Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Η πραγματική διαπραγμάτευση...


Eurokinissi
Η εικόνα μιας κυβέρνησης που διαπραγματεύεται για λογαριασμό των συμφερόντων του λαού, είναι μια εικόνα που έχει συστηματικά φιλοτεχνηθεί όλους τους προηγούμενους μήνες από τα προπαγανδιστικά επιτελεία της κυβέρνησης. Ερχεται, όμως, η στιγμή που «γίνεται ταμείο», που θα κριθούν στην πράξη τα αποτελέσματα αυτής της διαπραγμάτευσης, θα βγουν συμπεράσματα για το ποιανού τα συμφέροντα στην πραγματικότητα διαπραγματευόταν η κυβέρνηση, όλους αυτούς τους μήνες.
Οι τελευταίες εξελίξεις και κυρίως το «πλαίσιο συμφωνίας» που ανακοινώθηκε τις προηγούμενες μέρες, με βάση το οποίο η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να ολοκληρώσει τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ, είναι χαρακτηριστικό.
Τι αποδεικνύεται;
Πρώτον: Οτι οι λεγόμενες «κόκκινες γραμμές» της συγκυβέρνησης δεν αφορούσαν το στόχο της εφαρμοζόμενης πολιτικής, αλλά τον τρόπο υλοποίησής του.
Εξηγούμαστε. Και αυτή και οι προηγούμενες κυβερνήσεις είναι προσανατολισμένες σε ένα συγκεκριμένο σκοπό: Στη στήριξη της ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας, δηλαδή στην ανάκαμψη της κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, του κεφαλαίου, των επενδυτικών του σχεδίων. Ο στόχος αυτός, όσο και αν πασπαλίζεται με τη χρυσόσκονη της «παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης», από την οποία δήθεν θα κερδίσουν και οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα (εφόσον βεβαίως η πίτα μεγαλώσει), στην πραγματικότητα δεν μπορεί να συμβιβαστεί, όχι μόνο με διευρυμένα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα, με τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες, αλλά ούτε καν με το ενδεχόμενο ανάκτησης όσων οι εργαζόμενοι έχασαν σε δικαιώματα, κατακτήσεις και εισόδημα την περίοδο της κρίσης. Αντίθετα, προϋποθέτει την παραπέρα προώθηση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων, την υλοποίηση της στρατηγικής του κεφαλαίου, όπως άλλωστε έχει αποτυπωθεί στις κατευθύνσεις της ΕΕ, πάνω από μία εικοσαετία. Είναι χαρακτηριστικά όσα είπαν οι εκπρόσωποι του ΙΟΒΕ (Ερευνητικό Ινστιτούτο που απηχεί τις θέσεις του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων), όταν κλήθηκαν να καταθέσουν στην Εξεταστική της Βουλής για το μνημόνιο, την περασμένη βδομάδα, σημειώνοντας ότι οι αναδιαρθρώσεις του μνημονίου θα έπρεπε να είχαν υλοποιηθεί ήδη από το 1980, θυμίζοντας ότι την περίοδο 2000-2010 εφαρμόστηκε πρόγραμμα αναδιαρθρώσεων και στη Γερμανία. Η νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ επιδιώκει αυτές οι αναδιαρθρώσεις να εφαρμοστούν όχι με τον ίδιο κάθετο τρόπο που πέρασαν τα προηγούμενα χρόνια, αλλά εξασφαλίζοντας την εργατική-λαϊκή συναίνεση, την κατάλληλη ευελιξία, ώστε να μπορεί να επιτυγχάνεται η ενσωμάτωση. Ελπίζοντας, ταυτόχρονα, ότι μια ανάκαμψη της οικονομίας μπορεί να της δώσει τα περιθώρια για λίγα ψίχουλα-στάχτη στα μάτια των εργαζομένων. Για παράδειγμα, αντί να προχωρήσει άμεσα στις περικοπές στις συντάξεις, τις παραπέμπει στις αναλογιστικές μελέτες για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Ετσι, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι αυτές μπορεί να αποφευχθούν και ταυτόχρονα δρομολογεί τα πράγματα, έτσι ώστε αυτές να έρθουν ως κάτι φυσιολογικό, κάτι αναγκαίο, εξαιτίας της βιωσιμότητας του συστήματος. Το ίδιο με τα Εργασιακά. Η παραπομπή των αλλαγών στο διάλογο με την εργοδοσία και την ΟΚΕ έχει ήδη διαμορφώσει το αρνητικό για τους εργαζομένους πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα δρομολογηθούν και εκεί εξελίξεις, με την περίφημη επαναφορά των 751 να εξαφανίζεται διά μαγείας. Ακόμα, προσπαθεί να συνδέσει την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, με δήθεν αξιοποίησή τους υπέρ των εργαζομένων, π.χ. σύνδεσή τους με ταμείο χρηματοδότησης του Ασφαλιστικού κλπ. Είναι, λοιπόν, κατανοητό ότι το γεγονός πως η κυβέρνηση αφήνει άθικτο όλο το αντεργατικό-αντιλαϊκό πλαίσιο των προηγούμενων χρόνων, δεν αποτελεί έναν προσωρινό ελιγμό, όπως εμφάνιζε προπαγανδιστικά η κυβέρνηση, αλλά προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου της ανάκαμψης.
Δεύτερον: Προκύπτει ότι η κυβέρνηση πασχίζει στις διαπραγματεύσεις να εξασφαλίσει μια υπόσχεση για διευθέτηση του χρέους, χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα και χρηματοδότηση από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ. Αν και αυτά, πάλι, παρουσιάζονται ως εξελίξεις που θα ανακουφίσουν το λαό, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το χρέος θα συνεχίζει να βαραίνει τις πλάτες του λαού, όπως και αν διευθετηθεί, πολύ περισσότερο που όλα φανερώνουν ότι το επόμενο διάστημα θα έχουμε και νέα δανειακή σύμβαση, με όποια μορφή και αν αυτή γίνει, δηλαδή και με νέα βάρη. Τα πρωτογενή πλεονάσματα και οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί θα συνεχίζουν να στραγγαλίζουν τις κρατικές δαπάνες για Υγεία, Πρόνοια, Παιδεία κλπ. Ενώ η χρηματοδότηση θα διοχετευθεί, είτε μέσω τραπεζών είτε μέσω του κράτους, στη στήριξη των μονοπωλιακών ομίλων. Τα ζητήματα αυτά ενδιαφέρουν, όπως είναι κατανοητό, πολύ τους επιχειρηματικούς ομίλους στην Ελλάδα, που προσδοκούν από τη ρύθμιση της αποπληρωμής του χρέους, τη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων σε χαμηλά επίπεδα και τη χρηματοδότηση, να εξασφαλίσουν την κατάλληλη άμεση ενίσχυση, που θα τους επιτρέψει να προχωρήσουν τα επενδυτικά τους σχέδια. Αυτό βρίσκεται πίσω από τη φιλολογία περί «αντι-υφεσιακών» μέτρων και την απαίτηση για χαλάρωση των δημοσιονομικών κριτηρίων της Ευρωζώνης.
Τρίτον: Προκύπτουν εύλογα ερωτήματα, παρακολουθώντας τη δραματοποίηση των διαπραγματεύσεων των τελευταίων βδομάδων που συνοδεύεται από εκβιασμούς, απειλές, αρνητικές χαοτικές προβλέψεις, τις κόντρες της συγκυβέρνησης με τους δανειστές, τη Γερμανία αλλά και το ΔΝΤ (που από σύμμαχος, όπως παρουσιαζόταν από την κυβέρνηση, τελευταία φαίνεται να κρατάει σκληρή στάση). Είναι δυνατόν να μιλάμε για το ενδεχόμενο η Ελλάδα να οδηγηθεί στη χρεοκοπία, μόνο και μόνο για τους συντελεστές ΦΠΑ; Είναι δυνατόν να προκαλείται μέχρι η παρέμβαση Ομπάμα, να γίνεται αντικείμενο συζήτησης στη Σύνοδο υπουργών Οικονομίας των «G7» το αν θα περικοπούν οι επικουρικές τώρα ή αργότερα; Το τι συζητάνε δεν μπορούμε να το ξέρουμε, πάντως κανείς δεν μπορεί να μη σκεφτεί αν στην ατζέντα των συζητήσεων βρίσκονται μια σειρά ζητήματα που αφορούν στην πραγματικότητα τα διάφορα αντιτιθέμενα σχέδια επενδυτικών συνεργασιών ανάμεσα σε ελληνικούς και ξένους επιχειρηματικούς ομίλους. Για παράδειγμα, τα επενδυτικά σχέδια για την «αξιοποίηση» υποδομών (λιμανιών, αεροδρομίων, οδικών αξόνων κλπ), στον τομέα της Ενέργειας, την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας κλπ. Επενδυτικά σχέδια που είναι προϋπόθεση για να μπορέσει να προχωρήσει η περίφημη ανάκαμψη. Δεν μπορεί να μη σκεφτεί κανείς τις συζητήσεις που διεξάγονται αυτή τη στιγμή σε επίπεδο Ευρωζώνης, σε σχέση με το μέλλον της, την προοπτική της λεγόμενης πολιτικής ενοποίησης, με στόχο την αντιμετώπιση της οικονομικής ύφεσης. Δεν μπορεί, επίσης, κανείς να μη σκεφτεί την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, σε ένα τόξο από την Ουκρανία και την ΠΓΔΜ μέχρι τη Μ. Ανατολή και τη Β. Αφρική. Ολα αυτά, ακόμα και αν δεν ομολογούνται, επιδρούν καθοριστικά στην πορεία της διαπραγμάτευσης, στο χαρακτήρα του συμβιβασμού.
Απ' όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι, ο λαός, τα φτωχά λαϊκά στρώματα βρίσκονται έξω από το κάδρο της διαπραγμάτευσης, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, με δεδομένο ότι πρόκειται για μια διαπραγμάτευση που γίνεται από την ίδια πλευρά, από την πλευρά του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.
Η αγωνία, λοιπόν, των επιχειρηματικών ομίλων, των εκπροσώπων του κεφαλαίου για το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, για το πόσο γρήγορα θα έρθει η οικονομική ενίσχυση, για το ποιες συμφωνίες, ποια «ντιλς» και με ποιους θα κλείσουν, δεν μπορεί να είναι αγωνία του λαού. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα είναι αντιλαϊκό. Αυτό δε σημαίνει ότι ο λαός θα πρέπει να κάτσει στη γωνιά και να υπομένει καρτερικά τη συνέχιση της σφαγής δικαιωμάτων και αναγκών του. Το αντίθετο, θα πρέπει άμεσα να βγει στο προσκήνιο, να προτάξει τα δικά του συμφέροντα, τα δικά του αιτήματα και διεκδικήσεις, παλεύοντας για ανάκτηση των απωλειών, ξήλωμα του αντεργατικού-αντιλαϊκού πλαισίου, ικανοποίηση των σύγχρονων εργατικών-λαϊκών αναγκών. Παλεύοντας σε γραμμή ρήξης με την ΕΕ, το κεφάλαιο και την εξουσία τους. Σε αυτή την κατεύθυνση, σημαντικός σταθμός είναι για όλους η 11η Ιούνη και εκεί πρέπει να βαρέσουν όλα τα σφυριά.