Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Αλλαγές στα πανεπιστήμια: «Δημοκρατική ανατροπή» ή συστημική προσαρμογή;


ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ
Οποιος έχει παρακολουθήσει έστω και λίγο τη δημόσια συζήτηση γύρω από τις διατάξεις του πολυνομοσχεδίου Μπαλτά σε σχέση με την Ανώτατη Εκπαίδευση, πιθανότατα θα έχει αποκομίσει την εντύπωση ότι αλλάζει άρδην η σημερινή κατάσταση.
Από τη μια, οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ διακηρύσσουν πομπωδώς ότι «επανέρχεται η δημοκρατία στα πανεπιστήμια», ότι «γκρεμίζεται ο μνημονιακός νόμος-πλαίσιο», ότι «οι αγώνες της πανεπιστημιακής κοινότητας δικαιώνονται» κ.ά. Συνεπικουρούνται από δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι οποίες πανηγύριζαν που «δυνάμεις από το κίνημα ανέλαβαν κυβερνητική ευθύνη στο υπουργείο» και τώρα πρόθυμα βάζουν πλάτη στις προωθούμενες αλλαγές.
Από την άλλη, ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι και εκδοτικά συγκροτήματα με αυξημένο ενδιαφέρον για τα πανεπιστήμια (π.χ. συγκροτήματα Αλαφούζου και Λαμπράκη) κινδυνολογούν ότι «διαλύονται τα πάντα», «γκρεμίζεται ένας νόμος που γνώρισε πρωτόγνωρη συναίνεση», «επανέρχεται η αναρχία στα πανεπιστήμια» κ.ά. Σε αυτή τη βάση, έστησαν μέχρι και συγκέντρωση-παρωδία έξω από τη Βουλή, πριν από λίγο διάστημα.
Από διάφορες θέσεις, παρεμβαίνουν με αρθρογραφία και αρκετοί πανεπιστημιακοί.
Από τη συζήτηση απουσιάζει παντελώς ο ρόλος της Ανώτατης Εκπαίδευσης στη συνολική στρατηγική του κεφαλαίου, γιατί από όλες τις πλευρές γίνεται αποδεκτός. Αντίθετα, η ιδεολογική παρέμβαση της αστικής τάξης, ανεξάρτητα από το χρωματισμό της (παλιά και νέα σοσιαλδημοκρατία, φιλελεύθεροι κ.ά.), γύρω από ζητήματα π.χ. «δημοκρατίας στα πανεπιστήμια», επιδιώκει να συσκοτίσει την ταξική φύση του αστικού πανεπιστημίου, να ανοίξει δρόμους για μεγαλύτερη ενσωμάτωση του κινήματος, ενώ βρίσκει χώρο και ο οπορτουνισμός, για να κάνει τη γνωστή διαβρωτική δουλειά του. Δεν είναι, άλλωστε, μακριά ούτε το κίνημα «ανοιχτών σχολών», ούτε το «έξω τα κόμματα» κ.ά.

Τι αλλάζει τελικά;

Ποια είναι, όμως, η ουσία; Τι αλλάζει (όσο κι αν ακόμα δεν έχουμε σε τελική μορφή το πολυνομοσχέδιο, αλλά τις διάφορες εκδοχές του που έχουν κυκλοφορήσει);
Για να κρίνει κανείς επί της ουσίας ένα νόμο για τα πανεπιστήμια, θα πρέπει να δει τι πλαίσιο διαμορφώνεται για τη λειτουργία τους μετά την εφαρμογή του. Από τη σκοπιά αυτή, θα μπορέσει με πιο καθαρή ματιά να κρίνει και τη σημασία των προωθούμενων αλλαγών.
Ας κάνουμε, λοιπόν, ένα νοητικό πείραμα: Ας πούμε ότι ο νόμος έχει ψηφιστεί και διανύουμε την πρώτη ακαδημαϊκή χρονιά εφαρμογής του. Στο πανεπιστήμιο που λειτουργεί στη βάση των διατάξεων του νόμου Μπαλτά, λοιπόν, οι κατευθύνσεις της ΕΕ για την Παιδεία, που θέλει τη γνώση πανάκριβο εμπόρευμα και τους φοιτητές πελάτες, τα δε ΑΕΙ να λειτουργούν σαν επιχειρήσεις, παραμένουν σε ισχύ μέχρι κεραίας.
Ο φοιτητής θα βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με τον κατακερματισμό των σπουδών σε «κύκλους» διαφορετικών ταχυτήτων, με τη λογική των πιστοποιήσεων και της κινητικότητας, αφού παραμένει και προωθείται η στρατηγική για τη δημιουργία ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ) - άλλωστε, πριν από λίγες μέρες, η κυβέρνηση πανηγύριζε για τη συμφωνία στην πρόσφατη Σύνοδο των υπουργών Παιδείας των χωρών που συμμετέχουν στη διαδικασία της «Μπολόνια». Κι επειδή γίνεται σκυλοκαβγάς περί δήθεν επιχειρούμενου «GREXIT» από τον ΕΧΑΕ, χρειάζεται να τονίσουμε ότι στο κείμενο αναφέρεται ρητά ότι «ο αριθμός των διδακτικών μονάδων ισοδυναμεί με τις πιστωτικές μονάδες του ECTS». Ετσι, στα πλαίσια του «εθνικού πλαισίου προσόντων» που παραμένει, το πτυχίο θα μπαίνει στο ίδιο τσουβάλι με κάθε λογής «πιστοποιήσεις δεξιοτήτων» και «τίτλους σπουδών», για τη διαμόρφωση του εργασιακού προφίλ του νέου εργαζομένου, που θα διαγκωνίζεται για μια (συνήθως κακοπληρωμένη) δουλειά, στα διαλείμματα της ανεργίας. Αρα, η αναφορά ότι «το Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος οδηγεί σε ένα ενιαίο τίτλο σπουδών», είναι επί της ουσίας κενό γράμμα. Ακόμα κι αν πλέον ο φοιτητής δε θα διαγράφεται μετά το πέρας κάποιων εξαμήνων, παραμένει στο έλεος της ανεργίας, της εργασιακής ανασφάλειας, της αποσύνδεσης πτυχίου-επαγγέλματος.
Τα πανεπιστήμια θα είναι και πάλι δεσμευμένα στο πλαίσιο της επιχειρηματικής λειτουργίας, που προωθείται και υπό το μανδύα της «αριστείας», αφού η κυβέρνηση διατηρεί τη σύνδεση της τελικής τους χρηματοδότησης με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ειδικών στόχων και προτεραιοτήτων της επιχειρηματικής λειτουργίας και των «συμφωνιών προγραμματικού σχεδιασμού» (όπως έβαζε ο νόμος Διαμαντοπούλου). Αλλωστε, παραμένουν ως έχουν και οι προβλέψεις για «ανάπτυξη ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας» και άλλα παρόμοια ως πηγή πόρων. Επίσης, παραμένουν οι επώνυμες έδρες (χρηματοδοτούμενες από επιχειρήσεις, που παρεμβαίνουν έτσι απευθείας στο πρόγραμμα σπουδών), οι εταιρείες αξιοποίησης περιουσίας των Ιδρυμάτων, οι ΕΛΚΕ, οι ΜΟΔΙΠ, τα Γραφεία Διασύνδεσης και όλοι οι φορείς ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αλλωστε, αυτά ανήκουν στα 70 άρθρα του νόμου Διαμαντοπούλου, που η κυβέρνηση αποφάσισε να μην πειράξει (γιατί, άραγε;), όπως δήλωσε και ο κ. Μπαλτάς.

Περί «δημοκρατίας»

Στα πλαίσια της δημοσίας συζήτησης, το ζήτημα της «δημοκρατίας στα πανεπιστήμια» βρίσκεται στο επίκεντρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι φίλιες δυνάμεις υποστηρίζουν ότι η κατάργηση των Συμβουλίων Διοίκησης, οι αλλαγές στο άσυλο, καθώς και οι αλλαγές στον τρόπο εκλογής των διοικητικών οργάνων των πανεπιστημίων συνιστούν «δημοκρατική ανατροπή». Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;
Να θυμίσουμε ακόμα το εξής: Οι δυνάμεις και οι φίλοι του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, που τόσα χρόνια, με τη δράση τους στο κίνημα, αναδείκνυαν και αυτές τις πλευρές ως στόχους διεκδίκησης, ξεκίναγαν από διαφορετική αφετηρία. Για εμάς, ούτε το πανεπιστήμιο του νόμου-πλαίσιο του ΠΑΣΟΚ το '82, ούτε το πανεπιστήμιο του νόμου Γιαννάκου, ούτε του νόμου Διαμαντοπούλου είναι το πανεπιστήμιο για το οποίο αγωνιζόμαστε. Γι' αυτό και η κριτική μας στις διάφορες πτυχές των εκάστοτε νόμων ξεκινά από την αντιπαράθεση με τη συνολική λογική που τους διέπει, με την προβολή των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων. Μόνο με μια τέτοια λογική, το κίνημα μπορεί να αποτρέψει σχεδιασμούς, να παρεμποδίσει νέα μέτρα, ακόμα και να αποσπά κατακτήσεις. Μόνο έτσι το κίνημα μπορεί να προστατεύεται από δήθεν «φίλους» που του χτυπάνε την πλάτη, για να βρουν το σημείο που θα βάλουν το μαχαίρι.
Για παράδειγμα, εναντιωνόμασταν στα Συμβούλια Διοίκησης, στη βάση της αντίθεσής μας στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο κι όχι «φετιχοποιώντας» τα. Δεν τα αντιπαλεύαμε για να περάσουν οι αρμοδιότητές τους στους πρυτάνεις, άλλοι τα είχαν τακιμιάσει με δαύτους και ήθελαν να σύρουν το κίνημα πίσω από τους σκοπούς τους. Αλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν από την ψήφιση του νόμου Διαμαντοπούλου μέχρι τώρα, έχουν ήδη διαφανεί οι δυσλειτουργίες που επέφερε το μέχρι σήμερα ισχύον θεσμικό πλαίσιο, είχε αντικειμενικά ανακύψει η ανάγκη αλλαγών. Αυτό λύνει ο νόμος Μπαλτά. Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικές οι τοποθετήσεις όσων κάνουν λόγο για την ανάγκη να υιοθετηθούν οι βέλτιστες σχετικές διεθνείς πρακτικές, όπως και οι δηλώσεις του υπουργού ότι αναζητά τρόπο να επαναφέρει τα Συμβούλια σε νέα βάση.
Τέτοια ζητήματα λειτουργικότητας επιλύονται τόσο με την επαναφορά αρμοδιοτήτων στα Τμήματα και τους Τομείς, όσο και με τις αλλαγές στους τρόπους εκλογής μελών ΔΕΠ (βέβαια, παραμένει η πολυδιάσπαση των εργασιακών σχέσεων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού, όσο και τα τεράστια κενά που δεν προβλέπεται η κάλυψή τους).
Η καθολική συμμετοχή στις εκλογές για τα όργανα δε θα αλλάξει το χαρακτήρα και τον προσανατολισμό του πανεπιστημίου. Αλλωστε, κάτι τέτοιο δεν έγινε ούτε όταν εφαρμόστηκε από το νόμο Γιαννάκου, επί κυβέρνησης Καραμανλή. Δεν παραιτούμαστε, όμως, επ' ουδενί από το δικαίωμα των συλλογικών οργάνων να παρεμβαίνουν συντεταγμένα, για να προωθούν τους στόχους του κινήματος από κάθε βήμα που έχουν στη διάθεσή τους. Τα αλισβερίσια και τα τερτίπια, για να ενσωματώσουν στην υποστήριξη της προώθησης των αναδιαρθρώσεων και να αποσπάσουν συναίνεση στη στρατηγική του κεφαλαίου που προωθούν οι αστικές κυβερνήσεις με οποιαδήποτε σύνθεση, πρέπει να βρουν το κίνημα έτοιμο να τα απαντήσει, αξιοποιώντας κάθε μέσο που του δίνεται και που μπορεί να αξιοποιήσει.
Οσο για το άσυλο, εδώ πραγματικά διαστρεβλώνεται η πραγματικότητα: Δεν αλλάζει ουσιαστικά τίποτε, παραμένουν αυτούσια τα προβλεπόμενα στο νόμο Διαμαντοπούλου κι απλά, στα πλαίσια της «δημιουργικής ασάφειας», προστίθεται ένας ορισμός, που όμως αφήνει πολλά «παραθυράκια» για ερμηνείες. Για παράδειγμα, τι σημαίνει «προστασία του δικαιώματος στην εργασία έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει»; Μια περιφρούρηση απεργίας διοικητικών υπαλλήλων ή καθαριστριών ή εργαζομένων σε ένα ερευνητικό εργαστήριο αποτελεί κατάλυση του ασύλου; Το άσυλο για το ταξικό κίνημα έχει συγκεκριμένο προσδιορισμό, αφορά τους σκοπούς και τις διαδικασίες του και ο τρόπος για την υπεράσπισή του είναι υπόθεση δική του. Επί της ουσίας, άσυλο και επιχειρηματική δραστηριότητα είναι έννοιες ασύμβατες. Οπως, επίσης, εχθρικές προς το κίνημα είναι και οι κάθε λογής πρακτικές και σχεδιασμοί για την υπονόμευσή του από διάφορα κέντρα και με διάφορες πλάτες.

Εν κατακλείδι

Το συμπέρασμα είναι ότι οι διατάξεις του πολυνομοσχεδίου για την Ανώτατη Εκπαίδευση επιδιώκουν να θέσουν σε πιο λειτουργικές βάσεις το πανεπιστήμιο-επιχείρηση, που δομείται μέσω αλλεπάλληλων αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων, με κορύφωση ως τώρα τον προηγούμενο νόμο-πλαίσιο, το ν. 4009/2011. Ταυτόχρονα, υιοθετώντας κάποιες δευτερεύουσες διεκδικήσεις του προηγούμενου διαστήματος, η κυβέρνηση επιδιώκει να ενσωματώσει το κίνημα.
Είναι προφανές ότι το ΚΚΕ θα υποστηρίξει, και με τη στάση του στη συζήτηση για το πολυνομοσχέδιο στη Βουλή, όλες τις διεκδικήσεις των αγώνων του φοιτητικού κινήματος, των εργαζομένων στα πανεπιστήμια, των πανεπιστημιακών δασκάλων, που ασφυκτιούν και εναντιώνονται στο «Πανεπιστήμιο ΑΕ» που το πολυνομοσχέδιο ανακαινίζει.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο και καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια, με τη συμβολή μας και μέσα από τη δράση των κομμουνιστών στο κίνημα, όπως όλα αυτά τα χρόνια, ώστε να αλλάξει συθέμελα αυτή η κατάσταση. Να ανατραπεί η στρατηγική που επιτάσσει τη σύμπλευση των Ανώτατων Ιδρυμάτων με τις επιχειρήσεις, που καθορίζει τόσο την ποιότητα και το χαρακτήρα των σπουδών, όσο και την παραγωγή επιστημονικού δυναμικού και ερευνητικών αποτελεσμάτων μακριά από τις λαϊκές ανάγκες ή ακόμα και σε σύγκρουση με αυτές.

Του
Δημήτρη ΚΟΙΛΑΚΟΥ*
*Ο Δημήτρης Κοιλάκος είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας και Ερευνας της ΚΕ του ΚΚΕ