της Σαξωνίας. Οι Γερμανοί δε θ' αφήσουν ούτε έναν να ξεφύγει. Αιμιλί, πού είναι το καλάθι με το πρόγευμα;

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ: Τι μεγαλοπρεπές θέαμα! Αυτές οι πυρκαγιές, η μαθηματική ακρίβεια της κινήσεως των στρατευμάτων! Τώρα καταλαβαίνει κανείς τη μεγαλοφυία του Οσμάν. Τη ρυμοτομία του Παρισιού. Πολυσυζητήθηκε αν τα μπουλβάρ συντελούσανε στον εξωραϊσμό της πρωτεύουσας. Αλλά τώρα, δεν υπάρχει αμφιβολία: συντελούν τουλάχιστον στην ησυχία της.

(Ισχυρός κανονιοβολισμός. Ολοι χειροκροτούν).

ΜΙΑ ΦΩΝΗ: Η δημαρχία της Μονμάρτης, το πιο επικίνδυνο κρησφύγετο.

ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΣΣΑ: Ανί, τα κιάλια. (Παρατηρεί) Θαυμάσιο!

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΚΥΡΙΑ: (Δίπλα της). Αν ο καημένος Αρχιεπίσκοπος ζούσε να απολαύσει αυτό το θέαμα. Ηταν λίγο σκληρό να μην τον ανταλλάξει ο Θιέρσος μ' αυτόν τον φρικώδη Μπλανκί!

ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΣΣΑ: Μα είστε παράλογη αγαπητή μου. Μας το εξήγησε περίφημα με μια λατινική σαφήνεια. Ενας θαυμαστής της βίας, όπως αυτός ο Μπλανκί, άξιζε για μας δυο σώματα στρατού. Ω, νάτος, έρχεται!

(Μπαίνει ο Θιέρσος, τον συνοδεύει ο υπασπιστής του Γκυ Σιτρύ. Χαμογελάει και υποκλίνεται).

ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΣΣΑ: Κύριε, Θιέρσε, κερδίσατε μια αθάνατη δόξα! Αποδώσατε στο Παρίσι τον πραγματικό του κυρίαρχο, το αποδώσατε στη Γαλλία.

ΘΙΕΡΣΟΣ: Η Γαλλία, κυρίες μου και κύριοι, είστε σεις!

* Το βιβλίο του Μπ. Μπρεχτ «Οι μέρες της Κομμούνας» έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ, σε μετάφραση Στάθη Δρομάζου.

 

Τέχνη και Παρισινή Κομμούνα

Στο σύντομο χρονικό διάστημα των 72 ημερών ύπαρξης της Κομμούνας, οι κομμουνάροι συνειδητοποίησαν ακόμα και σ' αυτά τα πρώτα βήματα ότι δεν μπορεί να έρθει το καινούριο, χωρίς οι επιστήμες, οι τέχνες και η λογοτεχνία να συνδεθούν με το λαό, εκφράζοντάς τον, χωρίς να εξυπηρετούν τις ιστορικές και κοινωνικές του ανάγκες, τους πραγματικούς στόχους του. Κατανοούσαν την επίδραση που έχει το πολιτιστικό εποικοδόμημα στη συνείδηση του ανθρώπου αλλά και τις δυνατότητες που ανοίγονται με τη λειτουργία αυτού του εποικοδομήματος προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων. Και μπορεί το διάστημα αυτό να μην ήταν αρκετό, για να εκφραστεί ολόκληρος ο πολιτισμός της, καθώς και τα περιθώρια να δοθεί ένα αποφασιστικό χτύπημα σε παραδοσιακές ξεπερασμένες αντιλήψεις για το ρόλο της τέχνης στην κοινωνία, ωστόσο το διάστημα αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσει να αναδύεται η νέα αντίληψη για την τέχνη και αυτή η νέα αντίληψη πρακτικά εκφράστηκε με ειδικά άρθρα του Διατάγματος, με τη δημιουργία θεσμών και τη λήψη πρωτοβουλιών. Η Κομμούνα:

  • Παρέδωσε στην Ενωση ζωγράφων, γλυπτών, αρχιτεκτόνων και άλλων εικαστικών καλλιτεχνών τον τεράστιο πλούτο των μουσείων και των γκαλερί του Παρισιού. Στη Διοίκηση της Ενωσης εκλέχτηκαν 47 άτομα, μεταξύ των οποίων οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της Γαλλίας, όπως ο Κουρμπέ, που ήταν και ο αντιπρόσωπός της, οι Κιρό, Ντομιέ, Μανέ, Μιλέ, Νταλ, Μπαλί (γιος), ο Ευγένιος Ποτιέ και άλλοι.
  • Κατάργησε την ανισοτιμία των κρατικών επιχορηγήσεων στα θέατρα και την εκμετάλλευση μέχρι εξευτελισμού των ηθοποιών από τους ιδιοκτήτες και τους διευθυντές, επιβάλλοντας διά νόμου το σύστημα των «ίσων δυνατοτήτων» για όλους, με λαϊκό έλεγχο.
  • Απελευθέρωσε από την οικονομική και κυβερνητική επιβολή του γούστου και των ενδιαφερόντων των κυρίαρχων τάξεων τους μουσικούς και τα τραγούδια τους, με αποτέλεσμα αυτοί να ξεχυθούν στους δρόμους, στις πλατείες, στις λέσχες και στα οδοφράγματα, ακόμα και σε κάποιες εκκλησίες, βάζοντας ωράριο εναλλακτικής λειτουργίας τους.
  • Ταυτόχρονα ίδρυσε δεκάδες επαναστατικές λέσχες, σαν Λαϊκά Πανεπιστήμια, σ' όλο το Παρίσι, ακόμα και μέσα στις εκκλησίες. Το περιβάλλον τους διαμορφώνεται λαμπρό, διακοσμητικό, κόντρα στο καταθλιπτικό και αυστηρό κλίμα των κρατικών ιδρυμάτων. Το κόκκινο χρώμα επικρατεί παντού, αντιπροσωπεύοντας την αισθητική έννοια της ομορφιάς της Κομμούνας.

Ολα αυτά, έστω κι αν «χάθηκαν» στη ματωμένη βδομάδα, μας άφησαν κληρονομιά, κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί η τέχνη να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον αληθινό δημιουργό της, το λαό, σπάζοντας όλα τα φράγματα που την κρατάνε μακριά του.

Είναι όμως πολύτιμα και γιατί απέδειξαν ότι ο καλλιτέχνης γνωρίζει την αληθινή καταξίωση όταν συμμετέχει ολόπλευρα στο ιστορικό γίγνεσθαι, παίρνοντας ενεργό μέρος στο μετασχηματισμό της κοινωνίας, και μέσω του έργου του, και μέσω της συμμετοχής του σε επαναστατικούς θεσμούς και μέσα από τα οδοφράγματα, δίπλα στον αγωνιζόμενο λαό.

Ωστόσο, πέρα από την ανάδειξη αυτής της ριζοσπαστικής στάσης που κράτησε η Κομμούνα απέναντι στην Τέχνη και του ρόλου που έπαιξαν οι επαναστάτες καλλιτέχνες σ' αυτήν, αναδεικνύεται και η ανάγκη να δοθεί απάντηση στην εκστρατεία αποσιώπησης, διαστρέβλωσης και αλλοτρίωσης του ρόλου που έπαιξαν γνωστές προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης στα γεγονότα της Κομμούνας. Ρόλου που αντιμετωπίστηκε από πολλούς ιστορικούς σαν μαύρη κηλίδα στην προσωπική τους ιστορία.

Ετσι, τον Αρθούρο Ρεμπό τον παρουσιάζουν σαν τον «ρομαντικό και καταραμένο» ποιητή, το «παρακμιακό» ίνδαλμα της νεολαίας που οφείλει τη γοητεία του στο μελαγχολικό των στίχων του και στην αινιγματική και τρικυμιώδη ζωή του.

Ο Πολ Βερλέν, ποιητής και μέντορας του Ρεμπό, που παίρνει και αυτός τη θέση του ανάμεσα στους «καταραμένους ποιητές», είναι ο κυκλοθυμικός, όλο συναισθηματικές εξάρσεις ποιητής που καταστράφηκε από έναν ανέλπιδο έρωτά του.

Οσο για την ιστορική αλήθεια, φαίνεται ότι γεγονότα που φωτίζουν βασικές πτυχές της ζωής και του έργου καλλιτεχνών αλλά και της ίδιας της πάλης των τάξεων παραλείπονται ή διαστρεβλώνονται, ώστε αφ' ενός η προσωπικότητα να «εξωραΐζεται» και να μην προκαλεί επικίνδυνους ιδεολογικούς τριγμούς για την αστική τάξη και αφ' ετέρου η εργατική τάξη να παρουσιάζεται ότι δε μετέχει στην πολιτιστική ανάπτυξη της ανθρωπότητας.

«Η πλύστρα», έργο του Ντωμιέ

Ο αριθμός των ποιητών, ζωγράφων, δασκάλων και επιστημόνων που συμμετείχαν ενεργά στη ζωή και στον αγώνα της Παρισινής Κομμούνας τόσο με το ίδιο το έργο τους, όσο και με την προσωπική τους ένταξη στον αγώνα, είτε αυθόρμητα, ή συνειδητά, είναι πολύ μεγάλος, και θα 'πρεπε να αφιερωθεί πολύς χρόνος, μελέτη και χώρος για να αποτυπωθεί σωστά και σε όλη του την έκταση αυτό το φαινόμενο. Θεωρούμε ότι χρειάζεται μια εκτενής, πλήρης και τεκμηριωμένη εργασία, για να γίνει η ιδεολογική, πολιτική και καλλιτεχνική εκτίμηση και να βγουν τα συμπεράσματα για τον διακριτό, ιδιαίτερο και αναντικατάστατο ρόλο της επιστήμης, της τέχνης και της λογοτεχνίας πριν, κατά και μετά την Κομμούνα, αλλά και γενικότερα σε όλες τις φάσεις των εξελίξεων.

Παραθέτουμε ενδεικτικά παραδείγματα που θεωρούμε ως τα πιο αντιπροσωπευτικά του χαρακτήρα και της ουσίας της όλης κατάστασης. Παραδείγματα όχι μόνο από το στρατόπεδο των «στρατευμένων» στην Κομμούνα καλλιτεχνών, αλλά και από εκείνους που κράτησαν μια αμφιλεγόμενη στάση απέναντί της, όπως και από αυτούς που υπήρξαν τελείως εχθρικοί και λειτούργησαν ως όχημα για την προπαγάνδα δυσφήμισης της Κομμούνας και των κομμουνάρων, κατά τη διάρκεια και μετά την κατάληψη του Παρισιού.

Ευγένιος Ποτιέ (1816-1887)

Εργάτης, αγωνιστής και τροβαδούρος των δίκιων της εργατικής τάξης, της τάξης του, της οποίας βίωσε με όλο του το είναι τις νίκες και τις ήττες.

Απ' το Φλεβάρη του '48 πολεμάει μαζί με το παριζιάνικο προλεταριάτο για τη δημοκρατία μέχρι την ανατροπή της αυτοκρατορίας, οπότε ολοκληρώνεται η ταξική του συνείδηση και εντάσσεται στη «Διεθνή κοινωνία των εργατών». Η υπεράσπιση της πατρίδας είναι δεμένη με τη διεθνιστική εργατική αλληλεγγύη. Εκλέγεται βουλευτής στο συμβούλιο της Κομμούνας στο 2ο Διαμέρισμα του Παρισιού.

Παρ' όλ' αυτά, κυρίως ασχολείται πρακτικά στα οδοφράγματα.

Μετά την ήττα του '71 μετουσιώνει καλλιτεχνικά την καταστροφή σε δυνατή και επιβλητική ποίηση, εκφράζοντας το στόχο και τη δράση της Κομμούνας, καλεί στον αγώνα για το ταξικό όραμα, «μιλώντας» απλά, καθαρά, στην καρδιά και στο νου του λαού, παρακινώντας για την ιστορική ανάγκη μιας κομμουνιστικής κοινωνίας.

Θα ήταν δίκαιο λοιπόν να πούμε ότι ήταν ίσως ο πρώτος λαμπρός ποιητής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, από τη ζωή, τη σκέψη και το καλλιτεχνικό του έργο. Εγραψε τη «Διεθνή» τις πρώτες μέρες της «Ματωμένης εβδομάδας».

Και μετά τη μελοποίησή της από τον εργάτη Πιερ Ντεζεντιέρ, εμπνέει τους αγώνες εκατομμυρίων εργατών και μένει κειμήλιο αγώνα μέχρι σήμερα.

Επιστρέφει από την εξορία 64 ετών, μισοπαράλυτος και φτωχός, μα πλούσιος από επαναστατικό-καλλιτεχνικό ταλέντο, που το αφιερώνει στους αγώνες, στο ηθικό και στη δικαίωση των οραμάτων της τάξης του. Πεθαίνει μέσα στην αγάπη του λαού, σ' αναγνώριση της στάσης του.

Γκιστάβ Κουρμπέ

Πώλ Βερλαίν

Αρτούρος Ρεμπώ

Γκιστάβ Κουρμπέ (1819-1877)

Ο Κουρμπέ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ρεαλιστές ζωγράφους του 19ου αιώνα. Αν και ο μεγαλύτερος όγκος των έργων του ήταν τοπιογραφίες, ωστόσο έδωσε το στίγμα του κυρίως με τις μνημειακές αναπαραστάσεις της αγροτικής ζωής. Τα έργα αυτά, σε μια περίοδο που οι φόβοι για εξέγερση του αγροτικού πληθυσμού διέτρεχαν το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, αντιμετωπίστηκαν σαν κίνδυνος που έπρεπε να εξαλειφθεί, καθώς για πρώτη φορά πίνακες μνημειώδους κλίμακας σε μέγεθος και σοβαρότητα απεικόνιζαν με ρεαλισμό, χωρίς εξιδανίκευση, ανθρώπους της υπαίθρου και συμβολικά ύψωναν αυτές τις παραστάσεις στα κανονικά μεγέθη της ιστορικής ζωγραφικής.

Στα 1855 ίδρυσε το δικό του «Οίκο του Ρεαλισμού» εκφράζοντας την πίστη του ότι η ελεγχόμενη από τους ακαδημαϊκούς κύκλους αίθουσα του «Σαλονιού» δε θα έπρεπε να είναι η μόνη δίοδος για να συναντηθεί το έργο ενός καλλιτέχνη με το κοινό.

Η ριζοσπαστικότητα του Κουρμπέ εκφραζόταν όχι μόνο στο πεδίο της τέχνης αλλά και στο πεδίο της πολιτικής. Πήρε επίσημη έκφραση το 1870 όταν εκλέχτηκε αντιπρόσωπος του 6ου Διαμερίσματος του Παρισιού, και αργότερα, όταν με την εξέγερση του λαού της πόλης ανακηρύχτηκε μέλος της επιτροπής της Κομμούνας.

Κατά τη διάρκεια της διοίκησης της Κομμούνας ήταν δραστήριος στο πεδίο των μεταρρυθμίσεων στο καλλιτεχνικό εκπαιδευτικό σύστημα και στην ανάθεση των παραγγελιών από μέρους του δημοσίου. Πρωτοστάτησε στην κατεδάφιση της στήλης Βαντόμ, που θεωρούνταν σύμβολο του μιλιταρισμού. Τόσο για τη συμμετοχή του στην Κομμούνα, αλλά και για την κατεδάφιση του μνημείου Βαντόμ, υπέστη κράτηση, ανακρίσεις, δίκη και ποινή φυλάκισης που μετριάστηκε μόνο μετά από μια περίοδο διαμονής με φύλαξη σε μια κλινική. Ωστόσο, δεχόταν κυβερνητική πίεση να πληρώσει το υπέρογκο ποσό της αποκατάστασης της στήλης Βαντόμ, πράγμα που αν δεν έκανε θα ξαναφυλακιζόταν. Αυτό τον εξανάγκασε σε εξορία στην Ελβετία, όπου και πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα. Μόλις ένα μήνα πριν το θάνατό του πληροφορήθηκε ότι το καθεστώς κατέσχεσε έργα του από το εργαστήριό του στο Παρίσι.

Πολ Βερλέν

Ο Βερλέν ήταν από τους ποιητές εκείνους που οι στιλιστικές του καινοτομίες έδωσαν μια νέα μουσικότητα στη γαλλική ποίηση και έθεσαν τα θεμέλια για τον ελεύθερο στίχο και άλλες πειραματικές ποιητικές τεχνικές του 20ού αιώνα.

Ωστόσο, είναι αδύνατο να τον κατανοήσουμε βαθιά αν προσπεράσουμε το όραμά του για μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι ίσοι κοινωνικά, όραμα που ζωντανεύουν τα πρώτα του κιόλας ποιήματα.

Γύρω στα 1860, πριν από τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο και την Κομμούνα, ο Βερλέν συνεργάζεται με αντιπολιτευτικές εφημερίδες και περιοδικά.

Με μεγάλη χαρά δέχεται την πτώση της δεύτερης αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας το Σεπτέμβρη του 1870 και λίγο αργότερα κατατάσσεται στον 160ό λόχο της Εθνοφυλακής.

Η εξέγερση της Κομμούνας τον βρίσκει σε εμπιστευτική θέση στο Παρισινό Δημαρχείο και όταν ο Θιέρσος καλεί όλους τους υπαλλήλους να παραιτηθούν, για να σαμποτάρουν το έργο των κομμουνάρων, ο Βερλέν παραμένει στο πόστο του και μάλιστα αναλαμβάνει διευθυντικά καθήκοντα στον Τύπο της Κομμούνας.

Αρθούρος Ρεμπό

Λίγο είναι γνωστό ότι ο Ρεμπό εκτός από «καταραμένος» ποιητής υπήρξε και ποιητής της Κομμούνας.

Την εξέγερση του Ρεμπό απέναντι στο καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον, απέναντι στον υποκριτικό κοινωνικό περίγυρο και τη θρησκεία συνόδευσε η εξέγερσή του ενάντια στις καταπιεστικές, εξευτελιστικές για τον άνθρωπο κοινωνικές δομές, φανερή από γραπτά του των μαθητικών του κιόλας χρόνων. Οι διάφοροι μελετητές του διαφοροποιούνται για το αν τις μέρες της Κομμούνας ο ποιητής βρισκόταν στο Παρίσι. Επικρατεί η άποψη ότι αυτή την περίοδο δε βρισκόταν εκεί.

Υπάρχουν όμως ντοκουμέντα που μαρτυρούν ότι από τις 25 του Φλεβάρη έως τις 10 του Μάρτη, δέκα μέρες δηλαδή πριν από την ανακήρυξη της Κομμούνας, ο Ρεμπό βρίσκεται στο Παρίσι. Οι παραμονές της Παρισινής Κομμούνας τον βρίσκουν περιπλανώμενο στους δρόμους της πόλης, να έχει δραπετεύσει από ένα αποπνικτικό οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο αναζητώντας απεγνωσμένα την ελευθερία του. Αυτές τις μέρες «ρουφάει κυριολεκτικά τις γραμμές των δημοκρατικών εφημερίδων», μα κυρίως γίνεται μάρτυρας συγκλονιστικών ιστορικών γεγονότων, όπως της συναδέλφωσης λαού και Εθνικής Φρουράς στην πλατεία της Βαστίλλης, της υπογραφής της στρατιωτικής συνθηκολόγησης από μέρους της κυβέρνησης και ενός όλο και πιο δυναμικού κύματος διαδηλώσεων.

Οι λόγοι που αφήνει το Παρίσι και επιστρέφει στην πατρίδα του, τη Σαρλεβίλ, δεν είναι γνωστοί, ωστόσο τα γεγονότα που έζησε τις δύο αυτές βδομάδες και που αποτέλεσαν το πρελούδιο της Κομμούνας χαράχτηκαν βαθιά μέσα στον 16χρονο μόλις Ρεμπό και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τη μετέπειτα ποιητική του δημιουργία. Μέσα από τους στίχους του βγαίνει η κραυγή των εξεγερμένων, η μάχη του δίκιου απέναντι στο άδικο και κάτω από την επίδραση της ήττας της Κομμούνας εφορμά με ένα συνονθύλευμα καταιγιστικών συναισθημάτων μίσους, οργής, περιφρόνησης και από την άλλη θαυμασμού, έκστασης και ελπίδας.

Οργή και περιφρόνηση για τις Βερσαλλίες - θαυμασμός και έκσταση απέναντι στο έργο των κομμουνάρων. Ο Ρεμπό έγινε κοινωνός των ιδανικών της Κομμούνας, ένιωσε τους πόθους των κομμουνάρων να τον διαπερνούν, έζησε την ήττα τους σαν συναγωνιστής. Είχε λοιπόν μια άκρως βιωματική σχέση με τα γεγονότα της Κομμούνας και όταν στους στίχους του χαράσσει τα δικά του συναισθηματικά βιώματα, εμείς διαβάζουμε τον αγώνα, τη συντριβή, τις ελπίδες, όλων των καταπιεσμένων.

Βίκτωρ Ουγκώ

Βίκτορ Ουγκώ

Συγγραφέας που σημάδεψε την ιστορία της γαλλικής λογοτεχνίας, κοινά αναγνωρισμένος για το ανθρωπιστικό πνεύμα που διέπει όλο του το έργο.

Με αριστοκρατικές καταβολές, δεν υπήρξε κομμουνάρος, αλλά με τη ζωή και το έργο του απέδειξε το μέγεθος του ουμανισμού του και της πολιτικής του γενναιότητας, αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση ανθρώπων που δε συμφωνούσε με τις κοινωνικές και πολιτικές τους πεποιθήσεις και ρισκάροντας το να γίνεται και ο ίδιος συχνά στόχος της αντίδρασης.

Μέσα από μια διάθεση ίσων αποστάσεων και κριτικού ρεαλισμού, έκανε σκληρή κριτική στην ανάλγητη εξουσία των Βερσαλλιών, στην προδοτική μπουρζουαζία και στη χρεοκοπημένη μοναρχία και, ταυτόχρονα, χωρίς μίσος και κακή θέληση, αλλά από λάθος κατανόηση της ιστορικής αναγκαιότητας και της σημασίας της Κομμούνας, κατέκρινε τους κομμουνάρους για τη βίαιη πρακτική τους, που όπως πίστευε προερχόταν από την αγραμματοσύνη τους... «Κατ' αρχάς είμαι υπέρ της Κομμούνας, και κατά της πρακτικής της», είχε πει χαρακτηριστικά.

Δημιούργησε πολλά και μεγάλα έργα, εμπνευσμένα από την Κομμούνα και τη ζωή των κομμουνάρων, έργα γεμάτα αγάπη, περηφάνια, θαυμασμό και σεβασμό γι' αυτούς.

Μετά από τη «ματωμένη εβδομάδα» αγκαλιάζει μέσα από μια ηθικο-αισθητική άποψη το δράμα και τον ηρωισμό των κομμουνάρων και δε σταματά να αγωνίζεται για την αμνηστία όσων βρίσκονται στην εξορία, στην προσφυγιά και στα κάτεργα.

Θεόφιλος Γκωτιέ

Θεόφιλος Γκοτιέ

Ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, ένας από τους μεγαλύτερους του 2ου μισού του 19ου αιώνα, ο Θεόφιλος Γκοτιέ, πιο γνωστός από τις φανταστικές του πρόζες, ήταν από εκείνους που βρίσκονταν στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Κομμούνας, όχι ωστόσο στο πλευρό των κομμουνάρων, κάθε άλλο μάλιστα, βρισκόταν εκεί παρά τη θέλησή του, αφού όταν η εξέγερση ξέσπασε αυτός είχε την «ατυχία» να βρίσκεται στο Παρίσι, οπότε υπέστη καθ' όλη τη διάρκεια της Κομμούνας έναν «συρφετό από ύαινες και γορίλες», όπως ο ίδιος έλεγε.

Η αλληλογραφία του «εγκλωβισμένου» στο Παρίσι Γκοτιέ είναι αποκαλυπτική των αισθημάτων που έτρεφε για την Κομμούνα και τους κομμουνάρους. Σε ένα γράμμα που απευθύνει στο γιο του αναφέρει: «Οι Βερσαλλίες που τώρα είναι το πραγματικό κέντρο των αποφάσεων, καθώς κατασκευάζεται ένα διαφορετικό στο Παρίσι, όπου οι κύριοι δολοφόνοι βασιλεύουν χωρίς αντίσταση. Θα ενημερώθηκες από τις εφημερίδες για τις λεπτομέρειες αυτής της ανεξήγητης κατάληψης, που ήταν τόσο εύκολο να σταματηθεί όταν ξεκίνησε και στην οποία άφησαν το χρόνο να αναπτυχθεί, να οργανωθεί και να εξαπλωθεί σ' όλη την πόλη. Το Εθνικό Συμβούλιο χάνει τον καιρό του σε μάταιες συνομιλίες αντί να πάρει δραστικά μέτρα και δε δίνει καμία βοήθεια στην υγιή μερίδα του Παρισιού που τρομοκρατείται από κάποιους κατάδικους».

Δε χρειάζονται περισσότερα για να φανεί ότι ο Γκοτιέ στάθηκε απέναντι στην Κομμούνα σαν ένας σκληροπυρηνικός αστός διανοούμενος, που όχι μόνο δεν κάνει τον κόπο να μπει στη θέση των επαναστατημένων και να κατανοήσει τι τους οδήγησε στην εξέγερση, αλλά αντίθετα βιάζεται να τους κατατάξει στην κατηγορία των κοινών ποινικών εγκληματιών, επιδεικνύοντας περισσότερο ζήλο και από αυτές ακόμη τις Βερσαλλίες.

Δυστυχώς, δεν ήταν λίγες οι «λαμπρές προσωπικότητες», όπως ο Θεόφιλος Γκοτιέ, του γαλλικού αλλά και του παγκόσμιου καλλιτεχνικού στερεώματος, που μόλις κατάλαβαν τον κίνδυνο που διέτρεχε το αστικό καθεστώς έλαμψε η πικρόχολη ταξική ιδεολογική τους στενότητα και καταφέρθηκαν ενάντια στην Κομμούνα με τα λόγια και τα έργα τους. Ανάμεσά τους οι Φλομπέρ, Αλφόνς, Αλέξανδρος Ντουμάς (γιος) κ.ά.

Οπως μας λέει όμως ο κομμουνάρος Ζαν Μπατίστ Κλεμάν, το μέλλον ανήκει σ' αυτούς που δημιουργούν τις υλικές και πνευματικές αξίες του έθνους τους, αλλά και όλης της ανθρωπότητας, και τους δίνουν την αναγκαία ιστορική, ιδεολογική, αισθητική, κοινωνικά χρήσιμη κάθε φορά διάσταση. Και αυτοί δεν είναι άλλοι, παρά οι αληθινοί επαναστάτες, εργάτες, καλλιτέχνες και επιστήμονες μαζί.

Η πρώτη αυτή έφοδος της εργατικής τάξης προς το μέλλον κατέδειξε, εκτός από την ανεξίτηλη ομορφιά της, και την ανάγκη να ξεπεραστούν οι σκληρές αντιθέσεις επιθυμητού-δυνατού, ιδανικού-πραγματικότητας και έθεσε το από δω και μπρος το κοινωνικό ερώτημα

Ποιος, με ποιον και γιατί;

Ετσι και αλλιώς.

Εφόσον θα φύγουν αυτές

Οι μέρες οι βαριές,

Οταν όλοι οι φτωχοί ξεσηκωθούν,

Εσύ, ξανά απ' την αρχή

Μαζί τους ξεσηκώσου!!!

Κείμενα- Επιμέλεια
Γιάννης ΣΚΑΡΠΕΡΟΣ-Πηνελόπη ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

 


Σκίτσο απο την εποχή της Κομμούνας. Ο σκιτσογράφος τοποθετεί τον Τριέρ, τον δικτάτορα όπως αναφέρει να λέει στο σαλίγγαρο που ιππεύει: «Εμπρός... το νού σου στους Παριζιάνους!...

Η λογοτεχνία τον καιρό της Κομμούνας

Το ζήτημα της σχέσης της παρισινής Κομμούνας με τη λογοτεχνία δεν έχει να κάνει μόνο - και οπωσδήποτε δεν έχει να κάνει κυρίως - με την αντανάκλαση του ίδιου του σημαντικού αυτού, για την ιστορία της ωρίμανσης του προλεταριάτου, γεγονότος σε λογοτεχνικά κείμενα, πεζά ή ποιητικά. Η σημαντικότερη πλευρά του είναι η εξής: κάτω από ποιους όρους διαμορφώνεται και διαδίδεται και ποιες κοινωνικές συνθήκες και ιδεολογικές - πολιτικές θέσεις αντανακλά το λογοτεχνικό προϊόν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο αιώνας αυτός είναι, από τη μια, ο αιώνας στον οποίο η αστική τάξη εδραιώνει οριστικά την εξουσία της και, μάλιστα, ο καπιταλισμός περνά στο τελευταίο του στάδιο, το κρατικομονοπωλιακό. Από την άλλη πλευρά όμως - κάτι που δηλώνεται πασιφανώς και από τα ίδια τα γεγονότα της Κομμούνας - είναι ο αιώνας μέσα στον οποίο ωριμάζει η εργατική τάξη, αποκτά κοσμοθεωρία και συνείδηση και διεκδικεί για πρώτη φορά τον αυτόνομο και καθοδηγητικό της ρόλο στα κινήματα ανατροπής.

Το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση των κοινωνιών: ο τρόπος με τον οποίο παράγεται το έργο τέχνης, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο διαδίδεται, η διαμόρφωση των ειδών στην τέχνη συνολικότερα και, ειδικότερα, στη λογοτεχνία, καθρεφτίζει τις διαδικασίες στην οικονομική και κοινωνική βάση της πυραμίδας. Ολόκληρος ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη διάδοση στη λογοτεχνία του είδους εκείνου που ονομάζεται μυθιστόρημα και που θεωρείται είδος κατ'` εξοχήν «αστικό». Ο όρος εδώ σημαίνει δύο πράγματα: το μυθιστόρημα είναι αστικό είδος όσον αφορά τις προϋποθέσεις συγγραφής και διάδοσής του. Το μυθιστόρημα απαιτεί ένα διευρυμένο κοινό το οποίο επί πλέον θα έχει τόσο το χρόνο για διάβασμα, όσο και το χρήμα για την πρόσβαση στο βιβλίο μέσω της αγοράς - κάτι που επιτρέπει και πολύ μεγάλα, για τα δεδομένα της εποχής, τιράζ. Από την άλλη πλευρά, το μυθιστόρημα είναι αστικό είδος, με την έννοια ότι αντανακλά με εξαιρετική ενάργεια την αστική κοινωνία: τον τρόπο ζωής που διαμορφώνεται μέσα στα πλαίσιά της, τις συγκρούσεις της, τη συγκρότηση συνείδησης, ατομικής ή συλλογικής, που συνεπάγεται αυτός ο τρόπος παραγωγής. Ως εργαλεία για τη ρεαλιστική απεικόνιση της αστικής κοινωνίας, το μυθιστόρημα χρησιμοποιεί διάφορες καλλιτεχνικές μεθόδους, οι οποίες προσιδιάζουν, κάθε φορά, σε άλλη φάση ανάπτυξης της αστικής τάξης. Για παράδειγμα, στις αρχές του αιώνα, κυριαρχεί συνολικά στην τέχνη, και βέβαια, και στο μυθιστόρημα, η ρομαντική σχολή, με κύρια στοιχεία μια σχετική στροφή στον ανορθολογισμό, καθώς και μια «ηρωοποίηση» και εξιδανίκευση προσώπων και καταστάσεων. Θα δούμε παρακάτω ότι ο ρομαντισμός εκπνέει πολύ αργά: στα 1864 ο Ουγκώ ολοκληρώνει τους «Αθλίους» του, που αποτελούν ένα μάλλον μεικτό είδος ανάμεσα στο ρεαλισμό και στο ρομαντισμό.

Σκίτσο με τίτλο «Η Κομμούνα». Σκιτσαρισμένος ο Αρτούρ Αρνώ

Ο διεθνισμός του Φεγί

Το 1830 με 1848 η Γαλλία συνταράσσεται από παλλαϊκές κινητοποιήσεις που παίρνουν το χαρακτήρα επανάστασης. Ο ταξικός χαρακτήρας των συγκρούσεων αυτών είναι διπλός: από τη μια, η αστική τάξη ξεκαθαρίζει ολοκληρωτικά τους λογαριασμούς της με το λεγόμενο «ancien regime», το πολιτικό δηλαδή εποικοδόμημα της φεουδαρχίας. Η δυναστεία των Βουρβώνων εκδιώκεται οριστικά από τη Γαλλία και η μοναρχία καταργείται. Διαμορφώνονται έτσι καλύτερες προϋποθέσεις, μέσα στο νέο αστικό νομοθετικό πλαίσιο, για την εδραίωση και τη διεύρυνση των οικονομικών δραστηριοτήτων της γαλλικής αστικής τάξης. Από την άλλη όμως πλευρά, στις επαναστάσεις αυτές αρχίζει να κάνει ξεκάθαρη την παρουσία του το γαλλικό προλεταριάτο. Στην αρχή, δε διατυπώνει αυτόνομα τα αιτήματά του: ακολουθεί την αστική τάξη αλλά αποτελεί το τμήμα του πληθυσμού που παλεύει με τη μεγαλύτερη μαχητικότητα για την εδραίωση των αστικοδημοκρατικών κατακτήσεων. Να πώς περιγράφει ο Β. Ουγκώ στους «Αθλίους», τον εργάτη που συμμετέχει σε μια από τις μυστικές οργανώσεις που πολέμησαν στις εξεγέρσεις του 1830 - 1833:

«Ο Φεγί ήταν ένας εργάτης βενταλοποιός, ορφανός από πατέρα και μάνα, που κέρδιζε μόλις και μετά βίας τρία φράγκα την ημέρα και που δεν είχε παρά μια μόνο σκέψη: να ελευθερώσει τον κόσμο. Είχε κι άλλη μια έννοια: να μορφωθεί. Αυτό το ονόμαζε επίσης απελευθέρωση. Είχε μάθει από μόνος του να γράφει και να διαβάζει: ό,τι γνώριζε, τόχε μάθει μόνος. Ο Φεγί ήταν μια γενναιόδωρη καρδιά. Είχε μια αγκαλιά τεράστια. Αυτό το ορφανό είχε υιοθετήσει τους λαούς. Τού 'λειπε η μάνα του, αφοσιώθηκε στην πατρίδα. Δεν ήθελε να υπάρχει πάνω στη γη ούτε ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα. Καλλιεργούσε μέσα του με τη βαθιά προσήλωση του ανθρώπου του λαού σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε "ιδέα των εθνοτήτων". Είχε μάθει ιστορία ακριβώς για να δείχνει τις γνώσεις του πάνω στο θέμα. Μέσα σ' αυτό τον κύκλο των νεαρών ουτοπιστών που νοιάζονταν κυρίως για τη Γαλλία, αντιπροσώπευε το εξωτερικό. Ειδικότητά του ήταν η Ελλάδα, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία, η Ιταλία».

Το νέο στοιχείο στο πορτρέτο αυτό είναι ο διεθνισμός του εργάτη Φεγί: σε αυτόν, η αρχή των εθνοτήτων δεν έχει ακριβώς τη διάσταση με την οποία τη διατύπωσε ο διαφωτισμός όταν σήμαινε την αναγκαιότητα της ανερχόμενης αστικής τάξης να εγκαθιδρύσει έθνη - κράτη. Στον εργάτη αυτό, ο διεθνισμός είναι ένα «ηθικό», φιλάνθρωπο, ρομαντικό, με την επαναστατική έννοια του όρου, συναίσθημα, μακριά πάντως ακόμα από την έννοια του προλεταριακού διεθνισμού.

Η κατάληξη των επαναστάσεων αυτών δεν ήταν ακριβώς ευτυχής: η πανίσχυρη πια αστική τάξη προβαίνει σε ένα ακόμα βήμα για την εδραίωση της δικτατορίας της. Το βήμα αυτό δεν είναι άλλο από την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από το Λουδοβίκο Βοναπάρτη και την εγκαθίδρυση της δεύτερης αυτοκρατορίας. Ενός ωμά τυραννικού καθεστώτος που συμπίπτει με μια περίοδο μεγάλης οικονομικής ευμάρειας για την αστική τάξη - μιας ευμάρειας που, εξ άλλου αυτό το ίδιο καθεστώς με τις άθλιες μεθόδους του εγγυάται. Η εποχή της δεύτερης αυτοκρατορίας στη Γαλλία χαρακτηρίζεται, σε επίπεδο επίσημου «πολιτισμού» από το θρίαμβο του απόλυτου κιτς. Οι αστοί έχουν όλα τα οικονομικά μέσα για να αποκτήσουν αντικείμενα πολυτελείας, να κατασκευάσουν σπίτια πολυτελείας από τα πιο ακριβά υλικά - και το κάνουν χωρίς να αφήνουν τη σφραγίδα έστω και του παραμικρότερου καλού γούστου στα κατασκευάσματά τους.

Ο νατουραλισμός

Την ίδια αυτή εποχή, το επαναστατικό - σοσιαλιστικό κίνημα εμφανίζει κάμψη. Η κυριαρχία της αστικής τάξης φαίνεται απόλυτη και δεν αφήνει χώρο για οράματα και ιδανικά. Οι πρωτοπόροι καλλιτέχνες της εποχής, εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα κλίμα απογοήτευσης και ασαφών πολιτικών επιλογών και συμπαθειών, στρέφονται προς την πιο ρεαλιστική - με την έννοια όμως της «φωτογραφικής» - απεικόνιση της πραγματικότητας. Αληθινό είναι αυτό που διδάσκουν οι θετικές επιστήμες και επιβεβαιώνει η καθημερινή εμπειρία και η πράξη: αυτό είναι το δόγμα πάνω στο οποίο στηρίζεται το αισθητικό - καλλιτεχνικό ρεύμα του νατουραλισμού. Ενα ρεύμα που ωθεί την απεικόνιση της πραγματικότητας στα άκρα, παρουσιάζοντας ακόμα και τις πιο άσχημες, κάποτε και αηδιαστικές λεπτομέρειες της καθημερινότητας.

Ο νατουραλισμός είχε τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε ένα πληβειακό αισθητικό ρεύμα: σε μια εποχή κατά την οποία, όπως είπαμε, κυριαρχεί το πολυτελές κιτς, η απεικόνιση χωρικών και εργατών, η ωμή περιγραφή σκηνών φτώχειας και ασθένειας όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με το φανταχτερά χυδαίο γούστο των αστών, αλλά και αποκαλύπτει την ύπαρξη μιας άλλης πραγματικότητας, που οι αστοί θα προτιμούσαν να ξεχάσουν. Ο θεμελιωτής του νατουραλισμού στις εικαστικές τέχνες, ο Κουρμπέ, ήταν δηλωμένος επαναστάτης. Αντίθετα, ο κυριότερος και επιφανέστερος εκπρόσωπος του ρεύματος στο χώρο της λογοτεχνίας, ο Γκουστάβ Φλωμπέρ, ήταν ένας έντιμος αστός, εστέτ και ηθικολόγος, παρά το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος που έκανε κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματός του μια άπιστη γυναίκα, τη «Μαντάμ Μπωβαρύ», χωρίς μάλιστα να τη ρίχνει στο «πυρ το εξώτερο». Για τη στάση του Φλωμπέρ απέναντι στην Κομμούνα θα μιλήσουμε παρακάτω, γιατί αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς, ορισμένες φορές, το καλλιτεχνικό προϊόν ξεπερνά τις προθέσεις του δημιουργού του.

Η ίδια η Κομμούνα, ως γεγονός και πολιτική πραγματικότητα, δημιούργησε ένα νέου τύπου νατουραλισμό, κατεβάζοντας αυτή τη φορά τη λογοτεχνία στο δρόμο. Το πολύ μικρό χρονικό διάστημα που κράτησε στα χέρια του την εξουσία το γαλλικό προλεταριάτο δεν ήταν οπωσδήποτε αρκετό για τη δημιουργία έργων μακράς πνοής ή και λογοτεχνικής ακόμα σχολής (κάτι που συνέβη αργότερα, στη Σοβιετική Ενωση, με την καλλιτεχνική μέθοδο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού). Ομως, το πάθος των εξεγερμένων, οι οραματισμοί και η πίστη τους ότι κρατάνε στα χέρια τους ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα, όλα αυτά είχαν την άμεση αντανάκλασή τους στην ποίηση και στο τραγούδι. Στα οδοφράγματα της Κομμούνας, ο μελωδός της, Ευγένιος Ποτιέ, συνέθεσε τον ύμνο του παγκόσμιου προλεταριάτου, τη Γ` Διεθνή. Αλλά και η Λουίζα Μισέλ και ο Ιωάννης Βαπτιστής Κλεμάν μάχονταν στα οδοφράγματα και, ταυτόχρονα, με την ποίησή τους, υμνούσαν τον ηρωισμό της Κομμούνας ή σατίριζαν τους αστούς - εχθρούς της.

Μετά την ήττα της Κομμούνας, οι κομμουνάροι συγγραφείς ακολούθησαν τη μοίρα των υπόλοιπων εξεγερμένων: πολλοί από αυτούς ωστόσο (ανάμεσά τους και ο Ευγένιος Ποτιέ) έδωσαν τα καλύτερα έργα τους μέσα από τις φυλακές ή στην αυτοεξορία τους, στο εξωτερικό. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζουν οι πεζογράφοι Ιούλιος Βαλ, ο οποίος, μετά το 1880, γράφει την τριλογία του «Ιάκωβος Βεντρά» και ο Λέων Κλαντέλ που γράφει το έργο «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς των Ιουδαίων» στο οποίο, με ρομαντικό πνεύμα περιγράφει τον ηρωισμό των μαχητών της Κομμούνας. Αλλά και ο κατ' εξοχήν ρομαντικός, ο μεγάλος Βίκτωρ Ουγκώ, που δεν είχε βέβαια καμιά μαρξιστική κατάρτιση, αλλά στεκόταν πάντοτε στο πλευρό των αδικημένων, μεταφέρει μνήμες της Κομμούνας στην ποιητική του συλλογή «Ο τρομερός χρόνος».

Από το νατουραλισμό στο ρεαλισμό

Αναφερθήκαμε προηγουμένως στο Φλωμπέρ. Ο σημαντικός αυτός πεζογράφος, πολύ καινοτόμος όσον αφορά το λογοτεχνικό του έργο και μολονότι έτρεφε φανερή αντιπάθεια για ορισμένες πλευρές της συμπεριφοράς της άρχουσας τάξης, ωστόσο στο έργο του «Αισθηματική αγωγή» φαίνεται ότι δεν μπορεί να αποκοπεί από την τάξη του και καταδικάζει τους κομμουνάρους ως ταραχοποιούς.

Ωστόσο, η σημαντικότερη προσφορά της Κομμούνας στην ανάπτυξη νέων λογοτεχνικών ρευμάτων δε σχετίζεται μόνο με το πώς αντανακλώνται τα γεγονότα που σημάδεψαν τη δράση της στο λογοτεχνικό έργο: κυρίως, σχετίζεται με το ότι η ηρωική δράση και η τραγική της κατάληξη σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας φάσης στην ανάπτυξη τόσο του καπιταλισμού όσο και του εργατικού - κομμουνιστικού κινήματος. Αυτή η διαδικασία αντανακλάται και στη διαμόρφωση νέων καλλιτεχνικών και λογοτεχνικών ρευμάτων, νέας θεώρησης της πραγματικότητας από την πλευρά των καλλιτεχνών. Μετά την Κομμούνα, ο νατουραλισμός ωριμάζει και προχωρεί, πέρα από τη φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας, στην αποκάλυψη της ουσίας των κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της σχολής αυτής, που αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο νατουραλισμό και το ρεαλισμό, είναι ο Εμίλ Ζολά. Τα 20 μυθιστορήματά του, κάτω από το γενικό τίτλο «Ρουγκόν - Μακάρ. Η φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας στα χρόνια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας», περιγράφουν με ενάργεια όχι μόνο τη βιολογική πορεία της συγκεκριμένης οικογένειας, αλλά, κυρίως, τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία - με αιχμή τη διαμόρφωση της συνείδησης της εργατικής τάξης και την ανάπτυξη του κινήματός της. Σε δύο συνεχόμενα μυθιστορήματα («Η ταβέρνα» και «Το ορυχείο») βλέπουμε πολύ ξεκάθαρα αυτή την πορεία: στο πρώτο, η εργατική οικογένεια είναι ακόμη βυθισμένη στις ψευδαισθήσεις της, στο όραμα ότι μπορεί να αλλάξει ταξική θέση και να περάσει στην αστική τάξη. Το όραμα αυτό συνθλίβεται από τους δυσβάσταχτους όρους ζωής και τον αλκοολισμό. Στο δεύτερο μυθιστόρημα, ο γιος της ίδιας οικογένειας δραστηριοποιείται συνδικαλιστικά και πολιτικά και πρωτοστατεί στις μεγάλες κινητοποιήσεις των εργατών του ορυχείου που δουλεύει. Σε αυτό το έργο, ο Ζολά δίνει και μια από τις πιο σκληρές εικόνες της ζωής του προλεταριάτου που μας έχει δώσει η παγκόσμια λογοτεχνία.

Ο Ζολά ήταν ένας στρατευμένος καλλιτέχνης. Οι κοινωνικές όμως συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την ήττα της Κομμούνας δε διαμόρφωσαν μόνο αυτό το ρεύμα στην τέχνη και στη λογοτεχνία γενικότερα. Από τις συνθήκες αυτές γεννήθηκε και μια ρεαλιστική λογοτεχνία που ανατέμνει την κοινωνία χωρίς να καταγγέλλει ή να επαγγέλλεται την ανατροπή. Αλλά και στις ίδιες αυτές συνθήκες (που, εξωτερικά τουλάχιστον είχαν τα γνωρίσματα μιας οριστικής κατίσχυσης της αστικής τάξης) έχει τις ρίζες της η «καταραμένη» ποίηση του Ρεμπώ και του Μπωντλέρ: ανθρώπων ασυμβίβαστων με την αστική ηθική που, όμως, έβλεπαν τη δυνατότητα για το ξεπέρασμά της όχι μέσα από την ταξική πάλη, αλλά μέσα από τον ανορθολογισμό και τον αμοραλισμό (κάτι τελείως έξω από τη λογική του «νοικοκύρη» Φλωμπέρ).

Η πολυεπίπεδη αυτή σχέση ανάμεσα στην Κομμούνα και στο γραπτό καλλιτεχνικό λόγο - την οποία με πολύ αδρές γραμμές προσπαθήσαμε να περιγράψουμε - δεν είναι κάτι μοναδικό και τυχαίο στην ιστορία της τέχνης: πάντοτε η τέχνη (ακόμα και ερήμην των προθέσεων των δημιουργών της) όχι μόνο καταγράφει και αντανακλά τις κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις παραγωγής αλλά παίρνει και θέση, συνειδητή ή ασύνειδη, απέναντι στα κοινωνικά δρώμενα. Η ευτυχέστερη ίσως σύμπτωση είναι όταν ο άξιος, ο ταλαντούχος καλλιτέχνης επιλέγει συνειδητά να υπηρετήσει τις πρωτοπόρες κοινωνικές δυνάμεις και θέτει το έργο του στην πραγμάτωση αυτού του σκοπού, ανανεώνοντας θεματικά και μορφικά το είδος που υπηρετεί. Από μια άλλη πλευρά, δεν είναι εύκολο για έναν καλλιτέχνη να ξεπεράσει την τάξη από την οποία προέρχεται και τη μορφή εκείνη της ψευδούς συνείδησης που του καλλιεργείται από την άρχουσα τάξη και τον κάνει να πιστεύει ότι «τραγουδάει για να ξεχωρίσει από τον κόσμο». Δυστυχώς, στις μέρες μας (μια εποχή που, όσον αφορά μεταξύ άλλων και την «κιτς» πλευρά της επίσημης αισθητικής, θυμίζει αρκετά τη Δεύτερη Αυτοκρατορία) δεν είναι λίγοι εκείνοι οι - άξιοι κατά τα άλλα - καλλιτέχνες που δέχονται να εκποιήσουν την προσωπική τους αξιοπρέπεια για να λάβουν αξιώματα από την άρχουσα τάξη. Σήμερα ωστόσο, η εργατική τάξη, πιο ώριμη παρά ποτέ, μετά τις εφόδους της στον ουρανό, τις νίκες και τις ήττες της, πιο ώριμη και λόγω των κοινωνικών - οικονομικών συνθηκών, αφού ο καπιταλισμός βρίσκεται στην τελευταία φάση του, θέτει για μια ακόμη φορά στο διανοούμενο, στον καλλιτέχνη, στον άνθρωπο των γραμμάτων, το αίτημα όχι της συμπαράστασης αλλά της συστράτευσης στον αγώνα της, για έναν κόσμο όπου θα υπάρχει για όλους «αρκετό ψωμί και τριαντάφυλλα».

Της
Δώρας ΜΟΣΧΟΥ

Η Δώρα Μόσχου είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

 

«Η εξέγερση» του Ντωμιέ

«Ο Υμνος της Διεθνούς»*

Εμπρός της γης οι κολασμένοι
της πείνας σκλάβοι εμπρός - εμπρός
Το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει
σα βροντή σαν κεραυνός.
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
που ζούσαμε στην καταφρόνια
θα γίνουμε το παν εμείς.

* * *

Στον αγώνα ενωμένοι
κι ας μη λείψει κανείς
Ω! Νάτη, μας προσμένει
στον κόσμο η Διεθνής.

* * *

Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες
με πλάνα λόγια μας γελούν
της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες
μοναχοί τους, θα σωθούν...
Για να λείψουν τα δεσμά μας
για να πάψει πια η σκλαβιά
να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας
και της ψυχής μας τη φωτιά.

* Γράφτηκε από τον κομμουνάρο εργάτη Ευγένιο Ποτιέ, τις πρώτες μέρες της «Ματωμένης εβδομάδας», και μελοποιήθηκε επίσης από τον εργάτη Πιερ Ντεζεντιέρ.

 

 

Οι φωτογραφίες του αφιερώματος είναι από τα βιβλία:

  • «Καρλ Μαρξ», Βιογραφία εικονογραφημένη, εκδόσεις «Θεμέλιο».
  • «Οι Μεγάλοι όλων των εποχών», «Βίκτωρ Ουγκώ», εκδόσεις «Οργανισμός Ευρωπαϊκών Εκδόσεων».

Τα σκίτσα είναι από τη διεύθυνση του Ιντερνέτ: «http://www.library.nwu.edu/spec/siege/images»