Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ Φρίντριχ Ένγκελς: Φλογερός μαχητής, οδηγός του διεθνούς προλεταριάτου

Φρ. Ένγκελς: Τεράστιο το θεωρητικό και το πρακτικό επαναστατικό του έργο
Σύντομη σκιαγράφηση της ζωής και του έργου του Φρ. Ένγκελς
 Ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης υφαντουργίας. Το γεγονός αυτό οδήγησε την κόρη του Μαρξ, Ελεονόρα Μαρξ - Έβελινγκ, να παρατηρήσει πολύ εύστοχα ότι «ποτέ δε γεννήθηκε σε τέτοιου είδους οικογένεια γιος που να ξεστρατίσει τόσο» («Στρατηγός, Αναμνήσεις για τον Ένγκελς», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
 Ο Ένγκελς φοίτησε στο κολέγιο της Βάδης και έπειτα στο λύκειο της Έλμπερφελντ, αλλά δεν αποφοίτησε. Άφησε την τελευταία τάξη, αν και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο, αφού ο πατέρας του είχε διαφορετική γνώμη. Τον ήθελε να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις της οικογένειας. Υποχρεώθηκε έτσι να εγκαταλείψει τις σπουδές και να δουλέψει για ένα χρόνο περίπου στο γραφείο του πατέρα του και στη συνέχεια στη Βρέμη, από τα 1838 έως τα 1841 σ' ένα μεγάλο εμπορικό οίκο. Στη Βρέμη συνδέεται με έναν όμιλο ριζοσπαστών διανοουμένων, τη «Νέα Γερμανία», και συνεργάστηκε στο «Γερμανικό Τηλέγραφο». Έτσι άρχισε να διαβάζει τη γερμανική Φιλοσοφία και ιδιαίτερα τα έργα του Χέγκελ.
 Την άνοιξη του 1841, ο Ένγκελς έφυγε από τη Βρέμη για το Βερολίνο, όπου υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και στον ελεύθερο χρόνο του παρακολουθούσε μαθήματα στο πανεπιστήμιο της πόλης, με αποτέλεσμα να προσχωρήσει στο ρεύμα των νεοχεγκελιανών, το ρεύμα, δηλαδή, των οπαδών του Χέγκελ, που προσπαθούσαν από τη φιλοσοφία του να βγάλουν επαναστατικά και αθεϊστικά συμπεράσματα. Από το Μάρτη έως το Δεκέμβρη του 1842, υπήρξε συνεργάτης της «Εφημερίδας του Ρήνου», διευθυντής της οποίας, τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, έγινε ο Μαρξ. Ένα μήνα μετά, στα τέλη του Νοέμβρη, οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στα γραφεία της εφημερίδας στην Κολωνία, αλλά εκείνη η συνάντηση δεν έμελλε να είναι αυτή που σημάδεψε τη ζωή τους.
 Το Μάρτη του 1842, ο Ένγκελς δημοσίευσε την μπροσούρα «Ο Σέλιγκ και η αποκάλυψη», όπου υποβάλλει σε μια ολόπλευρη κριτική τις αντιδραστικές, μυστικιστικές αντιλήψεις του ιδεαλιστή φιλοσόφου Σέλιγκ. Μετά τη στρατιωτική του θητεία, ο Ένγκελς πήγε στην Αγγλία, στο Μάντσεστερ. Εκεί έρχεται σε επαφή με το εργατικό κίνημα της εποχής και τις σοσιαλιστικές ιδέες, όπως εκφράζονταν από το κίνημα των χαρτιστών και τον ουτοπικό σοσιαλισμό του Ρόμπερτ Όουεν. Στην Αγγλία, λόγω των αντικειμενικών συνθηκών (βιομηχανική επανάσταση, πλήρης ανάπτυξη του καπιταλισμού), μελετά την κατάσταση της εργατικής τάξης της Αγγλίας.
 Το 1844, ο Ένγκελς δημοσίευσε, στα «Γαλλογερμανικά Χρονικά» που διηύθυνε ο Μαρξ και έβγαιναν στο Παρίσι, μια «Κριτική μελέτη πάνω στην Πολιτική Οικονομία». Ο Μαρξ χαρακτήρισε αυτό το άρθρο σαν αριστοτεχνική σκιαγράφηση μιας νέας Πολιτικής Οικονομίας. Στα τέλη Αυγούστου του 1844, ο Ένγκελς έφυγε από το Μάντσεστερ και γύρισε στη Γερμανία, περνώντας από το Παρίσι, όπου και συνάντησε τον Μαρξ. Από δω, άρχισε η φιλία των δύο μεγάλων ηγετών του προλεταριάτου, φιλία για την οποία ο Λένιν είπε ότι ξεπερνάει «όλους τους θρύλους, και τους πιο συγκινητικούς θρύλους των αρχαίων, τους σχετικούς με τη φιλία των ανθρώπων» (Λένιν: «Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς»). Στο Παρίσι, ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραψαν μαζί το έργο «Η Αγία Οικογένεια», που καταφερόταν ενάντια στους Νεοχεγκελιανούς και που βάζει τα θεμέλια της επαναστατικής υλιστικής αντίληψης για την ιστορία και την προοπτική του σοσιαλισμού.
 Το 1845, ο Ένγκελς γυρίζει στη Γερμανία και δημοσιεύει το σπουδαίο έργο του «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», αποτέλεσμα των εκεί ερευνών και μελετών του. Σ' αυτό το έργο, σύμφωνα με τον Λένιν, «ο Ένγκελς απέδειξε πρώτος ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνον η τάξη που υποφέρει», αλλά και ότι «το προλεταριάτο, στους αγώνες του, θα βοηθήσει μόνο του τον εαυτό του» (Λένιν: «Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς»).
 Την άνοιξη του 1845, ο Ένγκελς εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες, όπου κατοικούσε τότε ο Μαρξ. Έγραψαν μαζί τη «Γερμανική Ιδεολογία», ασκώντας κριτική στη φιλοσοφία του Φόυερμπαχ, στις απόψεις των νεοχεγκελιανών και τον «αληθινό σοσιαλισμό», αντιδραστικό ιδεολογικό ρεύμα στη Γερμανία, σύμφωνα με το οποίο δε χρειαζόταν η ανάπτυξη της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης, υποχρεώνοντάς την έτσι στο συμβιβασμό.
 Από το 1845 έως το 1847, ο Ένγκελς έζησε ανάμεσα στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι, συνεχίζοντας τις επιστημονικές του μελέτες και την πρακτική του δράση μέσα στους εργάτες.
 Όπως και ο Μαρξ, ήρθε κι αυτός σ' επαφή με την οργάνωση «Ένωση Κομμουνιστών», η οποία ήταν περισσότερο συνδικαλιστική παρά πολιτική. Με τον Μαρξ συνεργάζονται δραστήρια για την προετοιμασία του Β` Συνεδρίου της οργάνωσης, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε καθαρά πολιτικό κόμμα, στα 1847. Η σημαντικότερη συμβολή τους ήταν η επεξεργασία του πρώτου στην ιστορία Προγράμματος προλεταριακού κόμματος, που έμεινε στην ιστορία ως «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Ο Ένγκελς έγραψε τις «Βάσεις του Κομμουνισμού», που ήταν ένα προσχέδιο του προγράμματος της «Ένωσης Κομμουνιστών».
 Όταν ξέσπασε στη Γαλλία η επανάσταση του 1848, ο Ένγκελς ακολουθεί στο Παρίσι τον Μαρξ, που τον είχαν εξορίσει από τις Βρυξέλλες. Στις αρχές του Απρίλη του 1848, άρχισε η επανάσταση στη Γερμανία. Ο Ένγκελς μαζί με τον Μαρξ φεύγουν από το Παρίσι για την Κολωνία, όπου αναλαμβάνουν τη διεύθυνση της «Νέας Εφημερίδας του Ρήνου» και αρχίζουν μια σπουδαία επαναστατική δράση. Εκεί εκδίδεται ένταλμα συλλήψεως εναντίον των συντακτών της «Νέας Εφημερίδας του Ρήνου» και ο Ένγκελς φεύγει για τις Βρυξέλλες, όπου τον συλλαμβάνουν, τον ρίχνουν στη φυλακή και αργότερα τον εξορίζουν. Τον Οκτώβρη φτάνει στο Παρίσι και από κει καταφεύγει στην Ελβετία και μόνο το Γενάρη του 1849 επιστρέφει στην Κολωνία. Ύστερα από λίγο, αυτός και ο Μαρξ παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη με την κατηγορία της «προσβολής κατά του καθεστώτος». Κατά τη δίκη, οι κατηγορούμενοι γίνονται κατήγοροι και το δικαστήριο αναγκάζεται να τους απαλλάξει. Ο Ένγκελς παίρνει μέρος στην ένοπλη λαϊκή εξέγερση και, όταν αυτή καταστέλλεται, περνάει στο ελβετικό έδαφος με τις τελευταίες επαναστατικές μονάδες. Έτσι, μετά από πρόσκληση του Μαρξ, πηγαίνει στο Λονδίνο.
 Ο Ένγκελς γενικεύει την πείρα της επαναστατικής περιόδου του 1848-1849 στη Γερμανία σε δύο έργα του, «Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία», που δημοσιεύτηκε το 1850, και «Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία» (1851-1852), που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Μαρξ. Σ' αυτό το έργο του, ο Ένγκελς στρέφει την προσοχή του στη μελέτη των ζητημάτων της ένοπλης εξέγερσης.
 Το Νοέμβρη του 1850 εγκαθίσταται στο Μάντσεστερ, όπου εργάζεται σαν περιοδεύων αντιπρόσωπος ενός εμπορικού οίκου, στον οποίο έγινε αργότερα συνεταίρος. Ασχολείται και πάλι μ' αυτό το «καταραμένο εμπόριο», για να μπορεί να βοηθάει οικονομικά τον Μαρξ. Στο διάστημα της παραμονής του στο Μάντσεστερ, ο Ένγκελς έγραψε πολλά, σχετικά με στρατιωτικά θέματα, για τα οποία έδειχνε ζωηρό ενδιαφέρον. Ο Λένιν θεωρούσε τον Ένγκελς σαν ένα μεγάλο εμπειρογνώμονα στα στρατιωτικά ζητήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι του έδωσαν το προσωνύμιο «Στρατηγός».
 Μέσα στους κόλπους της Α` Διεθνούς, ο Ένγκελς και ο Μαρξ αγωνίζονται ενάντια στους προυντονιστές, στους μπακουνιστές και τους άλλους εχθρούς της Διεθνούς. Το φθινόπωρο του 1870, ο Ένγκελς εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου εκλέγεται μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Α` Διεθνούς. Μετά τη διάλυση της Α` Διεθνούς, ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξακολουθούν να παρακολουθούν και να συμμετέχουν δραστήρια στο εργατικό κίνημα, με πρωταρχικό ζήτημα την πάλη ενάντια στα οπορτουνιστικά ρεύματα μέσα στο εργατικό κίνημα, όπου διεξάγεται οξύτατη διαπάλη.
 Αυτήν ακριβώς την εποχή, ο Ένγκελς έγραψε τα άρθρα ενάντια στον Ντύρινγκ, που αργότερα, δηλαδή το 1877-1878, συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύτηκαν σε βιβλίο με τον τίτλο «Αντι-Ντύρινγκ». Σ' αυτό το έργο, ο Ένγκελς αναλύει τα πιο σημαντικά προβλήματα της Φιλοσοφίας, των Φυσικών και των Κοινωνικών Επιστημών. Είναι μια συντομογραφία του μαρξισμού με τα τρία συστατικά του μέρη, Φιλοσοφία, Πολιτική Οικονομία, Επιστημονικός Κομμουνισμός. Ταυτόχρονα, ο Ένγκελς ασχολείται με τη μελέτη των Φυσικών Επιστημών και των Μαθηματικών. Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας βρίσκονται συμπυκνωμένα στο περίφημο έργο του «Διαλεκτική της Φύσης».
 Μετά το θάνατο του Μαρξ, ο Ένγκελς αναλαμβάνει να εκδώσει το δεύτερο και τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου», που ο Μαρξ δεν μπόρεσε ν' αποτελειώσει. Ο δεύτερος τόμος κυκλοφόρησε το 1885 και ο τρίτος με δικές του συμπληρώσεις, απαραίτητες για την έκδοσή του, το 1894. Μ' αυτήν την εργασία του, ο Ένγκελς ανήγειρε, στον μεγαλοφυή φίλο του, ένα μεγαλόπρεπο μνημείο. Την ίδια περίοδο, έγραψε την «Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Το 1888 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας». Έργο που δίνει ολοκληρωμένα τη μαρξιστική αντίληψη για το Διαλεκτικό και Ιστορικό Υλισμό.
 Την εποχή αυτή αναπτύσσεται ένα ιδεολογικό ρεύμα στους κόλπους του γερμανικού σοσιαλισμού, που υπερέβαλε σχετικά με το ρόλο της οικονομικής βάσης στην ιστορική εξέλιξη και οδηγούσε σε παθητική θεώρηση της ιστορίας, στην υποτίμηση του ρόλου των ιδεών, της πολιτικής, της ταξικής πάλης του προλεταριάτου για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Η ερμηνεία αυτή, έγραφε ο Ένγκελς στον Μέρινγκ, πηγάζει από «μία χυδαία και όχι διαλεκτική αντίληψη του αιτίου και του αποτελέσματος, από την αντίληψη να θεωρούνται αντίθετα το ένα προς το άλλο, από την απόλυτη άγνοιά τους για την αμοιβαία αλληλοεπίδραση του ενός πάνω στο άλλο. Αυτοί οι κύριοι λησμονούν εντελώς, και συχνά εκ προθέσεως, ότι, από τη στιγμή που, υπό την αντίδραση των οικονομικών συνθηκών, θα προκύψει ένα ιστορικό γεγονός, το γεγονός τούτο θα αντιδράσει με τη σειρά του και θα επιδράσει τόσο στο περιβάλλον του όσο και πάνω στα αίτια που το προκάλεσαν».
 Σε διάφορα γράμματά του εκείνη την περίοδο, ο Ένγκελς καταπιάνεται με το θέμα της αλληλοεπίδρασης της βάσης και του εποικοδομήματος και φανερώνει τις ειδικές συνθήκες ανάπτυξης της ιδεολογίας (Φιλοσοφία, Θρησκεία, Τέχνη), χωρίς συσχετισμό με την οικονομία, κατακρίνει τους «μαρξιστές!..», που, παίρνοντας μερικά γενικά πασαλείμματα από τον Ιστορικό Υλισμό, δεν κάνουν τον κόπο να μελετήσουν στις λεπτομέρειές τους τα συγκεκριμένα περιστατικά της ιστορίας.
 Από την αρχή της πολιτικής του δράσης έως το τέλος της ζωής του, ο Ένγκελς υπήρξε ένας φλογερός μαχητής της επανάστασης, ο αναμφισβήτητος αρχηγός και οδηγός του διεθνούς προλεταριάτου, ο καλύτερος ερμηνευτής των ταξικών του συμφερόντων. Πολέμησε αδυσώπητα τον οπορτουνισμό μέσα στο πνεύμα των εργατών, ξεσκέπαζε με θάρρος και έκρινε με αυστηρότητα τα σφάλματά τους, προσανατόλιζε τη δράση τους προς τον επαναστατικό δρόμο. «Έπειτα από το θάνατο του Μαρξ, έγραψε ο Λένιν, ο Ένγκελς υπήρξε ο αδιαφιλονίκητος σύμβουλος και οδηγός των σοσιαλιστών της Ευρώπης» («Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς»).
 Ο Λένιν υπογράμμιζε πως ο μαρξισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί και εκτεθεί ολοκληρωτικά, χωρίς να υπολογίζονται η συμβολή και όλα τα έργα του Φρ. Ένγκελς. Βεβαίως, ο Ένγκελς, αν και συνδημιουργός της επιστημονικής κοσμοθεωρίας του προλεταριάτου, είχε διαφορετική άποψη. Έτσι, σε μια υποσημείωση στο έργο του «Ο Λ. Φόυερμπαχ...», με σεμνότητα και μετριοφροσύνη, γράφει: «Ας μου επιτραπεί μία προσωπική διασάφηση. Τελευταία, μίλησαν πολλές φορές για τη συμβολή μου σ' αυτήν τη θεωρία, κι έτσι δεν μπορώ να μην πω εδώ τα λίγα εκείνα λόγια που εξαντλούν το ζήτημα. Δεν μπορώ ούτε ο ίδιος να αρνηθώ ότι πριν, και στο διάστημα της σαραντάχρονης συνεργασίας μου με τον Μαρξ, έχω κι εγώ κάποιο ανεξάρτητο μερτικό στο θεμέλιωμα της θεωρίας και ιδιαίτερα στην επεξεργασία της. Όμως, το μεγαλύτερο μέρος από τις κατευθυντήριες βασικές ιδέες, ιδιαίτερα στον οικονομικό και ιστορικό τομέα και ειδικά στην τελική τους αυστηρή διατύπωση, ανήκουν στον Μαρξ. Εκείνο που πρόσφερα εγώ, αν εξαιρέσουμε, βέβαια, μερικούς ειδικούς κλάδους, μπορούσε βέβαια να το 'χει κάνει ο Μαρξ χωρίς εμένα. Ό,τι έδωσε ο Μαρξ, δε θα το κατάφερνα εγώ μοναχός. Ο Μαρξ στεκόταν πιο ψηλά, έβλεπε πιο μακριά και το βλέμμα του αγκάλιαζε περισσότερα και ταχύτερα από όλους εμάς τους άλλους. Ο Μαρξ ήταν μεγαλοφυΐα, εμείς οι άλλοι, πολύ - πολύ, να 'μασταν ταλέντα. Χωρίς αυτόν, η θεωρία δε θα ήταν σήμερα καθόλου αυτή που είναι. Γι' αυτό δίκαια φέρνει το όνομά του».

Σύνδεσμοι σε κείμενα του Ένγκελς που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της ΚΟΜΕΠ

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Κυκλοφόρησε το 4ο τεύχος της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» για το 2015




    Το εξώφυλλο του 4ου τεύχους της ΚΟΜΕΠ

Στο 4ο τεύχος της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» για το 2015 μπορείτε να διαβάσετε: 
Κομματική Οικοδόμηση 
  • Λουίζας Ράζου: Πλευρές της καθοδηγητικής δουλειάς για την οικοδόμηση και τη στρατολογία
  • Πέτρου Αλέπη: Πείρα και βασικά συμπεράσματα της ΚΟΑ για την οικοδόμηση του Κόμματος
  • Ζήση Λυμπερίδη: Για την κομματική οικοδόμηση στην Κεντρική Μακεδονία
  • Αρχειακό υλικό: «Νίκου Ζαχαριάδη: Ανάλυση της κατάστασης και καθορισμός της γραμμής»
Πολιτισμός 
  • Λουκά Αναστασόπουλου: Ντμίτρι Σοστακόβιτς: Κουαρτέτο Νο. 8
  • Βασίλη Μόσχου: Η 9η Μάη 1945 στην ελληνική λογοτεχνία
Βιβλιοπαρουσίαση 
  • Κομμουνιστικές λογοτεχνικές εκδόσεις

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Οικονομικές αντιθέσεις τροφοδοτούν πολιτικές αντιπαραθέσεις


Αποσπάσματα από το άρθρο της Σύνταξης της ΚΟΜΕΠ στο 4ο τεύχος του 2015 (Ιούλη - Αυγούστου) που πρόκειται να κυκλοφορήσει

Τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Η ΕΚΤ είχε αρνηθεί να αυξήσει τη ρευστότητα προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, οι τράπεζες είχαν κλείσει και η ανάληψη χρημάτων από τα ATM ήταν στο όριο των 60 ευρώ ημερησίως, με αμφίβολη δυνατότητα πραγματοποίησής της, είχε μόλις λήξει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα για την Ελλάδα, ενώ είχε παρέλθει για το ελληνικό κράτος και η προθεσμία αποπληρωμής των συγκεντρωμένων δόσεων προς το ΔΝΤ. Την ίδια στιγμή, είχαν ξεκινήσει και πάλι οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Λίγες μέρες πριν, είχε ψηφιστεί στη Βουλή από ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Χρυσή Αυγή η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, με ερώτημα που να διευκολύνει τις κυβερνητικές επιδιώξεις απόσπασης της λαϊκής συναίνεσης στη δική της αντιλαϊκή πρόταση. Από την άλλη, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι καλούσαν σε ανοιχτή στήριξη των αντιλαϊκών μέτρων που περιέχονται στην πρόταση των συμμάχων της κυβέρνησης, των ΔΝΤ - ΕΚΤ - ΕΕ.
Το ΚΚΕ από την πλευρά του καλούσε τον ελληνικό λαό να αντιπαλέψει και μέσω του δημοψηφίσματος τον αντιλαϊκό εκβιασμό των δύο πλευρών, απορρίπτοντας και τους δύο τρόπους καρατόμησης των δικαιωμάτων και επιδείνωσης της ζωής του. Ταυτόχρονα, πρωτοστατούσε στην οργάνωση της πάλης, με στόχο να μην αποδεχτούν οι εργαζόμενοι την επιταχυνόμενη επιδείνωση της ζωής τους με τα όρια αναλήψεων, τη μη καταβολή στο ακέραιο των συντάξεων, τις μη καταβολές μισθών, τις υποχρεωτικές άδειες στον ιδιωτικό τομέα κ.λπ.
[...] Τόσο η προπαγάνδα των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - XA όσο και αυτή των ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι αποκρύβει την ουσία των εξελίξεων, ενώ βασίζεται σε κοινές αποδοχές, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των θέσεων και της επιχειρηματολογίας των αστικών κομμάτων. Και τα δύο μπλοκ αστικών κομμάτων κάνουν λόγο για «εθνικούς στόχους», «εθνικούς κινδύνους», «εθνική περηφάνια» κ.λπ., προσδίδοντας το καθένα διαφορετικό περιεχόμενο στις φράσεις αυτές. Πιο συγκεκριμένα, το μπλοκ ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - ΧΑ αναδεικνύει ως εθνικό στόχο την αναγκαιότητα αντιπαράθεσης της Ελλάδας με τους δανειστές της και επανάκτησης της «εθνικής κυριαρχίας» της, ενώ το μπλοκ ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - Ποτάμι αναδεικνύει ως τέτοιο την «ευρωπαϊκή πορεία της χώρας». Ταυτόχρονα, και οι δύο με μία φωνή, αντιπαρατίθενται για το ποιο είναι το πιο επωφελές σχέδιο για την «εθνική οικονομία», δηλαδή για την καπιταλιστική οικονομία.
Και οι δύο απόψεις αποκρύπτουν ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι ενιαία και κατ' επέκταση δεν υπάρχει κανένα ενιαίο εθνικό συμφέρον για όλους τους Ελληνες κόντρα σε κάποιο - εξίσου ανύπαρκτο - ενιαίο συμφέρον των Γερμανών, των Αμερικανών κ.λπ. Στην αντιπαράθεση αυτή δε συγκρούονται γενικώς έθνη, αλλά τα τμήματα εκείνα του κάθε έθνους που έχουν στα χέρια τους την οικονομική κυριαρχία και την πολιτική εξουσία, δε συγκρούονται λαοί, αλλά επιχειρηματικοί όμιλοι.
Ωστόσο, ιδιαίτερος σχολιασμός απαιτείται για τις αναφορές των ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Χρυσής Αυγής περί «εθνικής πάλης κατά των διεθνών τοκογλύφων», περί της «πάλης της μικρής Ελλάδας έναντι των ισχυρών κρατών που μας καταδυναστεύουν» κ.λπ. Στην ουσία, αυτές οι αντιλήψεις αποκρύπτουν το κύριο, τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, ενώ προβάλλουν ως κύρια μία υπαρκτή αλλά παράγωγη πλευρά, την ανισοτιμία στις σχέσεις του ελληνικού καπιταλισμού με αυτόν των πιο ισχυρών κρατών. Αυτές οι απόψεις αποκρύπτουν ότι στον καπιταλισμό οι σχέσεις μεταξύ των κρατών και διακρατικών ενώσεων αναπτύσσονται πάντα με βάση την αρχή της ισχύος, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζονται από ανισοτιμία, η οποία μπορεί να καταργηθεί μόνο με την κατάργηση των καπιταλιστικών και την οικοδόμηση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Προτάσσουν τον υπαρκτό εκβιασμό που ασκούν στο ελληνικό αστικό κράτος τα πιο ισχυρά κράτη, με στόχο την απόκρυψη του εκβιασμού που ασκεί η αστική εξουσία στην εργατική τάξη της Ελλάδας, για να αποδεχτεί την περαιτέρω επιδείνωση της ζωής της προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας.
Η απόκρυψη του διαχωρισμού της ελληνικής κοινωνίας σε κοινωνικές τάξεις με αντιμαχόμενα συμφέροντα και η προβολή των συμφερόντων της αστικής τάξης ως εθνικών γίνεται και μέσω της αγιοποίησης της αστικής δημοκρατίας. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δηλώνουν ότι υπερασπίζονται τη δημοκρατία έναντι των αγορών και την πολιτική έναντι της οικονομίας. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική είναι αντιεπιστημονική, αφού οι σχέσεις παραγωγής αποτελούν τη βάση της κοινωνίας, πάνω στην οποία υψώνεται και το πολιτικό εποικοδόμημα. Η αστική δημοκρατία αποτελεί την πολιτική μορφή που προσιδιάζει περισσότερο απ' όλες τις άλλες στην καπιταλιστική βάση της κοινωνίας και σε καμία περίπτωση δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτήν. Ο αντιλαϊκός χαρακτήρας της αστικής δημοκρατίας δεν απορρέει από τη σύγκρουσή της με την καπιταλιστική αγορά, αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι την υπηρετεί.
Η ίδια απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική γίνεται και μέσω της προβολής του δημοψηφίσματος ως μέσου έκφρασης της λαϊκής βούλησης. Η συγκυβέρνηση και τα υπόλοιπα αστικά κόμματα προσπαθούν να πείσουν το λαό ότι μπορεί να υπάρξει πραγματικά «καθαρή και ανόθευτη» έκφραση της λαϊκής βούλησης εντός του καπιταλισμού και μάλιστα με πρωτοβουλία του ίδιου του αστικού κράτους. Αποκρύπτουν ότι τα δημοψηφίσματα στον καπιταλισμό έχουν ως μοναδικό σκοπό την απόσπαση της λαϊκής συναίνεσης στους διάφορους σχεδιασμούς της αστικής εξουσίας. Αυτό αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι το ίδιο το ερώτημα, όπως και ο χρόνος διεξαγωγής, αποφασίζεται κάθε φορά από τα ίδια τα αστικά κράτη, ενώ - όπως έχει αποδειχτεί πολλές φορές στο παρελθόν - όταν το αποτέλεσμα δεν είναι της αρεσκείας των διοργανωτών του, όχι μόνο δε γίνεται σεβαστό, αλλά επαναλαμβάνεται μέχρι να προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, λοιπόν, μεταξύ των φορέων της αστικής πολιτικής τροφοδοτούνται - χωρίς να χάνουν και τη σχετική τους αυτοτέλεια - από τις αντίστοιχες οικονομικές αντιθέσεις. Ιστορικά, μάλιστα, έχει αποδειχτεί ότι η όξυνση αυτών των αντιθέσεων μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις, αυξάνοντας την πίεση ενσωμάτωσης του εργατικού - λαϊκού κινήματος και στοίχισής του πίσω από τον έναν ή τον άλλο πόλο αυτών των αντιθέσεων.
Αντίβαρο σε αυτήν την πίεση μπορεί να αποτελέσει μόνο η παρέμβαση του επαναστατικού, εργατικού κόμματος, δηλαδή του κομμουνιστικού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να επιλέγει κάθε φορά τον κατάλληλο τρόπο με τον οποίο θ' αξιοποιεί τις ενδοαστικές και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, για να ενισχύει την αντεπίθεσή του στο σύνολο των αστικών δυνάμεων, αποτρέποντας την ενσωμάτωση όσο το δυνατόν περισσότερων εργατικών δυνάμεων. Τέτοιου είδους δράση αναπτύσσει αυτές τις μέρες το ΚΚΕ, τόσο με τον τρόπο παρέμβασής του στο δημοψήφισμα, όσο και με την οργάνωση της καθημερινής πάλης των εργαζομένων ενάντια στην επιδείνωση της ζωής τους.

Για τα περιεχόμενα του τεύχους
Σε αυτήν την αναγκαιότητα ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος με σύγχρονη επαναστατική στρατηγική, με γερές Οργανώσεις, με δεσμούς με εργατικές - λαϊκές μάζες, είναι αφιερωμένο το παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ.
Το άρθρο με τίτλο «Πλευρές της καθοδηγητικής δουλειάς για την οικοδόμηση και τη στρατολογία»αναφέρεται στη σημασία αυτών των ζητημάτων για ένα κόμμα που παλεύει για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να λειτουργούν και να δρουν οι Κομματικές Οργανώσεις, έτσι ώστε να κατακτάνε το σύνολο των χαρακτηριστικών που αποδίδονται με τον όρο κομματική οικοδόμηση, στα οποία ανήκει και το ζήτημα της στρατολογίας πρωτοπόρων εργατών. Αναφέρεται επίσης στη σχετική θετική και αρνητική πείρα του Κόμματος και ιδιαίτερα στην παρέμβαση στους νέους εργαζόμενους και τις γυναίκες.
Το άρθρο με τίτλο «Πείρα και βασικά συμπεράσματα της ΚΟΑ για την οικοδόμηση του Κόμματος»επίσης παρουσιάζει τη στρατολογία ως μέρος της κομματικής οικοδόμησης, αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία της Αττικής, τόσο για την αστική όσο και για την εργατική τάξη. Αναφέρεται στην εμπειρία από τη δράση της Κομματικής Οργάνωσης Αττικής, στις ιδιαίτερες προκλήσεις που έθεσε η καπιταλιστική κρίση και οι συνέπειές της, στην αναγκαιότητα ενιαίου σχεδίου οικοδόμησης και στρατολογίας σε όλη την Αττική, στην πείρα των ομάδων δουλειάς για την παρέμβαση στους χώρους εργασίας, στο συνδυασμό κομματικής και συνδικαλιστικής δουλειάς, στη δουλειά των ΚΟΒ με τον περίγυρο, ειδικότερα με τους συναγωνιστές που ξεχωρίζουν ως υποψήφιους για στρατολογία στο Κόμμα.
Το άρθρο με τίτλο «Για την κομματική οικοδόμηση στην Κεντρική Μακεδονία» μεταφέρει τη σχετική πείρα. Κωδικοποιεί τους σχεδιασμούς και τις ιεραρχήσεις της αστικής τάξης για την περιοχή και παρουσιάζει την αντίστοιχη ιεράρχηση της διάταξης των κομματικών δυνάμεων. Αναφέρει τα βήματα που σημειώνονται, αλλά και τις αδυναμίες στην παρέμβαση των Οργανώσεων του Κόμματος, ενώ θέτει τη βελτίωση της εσωοργανωτικής λειτουργίας του Κόμματος, ως απαραίτητη προϋπόθεση διακριτής προόδου στη στρατολογία και την οικοδόμηση. Ως ιδιαίτερα στοιχεία και προϋποθέσεις αυτής της βελτίωσης ξεχωρίζει την ενιαία δράση εδαφικών και κλαδικών Κομματικών Οργανώσεων, τη συγκρότηση και καλή λειτουργία των ομάδων παρέμβασης στους εργασιακούς χώρους και την εσωκομματική μόρφωση.
Με αφορμή τα 42 χρόνια από το θάνατο του Ν. Ζαχαριάδη, στην ενότητα «Κομματική οικοδόμηση» περιλαμβάνεται απόσπασμα από το βιβλίο του «Τα προβλήματα καθοδήγησης στο ΚΚΕ». Το σχετικό προλογικό σημείωμα της ΚΟΜΕΠ παρουσιάζει τόσο τις συνθήκες και τους σκοπούς έκδοσης του βιβλίου, όσο και το περιεχόμενο του επιλεγμένου αποσπάσματος.
Στην ενότητα «Πολιτισμός» περιλαμβάνεται - με αφορμή τα 40 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Σοβιετικού συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς - άρθρο για το έργο του «Κουαρτέτο Νο. 8». Το περιεχόμενο αυτού του έργου έχει αποτελέσει επανειλημμένα αντικείμενο διαστρέβλωσης από αστούς και οπορτουνιστές. Στο άρθρο αναπτύσσεται παράλληλα τόσο η τεχνική παρουσίαση και η αφορμή της συγγραφής του έργου, όσο και απάντηση στην επιχειρηματολογία των διαστρεβλωτών του. Παράλληλα, τίθενται και κάποια γενικότερα ζητήματα για τη μορφή και το περιεχόμενο της Τέχνης, που μπορεί σήμερα να υπηρετήσει την υπόθεση της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.
Στην ίδια ενότητα, δημοσιεύεται το άρθρο «Η 9η Μάη στην ελληνική λογοτεχνία». Το άρθρο αποτελεί μια πολύ καλή σύνοψη της σχετικής βιβλιογραφίας, μέσα από την οποία παρουσιάζονται και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των διάφορων συγγραφέων, αλλά και η μεγαλύτερη ή μικρότερη συστράτευσή τους με το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, τη νίκη της ΕΣΣΔ επί της ναζιστικής Γερμανίας, πώς αντιλήφθηκαν τις γενικότερες εξελίξεις της δεκαετίας 1940-1950.

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Βίντεο του ΚΚΕ για την 9η Μάη 1945 (VIDEO)

 

Δείτε εδώ το βίντεο

Το βίντεο του ΚΚΕ για τα 70 χρόνια από τις 9 Μάη 1945 και την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών παρουσιάζει το 902.gr. Το αφιέρωμα πλαισιώνεται από προσεγμένο οπτικό και ακουστικό υλικό που μεταφέρει το κλίμα της εποχής.

Η διάρκειά του είναι 25 λεπτά και αναδεικνύει αυτό που αναφέρεται στην αρχή ως τίτλος «Ο φασισμός γεννιέται στα σπλάχνα του καπιταλισμού.Είναι δημιούργημά του», είναι «μορφή άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας».

Με αυτήν τη ματιά ζωντανεύουν σημαντικά γεγονότα-σταθμοί που σημάδεψαν την άνοδο του φασισμού - ναζισμού με την πολύπλευρη στήριξη των ιμπεριαλιστικών κρατών, όπως ο  εμπρησμός του Ράιχσταγκ. Επίσης σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία προς τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως η εισβολή της Ιαπωνίας στη Μαντζουρία στις 19 Σεπτέμβρη του 1931, η εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία, το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου, το αντικομμουνιστικό «Αντικομιντέρν σύμφωνο» ανάμεσα στη Γερμανία και την Ιαπωνία και η «Συμφωνία του Μονάχου» με την οποία οι ιμπεριαλιστές παρέδωσαν την Τσεχοσλοβακία στη χιτλερική Γερμανία.

Ξεχωριστή θέση έχει ο ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης, που σήκωσε το κύριο βάρος της γερμανικής επίθεσης νικηφόρα, αποδεικνύοντας τα πλεονεκτήματα της κοινωνικοποιημένης παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας.

Ιδιαίτερη θέση στο βίντεο κατέχει και η προσπάθεια αναθεώρησης της Ιστορίας από τους ιμπεριαλιστές, όπου αναδεικνύεται και ο ρόλος της ΕΕ, που πρωτοστατεί στον αντικομμουνισμό και καθιέρωσε την 9η Μάη ως «Μέρα της Ευρώπης» απαλείφοντας τη «Μέρα Νίκης των Λαών».

Το βίντεο ολοκληρώνεται με τα διδάγματα εκείνης της περιόδου συμπυκνωμένα στη φράση: «Στην καπιταλιστική βαρβαρότητα η μόνη λύση είναι ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός».

Συνδέσεις Ειδήσεων:

Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 70 χρόνια από το τέλος του Β' Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου και τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών, 9 Μάη 1945

“902.gr” Παρασκευή 22 Μάη 2015

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Αρθρογραφία με επίκεντρο την κυβερνητική αντιλαϊκή διαπραγμάτευση

 

Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες το 3ο τεύχος της ΚΟΜΕΠ (Μάης - Ιούνης) του 2015. Ο «Ριζοσπάστης» προδημοσιεύει το άρθρο της σύνταξης

 

Οταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, ενώ και από τις δύο πλευρές φαίνονταν βήματα στην κατεύθυνση επίτευξης κάποιου συμβιβασμού.

Το συμπέρασμα ότι το σενάριο του συμβιβασμού είναι το πιο πιθανό απορρέει από μια σειρά εξελίξεις, όπως οι δηλώσεις διαφόρων κυβερνητικών στελεχών, οι αναδιαρθρώσεις στη λεγόμενη ομάδα διαπραγμάτευσης, ο - προβαλλόμενος ως εμπιστευτικός - χαρακτήρας της συνάντησης Μέρκελ - Τσίπρα, καθώς και το σχεδιαζόμενο πολυνομοσχέδιο με κάποιες πρώτες αντιλαϊκές παρεμβάσεις, το οποίο ανοιχτά προβάλλεται ως ένδειξη καλής θέλησης από την πλευρά της κυβέρνησης.

Τόσο οι εξελίξεις του τελευταίου διμήνου όσο και αυτές του επόμενου αυξάνουν τις απαιτήσεις επαγρύπνησης κι ετοιμότητας από την πλευρά του Κόμματος. Ειδικά σε περιόδους σαν τη σημερινή, όπου η πολιτική επικαιρότητα «τρέχει» με πολύ γρήγορους ρυθμούς, η ικανότητα παρακολούθησης και πρόβλεψης των εξελίξεων προϋποθέτει - ακόμα περισσότερο από άλλες περιόδους - την κατάκτηση της σωστής μεθοδολογίας προσέγγισής τους.

Ο ορυμαγδός των πολιτικών εξελίξεων, τα επαναλαμβανόμενα Γιούρογκρουπ, τα «σούρτα - φέρτα» των κυβερνητικών στελεχών σε όλο τον κόσμο - και ιδιαίτερα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού - αλλά και οι ατέλειωτες δηλώσεις, οι τακτικισμοί κάθε είδους, οι προπαγανδιστικοί ελιγμοί, παραμένουν ακατανόητα στην ουσία τους αν δε γειωθούν στην αντίστοιχη οικονομική πραγματικότητα που τα «γεννά».

Το πρώτο πράγμα το οποίο πρέπει να ξεκαθαριστεί, προσπαθώντας να ερμηνευτούν τα παραπάνω, είναι ο προσδιορισμός των αναγκών και των προτεραιοτήτων της ελληνικής αστικής τάξης στη σημερινή οικονομική συγκυρία. Αυτό το θεμελιώδες ζήτημα αποτελεί το κλειδί για το ξεκλείδωμα τόσο του χαρακτήρα της διαπραγμάτευσης, όσο και του τρόπου με τον οποίο κινείται η κυβέρνηση στη σκακιέρα των διεθνών καπιταλιστικών ανταγωνισμών. Αυτό το ζήτημα βρίσκεται στο επίκεντρο της σχετικής Απόφασης της ΚΕ του ΚΚΕ, αλλά και του κειμένου με τίτλο «Φανερές και αθέατες όψεις της αστικής διαπραγμάτευσης». Σε αυτά τα κείμενα αναφέρονται και μια σειρά από παράγοντες, οι οποίοι βρίσκονται πίσω από τη δυσκολία της ελληνικής αστικής τάξης να περάσει - μετά από πέντε χρόνια βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης - σε σταθερή πορεία καπιταλιστικής ανάκαμψης και την αντίστοιχη ανάγκη υποβοήθησης αυτής της προσπάθειας από το ελληνικό αστικό κράτος. Στις διάφορες πρωτοβουλίες που περιλαμβάνονται στο κρατικό σχέδιο υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας ανήκει και η άσκηση πίεσης για μία σχετική χαλάρωση της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής. Με οδηγό αυτό το στόχο η κυβέρνηση προσπαθεί ν' αξιοποιήσει προς όφελος της αστικής τάξης τις ενδοϊμπεριαλαστικές αντιθέσεις, γνωρίζοντας φυσικά ότι υπάρχουν πολύ μεγαλύτεροι «παίχτες» που προσπαθούν και αυτοί να αξιοποιήσουν το ζήτημα της διαπραγμάτευσης προς όφελος των δικών τους επιδιώξεων.

Το γεγονός ότι η διαπραγμάτευση διεξάγεται σε «ξένο γήπεδο» για την εργατική τάξη είναι καθαρό τόσο από τα σημεία στα οποία διαφαίνονται συγκλίσεις όσο και από αυτά τα οποία μένουν στο τραπέζι με σαφείς αναφορές ότι θα θιχτούν στη διαπραγμάτευση για το νέο πρόγραμμα σ' ένα δίμηνο. Καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αναδεικνύεται ότι η μόνη «κόκκινη γραμμή» που έχει η κυβέρνηση είναι αυτή της υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Προς όφελος αυτής - και όχι προς όφελος των λαϊκών αναγκών - κάνει ελιγμούς, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αντιθέσεις, οξύνει κατά καιρούς τους τόνους της αντιπαράθεσης. Αυτή η επιδίωξη φαίνεται ότι δε «σηκώνει» ούτε καν τα ψίχουλα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας που περιλαμβάνονταν στο λεγόμενο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και τα οποία παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες.

Ετσι, η κυβέρνηση, διά στόματος αντιπροέδρου της, Γ. Δραγασάκη, προβάλλει πλέον ανοιχτά ως «κόκκινη γραμμή» της διαπραγμάτευσης τη συμφωνία της 20ής Φλεβάρη, αφήνοντας ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο νέων αντιλαϊκών μέτρων στην πορεία, ανάλογα με τις εξελίξεις. Από την πλευρά των λαϊκών δικαιωμάτων, το επίδικο της κυβερνητικής διαπραγμάτευσης είναι ο τρόπος και ο χρόνος της κατακρεούργησής τους, το χρονοδιάγραμμα της εφαρμογής των αντιλαϊκών μέτρων και όχι η ύπαρξή τους. Σε συνθήκες που οι εργαζόμενοι παράγουν πολύ μεγάλο πλούτο, καλούνται να επιλέξουν με «πατριωτική περηφάνια» τον τρόπο και το χρόνο της περαιτέρω επιδείνωσης της ζωής τους προς όφελος των αναγκών των αφεντικών τους και των δανειστών τους. Αυτό επιτάσσει άλλωστε η εξυπηρέτηση της ...επιχειρηματικότητας, την οποία ο Γ. Βαρουφάκης ανακήρυξε σε ακρογωνιαίο λίθο της «κυβέρνησης της Αριστεράς».

Ταυτόχρονα, οι κυβερνητικοί χειρισμοί αντανακλούν και προπαγανδιστικές αναγκαιότητες. Στο πεδίο αυτό άλλωστε βρίσκεται και το ισχυρό «χαρτί» της κυβέρνησης, το πλεονέκτημά της σε σχέση με τις προηγούμενες. Οπως έχει αποδειχτεί και πολλές φορές στο παρελθόν, μία αστική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση - και ακόμα περισσότερο όταν έχει και ιστορική αναφορά στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα - μπορεί να εξασφαλίσει πιο ευνοϊκές συνθήκες για την προώθηση όσων απαιτεί η καπιταλιστική κερδοφορία.

Είναι χαρακτηριστική η μεγαλύτερη διεισδυτικότητα που έχει σε λαϊκά στρώματα η προβολή από αυτή την κυβέρνηση ως πατριωτικού καθήκοντος της τήρησης των μνημονιακών νόμων, της πληρωμής των χαρατσιών, των ιδιωτικοποιήσεων, της ανόδου των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και πολλών άλλων. Αυτές τις υπηρεσίες είχε στο μυαλό του ο μεγιστάνας της FΙΑΤ Ανιέλι, όταν το 1997 δήλωνε: «Για δες που η Αριστερά κάνει μερικές φορές τη δουλειά καλύτερα και από τη Δεξιά». Αυτές τις υπηρεσίες έχουν στο μυαλό τους - μεταξύ άλλων - και μια σειρά Ελληνες καπιταλιστές, οι οποίοι στέκονται σήμερα ανοιχτά στο πλευρό της «κυβέρνησης της Αριστεράς».

Πέρα όμως από την προπαγανδιστική βοήθεια που προσφέρει στην κυβέρνηση το δίλημμα «χρεοκοπία και έξοδος από το ευρώ ή υιοθέτηση σκληρών αντιλαϊκών μέτρων», είναι καθαρό ότι η δυναμική των καπιταλιστικών ανταγωνισμών δεν μπορεί ν' αποκλείσει κανένα ενδεχόμενο. Αυτή η δυναμική μπορεί ν' ανατρέψει προθέσεις και σχεδιασμούς ολόκληρων κρατών και ιμπεριαλιστικών οργανισμών.

Οι ανταγωνισμοί των καπιταλιστών και οι αντίστοιχες κινήσεις των κρατών τους αφήνουν το αποτύπωμά τους και στο άλλο πολύ μεγάλο θέμα των ημερών, τις μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη και τις αντίστοιχες τραγωδίες στη Μεσόγειο. Η υποκρισία της ελληνικής κυβέρνησης σε αυτό το σημείο δε γνωρίζει όριο. Την ίδια στιγμή που δηλώνει διαθέσιμη να συνδράμει τους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς στη Μέση Ανατολή, διεκδικώντας μάλιστα ενισχυμένο ρόλο, την ίδια στιγμή που παζαρεύει τους υδρογονάνθρακες της Μεσογείου δεξιά και αριστερά, την ίδια στιγμή που αναβαθμίζει τις σχέσεις της με το Ισραήλ συμμετέχοντας στην κοινή άσκηση «Ηνίοχος 2015» και καλώντας το Ισραήλ να συμμετέχει στο ενιαίο αμυντικό δόγμα της Ελλάδας και της Κύπρου, την ίδια αυτή στιγμή κάνει λόγο για «Μεσόγειο - θάλασσα δημιουργικής συνάντησης πολιτισμών» και πειθαρχεί στους Κανονισμούς του Δουβλίνου και της Σένγκεν, ενώ δεν αποσύρει τα ελληνικά στρατεύματα από τις ανά τον κόσμο ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που τροφοδοτούν τις μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη.

Μπροστά στο σύνολο των παραπάνω εξελίξεων αυξάνεται η επιτακτικότητα έγκαιρης προετοιμασίας καταρχήν της πρωτοπορίας του εργατικού κινήματος, των κομμουνιστών και των συνοδοιπόρων τους. Οσον αφορά τις οικονομικές εξελίξεις, πρέπει ν' αυξηθεί η ικανότητα εμπεριστατωμένης ανάδειξης του αντιλαϊκού χαρακτήρα όλων των σεναρίων της αστικής διαχείρισης και διαπραγμάτευσης, ν' αναδειχθεί το κοινό έδαφός τους, που δεν είναι άλλο από την καπιταλιστική κερδοφορία και τους ανταγωνισμούς που αυτή τροφοδοτεί.

Το ΚΚΕ δίνει, «κόντρα στο ρεύμα», τη μάχη ώστε το εργατικό κίνημα να μην υποταχθεί στις επιδιώξεις των καπιταλιστών, να μην περιορίσει τις διεκδικήσεις του στα όρια αυτών των επιδιώξεων, αλλά να διεκδικήσει την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών των εργαζομένων με βάση τον πλούτο που αυτοί παράγουν. Καλεί τους εργαζομένους να οργανωθούν στους χώρους δουλειάς, ν' ακουμπήσουν στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, στο ΠΑΜΕ, να δράσουν με γνώμονα αυτές τις ανάγκες, ξεκινώντας σήμερα από την απαίτηση για την κατάργηση των αντιλαϊκών νόμων και την ανάκτηση των τεράστιων απωλειών της τελευταίας 5ετίας. Αναπτύσσει δράση κόντρα στην πίεση στοίχισης των εργαζομένων πίσω από τον έναν ή τον άλλον τρόπο κατακρεούργησης των δικαιωμάτων τους, προετοιμάζοντας από τώρα δυνάμεις για τη στάση τους τόσο στο κίνημα όσο και στο ενδεχόμενο δημοψηφίσματος ή εκλογών.

Η ικανότητα της εργατικής πρωτοπορίας να παρεμβαίνει με βάση τα παραπάνω, να συμβάλλει με την παρέμβασή της στην ανατροπή του κλίματος αναμονής, στην ανάπτυξη των εστιών αντίστασης και της ταξικής πάλης στους χώρους εργασίας προϋποθέτει - πέρα από την παρακολούθηση και πρόβλεψη των εξελίξεων - και την προετοιμασία της για όλα τα ενδεχόμενα στο εσωτερικό του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η κατάσταση στο κίνημα σε κάθε φάση δεν εξαρτάται μόνο ή κυρίως από την παρέμβαση των κομμουνιστών, αλλά και από την παρέμβαση της αστικής τάξης, η οποία έχει στα χέρια της την οικονομική και πολιτική εξουσία. Σε κάθε περίπτωση, η πρωτοπορία του εργατικού κινήματος πρέπει να προετοιμάζεται για να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων τόσο σε περίπτωση απότομης όξυνσης της ταξικής πάλης όσο και σε περίπτωση περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασης στο εργατικό - λαϊκό κίνημα, περαιτέρω ανάπτυξης του συμβιβασμού και του οπορτουνισμού στις γραμμές του. Ταυτόχρονα, πρέπει να προετοιμαστεί και για την ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του οπορτουνιστικού χώρου που φαίνεται ότι βρίσκεται σε εξέλιξη τόσο στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ όσο και στον ευρύτερο οπορτουνιστικό χώρο.

Πλούσια η ύλη του τεύχους

Οπως ήδη σημειώσαμε, στο επίκεντρο αυτού του τεύχους της ΚΟΜΕΠ βρίσκεται η ανάδειξη του χαρακτήρα της κυβερνητικής διαπραγμάτευσης.

Η Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και διεθνώς

Στην Απόφαση αναδεικνύονται τόσο οι αιτίες που βρίσκονται πίσω από την ανάγκη τροποποίησης του μείγματος αστικής διαχείρισης προς όφελος της καπιταλιστικής ανάκαμψης όσο και οι παράγοντες που συντελούν στη μεγαλύτερη συνθετότητα μιας τέτοιας προσαρμογής στις σημερινές συνθήκες. Η Απόφαση αναδεικνύει την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στο πλαίσιο των οποίων εξελίσσεται η κυβερνητική διαπραγμάτευση, αλλά και η πορεία της τελευταίας σε όλα τα ζητήματα, με επίκεντρο τη διαχείριση του κρατικού χρέους. Στη βάση αυτής της χαρτογράφησης του οικονομικού εδάφους στη σημερινή συγκυρία, παρουσιάζεται η κινητικότητα στο αστικό πολιτικό σκηνικό και δίνονται οι κατευθύνσεις για την ολόπλευρη προετοιμασία του Κόμματος μπροστά σε όλα τα ενδεχόμενα.

«Φανερές και αθέατες όψεις της αστικής διαπραγμάτευσης»

Παρουσιάζει τους σημερινούς βασικούς στόχους της αστικής τάξης καθώς και τις σχετικές διαφοροποιήσεις συγκεκριμένων τμημάτων της. Κωδικοποιεί τη μεγάλη εικόνα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, εστιάζοντας και σε συγκεκριμένα πεδία στα οποία αυτές εκφράζονται, όπως η σχεδιαζόμενη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων μεταξύ ΗΠΑ και EE, το ζήτημα της Ενεργειακής Ενωσης της EE σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στο Ουκρανικό ζήτημα, η ίδρυση της Ασιατικής Τράπεζας Υποδομών και τα νέα ατλαντικά σχέδια για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής. Στη συνέχεια, αναδεικνύεται το πραγματικό περιεχόμενο της κυβερνητικής «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής» και της διατήρησης της ιεράρχησης του ευρωατλαντικού προσανατολισμού της. Με βάση τα παραπάνω, το κείμενο αποδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα της κυβερνητικής διαπραγμάτευσης και την αναγκαιότητα ρήξης του λαού με την αστική τάξη και την EE.

«Η στρατηγική της EE 2014 - 2020 στην Υγεία - Πρόνοια και η εφαρμογή της από τις αστικές κυβερνήσεις»

Παρουσιάζει τους άξονες της σημερινής αστικής πολιτικής παρέμβασης στον κλάδο. Αναδεικνύει το αντιλαϊκό περιεχόμενο τόσο των γενικών κατευθύνσεων που κωδικοποιούνται στις φράσεις «βιώσιμα και αποδοτικά συστήματα Υγείας», «εξωστρέφεια του συστήματος Υγείας», «επένδυση στην υγεία των πολιτών», όσο και της νομοθετικής δραστηριότητας αλλά και των γενικότερων θέσεων της νέας κυβέρνησης στα ζητήματα αυτά.

«Οι εξελίξεις στην ανώτατη Εκπαίδευση. Η θέση του ΚΚΕ»

Προσδιορίζει τις σχετικές κατευθύνσεις της EE στο έδαφος της αντικειμενικής σχέσης ανάμεσα στην καπιταλιστική οικονομία και την ανώτερη βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι αντιφάσεις και οι καθυστερήσεις στην προώθηση αυτών των κατευθύνσεων στο έδαφος της ανισομετρίας και των ανταγωνισμών μεταξύ των κρατών - μελών της EE και η πορεία της σχετικής νομοθετικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Το κείμενο αναδεικνύει, επίσης, τα ζητήματα της διαπάλης που αφορούν το χαρακτήρα των ΑΕΙ και την πολιτική πρόταση του Κόμματος, με την οποία παρεμβαίνει σε αυτή τη διαπάλη.

«Η αντίληψη των Μαρξ - Ενγκελς για το γυναικείο ζήτημα, σε αντιπαράθεση με τις σημερινές θεωρίες περί "κοινωνικού φύλου"»

Το κείμενο προχωράει στην ιστορική παρουσίαση της εμφάνισης και εξέλιξης του συγκεκριμένου κοινωνικού φαινομένου. Μέσα από αυτήν την παρουσίαση αναδεικνύονται τόσο η σύνδεσή του με τον ταξικό διαχωρισμό της κοινωνίας όσο και οι νέες μορφές που παίρνει το ζήτημα σήμερα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις νέες θεωρίες περί «κοινωνικού φύλου».

Στο τεύχος αυτό περιλαμβάνεται αφιέρωμα στην επέτειο των 70 χρόνων από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών το 1945. Σε αυτό δημοσιεύονται η σχετική Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ και τέσσερα ντοκουμέντα από τη δράση του Κόμματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με τα τρία από αυτά ν' αφορούν τη δράση της Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης που είχε συγκροτηθεί με πρωτοβουλία των κομμουνιστών στις γραμμές του ελληνικού στρατού που είχε καταφύγει στη Μέση Ανατολή. Το αφιέρωμα συνοδεύεται από σημείωμα με την παρουσίαση των σχετικών ιστορικών γεγονότων καθώς και από σχετικό φωτογραφικό υλικό.

***

Στην ενότητα «Βιβλιοπαρουσίαση» δημοσιεύεται ο πρόλογος της έκδοσης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο «Το ΚΚΕ στον ιταλοελληνικό πόλεμο 1940-41».

Τέλος, στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 28.2.2015 έως 8.4.2015.

“Ριζοσπάστης” Κυριακή 03 Μάη 2015

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

«ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ» ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ «Βαφτίσια» και επικίνδυνοι προσανατολισμοί

 

Εκτός από τα «βαφτίσια» στα οποία έχει επιδοθεί η συγκυβέρνηση για τις προπαγανδιστικές ανάγκες της (το «μνημόνιο» ονομάστηκε «συμβόλαιο», η «τρόικα» βαφτίστηκε «Brussells Group», οι «τεχνοκράτες» διαχωρίζονται από τους «εκλεγμένους» κ.λπ.), υπάρχουν πιο επικίνδυνες και ουσιαστικές ιδεολογικές παρεμβάσεις με στόχο την εργατική - λαϊκή συνείδηση. Κύριο στοιχείο αυτών των παρεμβάσεων είναι η «εθνικιστική ρητορεία» που βαφτίζεται πατριωτισμός και εθνική αξιοπρέπεια, καλυμμένη με αριστερό και προοδευτικό περιεχόμενο με αναφορές σε ιστορικές επαναστατικές και ριζοσπαστικές παραδόσεις του εργατικού - λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα. Δεν είναι παράξενο δυνάμεις που αποτελούσαν κήρυκες του ιμπεριαλιστικού κοσμοπολιτισμού τα προηγούμενα χρόνια, απολογητές της ΕΕ, όπως οι δυνάμεις που συγκροτούν τον ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα να υιοθετούν εθνικιστικά συνθήματα. Δεν είναι άλλωστε κάτι καινούργιο. Ιστορικά η σοσιαλδημοκρατία βάφτιζε «διεθνισμό» τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, την αποθέωση της τάσης του κεφαλαίου να συγκροτεί διεθνείς ενώσεις και την επιλογή του κάθε «εθνικά συγκροτημένου» κεφαλαίου να συμμετέχει δραστήρια σε αυτές. Ταυτόχρονα, βάφτιζε «αντιιμπεριαλιστικό πατριωτισμό» τον «εθνικισμό», τη στράτευση δηλαδή κάτω από τη σημαία της εγχώριας αστικής τάξης (και όχι μόνο, όπως θα δούμε στη συνέχεια) στη διαπραγμάτευσή της, στις κόντρες της και την αναζήτηση συμβιβασμών με άλλα ισχυρότερα καπιταλιστικά κράτη και ιμπεριαλιστικά κέντρα. Αυτά τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν και παίρνει προβάδισμα αυτό που είναι κάθε φορά αναγκαίο για το κεφάλαιο. Στην προκειμένη περίπτωση όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ βλέπουμε τυπική εκδήλωση αυτού του φαινομένου. Αλλωστε, η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ, ένα κόμμα με καθαρά αστικό, εθνικιστικό προφίλ, δείχνει τις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή την κατεύθυνση επίσης ερωτήματα δημιουργεί η στάση τμήματος της κυβέρνησης απέναντι στη Χρυσή Αυγή, με χαρακτηριστικότερη τη στάση της προέδρου της Βουλής, Ζωής Κωνσταντοπούλου, που με σειρά ενεργειών, εμφανίζεται να αβαντάρει τα φασιστοειδή, γεγονός που έχει προκαλέσει αντιδράσεις ακόμα και στο εσωτερικό του κόμματός της.

Τα εθνικιστικά συνθήματα υπήρξαν βασικό στοιχείο της λεγόμενης «αντιμνημονιακής ρητορικής» που κυριάρχησε την προηγούμενη 5ετία. Με επιμέλεια συγκαλύφθηκαν το ποια είναι η πραγματική αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, το ταξικό περιεχόμενο της πολιτικής που ακολουθείται. Το ελληνικό κεφάλαιο για λογαριασμό του οποίου εφαρμόστηκε αυτή η πολιτική - και που για την εξυπηρέτηση των στρατηγικών του συμφερόντων η Ελλάδα συμμετέχει στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη, στο ΝΑΤΟ, δανείζεται από το ΔΝΤ κ.λπ. - έμεινε στο απυρόβλητο, «βγήκε λάδι». Το πρόβλημα εστιάστηκε αποκλειστικά απέναντι στη Γερμανία, στο μνημόνιο και τους «υπηρέτες» του. Αυτή η ιστορία, αυτή η λογική, συνεχίστηκε και συνεχίζεται ίσως με μεγαλύτερη ένταση μετά τις εκλογές της 25ης Γενάρη με τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.

Ο «εθνικισμός» αυτός, όπως εκδηλώνεται στις συγκεκριμένες συνθήκες, γίνεται προσπάθεια να ντυθεί με την αίγλη των λαϊκών αγώνων ενάντια στη ναζιστική κατοχή της περιόδου 1941 - 1945, με την αίγλη του ΕΑΜικού κινήματος, ξεκόβοντάς τους από το ταξικό τους περιεχόμενο. Παράλληλα, προωθείται η λογική της εθνικής ενότητας όλων, ανεξάρτητα από τάξεις, ενάντια στους «ξένους δυνάστες», του πατριωτικού καθήκοντος, και σε αυτή την κατεύθυνση δεν είναι τυχαίες οι από κοινού αναφορές σε ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, κ.λπ. Κρύβοντας ότι στο πλαίσιο της περιόδου 1941 - 1945 διεξαγόταν ταξική πάλη. Οτι δεν ήταν όλοι οι «Ελληνες μαζί», ότι απέναντι στο λαό δεν ήταν μόνο οι «γερμανοτσολιάδες» αλλά και το τμήμα της αστικής τάξης που ήταν με τους «συμμάχους», τη Μ. Βρετανία, τις ΗΠΑ και οι οποίοι επιχείρησαν να τσακίσουν το λαϊκό κίνημα το Δεκέμβρη του 1944 προκειμένου να σταθεροποιηθεί η αστική εξουσία. Κρύβουν επίσης ότι συνέχεια αυτής της περιόδου ήταν η κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στη χώρα, ο αγώνας του ΔΣΕ. Δεν υπάρχει καμιά φάση της Ιστορίας της χώρας που εργαζόμενοι και φτωχά λαϊκά στρώματα να είχαν κοινά συμφέροντα με την άρχουσα τάξη, με το κεφάλαιο.

Στο στόχαστρο μπαίνει αποκλειστικά η Γερμανία και η ηγετική της θέση στην ΕΕ. Ομως, έτσι λειτουργούν ο καπιταλισμός, οι ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Στο έδαφος της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού κάποιο κράτος έχει μεγαλύτερη δύναμη οικονομική, πολιτική και στρατιωτική και με αυτή τη δύναμη συμμετέχει στα διεθνή ιμπεριαλιστικά παζάρια και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις διεκδικώντας τη μερίδα του λέοντος, επιβάλλοντας τη θέλησή του στους λιγότερο ισχυρούς. Ολα αυτά εγγράφονται στους «κανόνες» λειτουργίας του συστήματος, είναι στη φύση του. Είναι λοιπόν καταρχήν ουτοπικό να ζητάει κανείς σε συνθήκες καπιταλισμού ισοτιμία ανάμεσα στα κράτη. Βεβαίως, η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν πιστεύει κάτι τέτοιο. Γι' αυτό άλλωστε ενώ με το ένα χέρι η κυβέρνηση κουνά το δάχτυλο λέγοντας ότι στην ΕΕ δεν υπάρχουν ενοικιαστές και νοικάρηδες αλλά είμαστε όλοι ιδιοκτήτες, με το άλλο υπογράφει φαρδιά - πλατιά την αποδοχή όλων των δεσμεύσεων που συνεπάγεται η συμμετοχή στην ΕΕ και που ουσιαστικά σημαίνει παραχώρηση τμήματος της εθνικής κυριαρχίας του ελληνικού αστικού κράτους (όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλα τα κράτη - μέλη). Από αυτή την άποψη τα περί εθνικής υπερηφάνειας είναι αποπροσανατολιστικά και στοχεύουν να αποσπάσουν τη λαϊκή στήριξη σε μια διαπραγμάτευση που γίνεται για λογαριασμό του ελληνικού κεφαλαίου.

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Πολλές φορές πίσω από υπερπατριωτικές και εθνικιστικές κορόνες κρύβεται η επιδίωξη στήριξης σε άλλο ιμπεριαλιστικό κέντρο, η ενίσχυση μιας συμμαχίας εις βάρος μιας άλλης, η υποστήριξη μιας ισχυρής δύναμης στη μάχη της με άλλες για την πρωτοκαθεδρία σε περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο. Το ρεύμα του λεγόμενου «ευρωσκεπτικισμού» στην ΕΕ αυτό εκφράζει, δηλαδή την προσπάθεια να αδυνατίσει η γερμανική ηγεσία στην ΕΕ για λογαριασμό της αστικής τάξης άλλων κρατών, ιδιαίτερα των ισχυρότερων ανταγωνιστών της εντός ΕΕ, Μ. Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας, αλλά και των διατλαντικών «συμμάχων» της των ΗΠΑ. Πολλές φορές, λοιπόν, πίσω από τα «εθνικά σημαιάκια» που κουνιούνται με υπερηφάνεια, κρύβονται σημαίες ιμπεριαλιστικών κέντρων και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνά κανείς. Είναι φανερό ότι η νέα συγκυβέρνηση επιδιώκει να ακουμπήσει στις «πλάτες των ΗΠΑ» στον ανταγωνισμό τους με τη Γερμανία δηλώνοντας την πρόθεσή της να ενταχθεί με κάθε τρόπο στα αμερικανοΝΑΤΟικά σχέδια στην ευρύτερη περιοχή της Ν/Α Μεσογείου, κάνοντας μάλιστα προσπάθεια αυτή η συμμετοχή να έχει και την εργατική - λαϊκή συναίνεση εμφανίζοντάς την ως αποτέλεσμα ενεργητικής και περήφανης πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, ως διαπραγματευτικό χαρτί, ξεπερνώντας έτσι λαϊκές αντιδράσεις που υπήρχαν σε ανάλογες περιπτώσεις όπως το 1999 (ΝΑΤΟική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία) και 2003 (πόλεμος στο Ιράκ). Σε προπαγανδιστικό επίπεδο από πλευράς της ελληνικής κυβέρνησης οι ΗΠΑ και ο Μπ. Ομπάμα προβάλλονται ως οι «μεγάλοι φίλοι της Ελλάδας». Η αλήθεια βεβαίως είναι ότι όλοι οι κατά καιρούς «ισχυροί φίλοι» της άρχουσας τάξης της χώρας μας ποτέ δεν ήταν φίλοι του ελληνικού λαού, των εργαζομένων αυτής της χώρας και όποτε ο λαός μας εναπόθεσε τις ελπίδες του στη στήριξη του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστικού κέντρου βγήκε χαμένος, την ίδια ώρα που η αστική τάξη λογάριαζε τα κέρδη της.

Η Ιστορία διδάσκει...

Το παιχνίδι με τον αστικό εθνικισμό είναι βεβαίως παιχνίδι με τη φωτιά. Ιδιαίτερα όταν αυτό συνδυάζεται με ιστορικές αναφορές στις αγωνιστικές παραδόσεις του λαού και μετατρέπεται σε προκάλυμμα ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Η εποχή που ο αστικός εθνικισμός έπαιξε προοδευτικό ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη, στο πλαίσιο των αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, σπάζοντας τα φεουδαρχικά δεσμά και διαλύοντας απολυταρχίες, έχει περάσει εδώ και αιώνες. Η Ιστορία έχει διδάξει το πώς ο σοσιαλιμπεριαλισμός και σοσιαλσoβινισμός, κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή η κάλυψη των φιλοπόλεμων και εθνικιστικών στόχων με «σοσιαλιστικά συνθήματα», έγινε αργότερα τροφοδότης του φασισμού και του ναζισμού τη δεκαετία του 1920. Πολύ περισσότερο όταν ήρθε και η απογοήτευση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων από τη συμμετοχή σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην αστική διαχείριση.

Αυτά τα ιστορικά διδάγματα δεν πρέπει να τα ξεχνά ποτέ η εργατική τάξη. Χρειάζεται λοιπόν διαρκής αποκάλυψη των εθνικιστικών κηρυγμάτων ιδιαίτερα όταν ενδύονται με «αριστερό» ή «προοδευτικό» «λαϊκό» ένδυμα. Οσες φορές τα εργατικά - λαϊκά στρώματα παρασύρθηκαν και μπήκαν κάτω από την ξένη για αυτούς σημαία του κεφαλαίου, στο όνομα του «κοινού εθνικού συμφέροντος», το πλήρωσαν ακριβά.

“Ριζοσπάστης” Κυριακή 22 Μάρτη 2015

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΚΟΜΕΠ ΤΕΥΧΟΣ 2ο ΤΟΥ 2015 Υλη αφιερωμένη στις πολιτικές εξελίξεις

 

Δημοσιεύουμε σήμερα το άρθρο «Της Σύνταξης»

Τις στιγμές που γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι πολιτικές εξελίξεις «έτρεχαν». Είχε προκύψει μία καταρχήν συμφωνία ανάμεσα στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και την ΕΕ για 4μηνη παράταση της «δανειακής σύμβασης», η οριστικοποίηση της οποίας προϋπέθετε την παράδοση από την κυβέρνηση εντός ολίγων ημερών λίστας συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων. Η συμφωνία αυτή προβλέπει τη συνέχιση της εποπτείας και της αξιολόγησης από Κομισιόν - ΔΝΤ - ΕΚΤ, τη συνέχιση των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων, τη συνέχιση της δέσμευσης για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και πρωτογενή πλεονάσματα, τη δέσμευση για επιτυχή ολοκλήρωση του «τρέχοντος προγράμματος» και την απεμπόληση της δυνατότητας ακυρώσεων ή μεταρρυθμίσεων μέτρων των προηγούμενων χρόνων χωρίς τη συμφωνία των εταίρων.

Ανεξάρτητα από την εξέλιξη που θα έχουν μια σειρά πιο συγκεκριμένα «ανοιχτά» ζητήματα το αμέσως επόμενο διάστημα, το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί τις λίγες βδομάδες που έχουν ακολουθήσει τις βουλευτικές εκλογές του Γενάρη έχει οριοθετήσει με μεγάλη σαφήνεια το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί -και κινείται ήδη- η νέα κυβέρνηση.

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οι εκλογές της 25ης Γενάρη έγιναν σε συνθήκες ενός ισχυρού ρεύματος άμεσης κυβερνητικής αλλαγής και μάλιστα όχι οποιασδήποτε, αλλά μιας κυβερνητικής αλλαγής με κορμό ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα το οποίο όμως διατηρεί σημαντικά οπορτουνιστικά χαρακτηριστικά. Η προοπτική ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση του ελληνικού καπιταλισμού τροφοδοτούσε -όπως και όλο το διάστημα μετά τις εκλογές του 2012- μια σειρά ερωτήματα όπως: Μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση εντός του καπιταλισμού; Ποια είναι η σχέση κράτους και κυβέρνησης; Η βούληση και η σύνθεση της κυβέρνησης καθορίζουν το χαρακτήρα του κράτους ή το αντίθετο; Ποια πρέπει να είναι η στάση ενός επαναστατικού ΚΚ στο ζήτημα της «αριστερής κυβέρνησης»;

Το ΚΚΕ αξιοποίησε και την προεκλογική περίοδο για να συζητήσει τα παραπάνω ζητήματα, να συγκρουστεί με τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες περί λύσεων «εντός των καπιταλιστικών τειχών» και ν' αναδείξει την αναγκαιότητα ενός ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας που θα βασίζεται στην κοινωνική ιδιοκτησία των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό και τον εργατικό - λαϊκό έλεγχο. Πολύ σημαντικό όπλο σε αυτή την παρέμβαση και κατά την προεκλογική περίοδο αποτέλεσαν οι συλλογικές επεξεργασίες του Κόμματος, η απόφαση για το Σοσιαλισμό με επίκεντρο την ΕΣΣΔ, η μελέτη της εμπειρίας του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, το νέο Πρόγραμμα του Κόμματος. Αυτές οι επεξεργασίες και η αντίστοιχη δουλειά στις γραμμές και τον περίγυρο του Κόμματος αύξησαν τη δυνατότητά του να αντιπαλεύει τις δυσκολίες, να τα βγάζει πέρα παλικαρίσια σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Η ΚΕ του ΚΚΕ, ενώ χαιρέτησε τη θετική τάση συσπείρωσης στο Κόμμα, ανάκτησης απώλειας ψήφων και εισροής νέων, εκτίμησε ότι η κυβερνητική εναλλαγή και η ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΣΥΡΙΖΑ δε συνιστά πολιτική αλλαγή υπέρ του λαού. Από τα πρώτα βήματά της η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έδειξε τη διάθεσή της να διαχειριστεί τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης και κατ' επέκταση να σεβαστεί τον πυρήνα των πολυποίκιλων δεσμεύσεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό που αυτός συνεπάγεται.

Το ΚΚΕ ανέδειξε προεκλογικά ότι καμία κυβερνητική αλλαγή στο έδαφος του καπιταλισμού δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του λαού, δεν μπορεί ν' αλλοιώσει στο παραμικρό τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους ως δικτατορία της αστικής τάξης. Αυτό άλλωστε ήταν και η ουσία των επαναλαμβανόμενων προεκλογικών και μετεκλογικών διαβεβαιώσεων των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ περί «συνέχειας του κράτους». Αυτή η ταξική ουσία του κράτους είναι άλλωστε που καθορίζει το ρόλο και τα όρια κάθε επιμέρους λειτουργίας του -συμπεριλαμβανομένων του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης- και όχι το αντίθετο. Η σύνθεση της κυβέρνησης αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το «παραβάν» που κρύβει την ταξική της αποστολή. Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν άλλαξε με την κυβερνητική αλλαγή; Το να υποστηρίζαμε κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι στερούμε από το αστικό κράτος την απαραίτητη ευελιξία, χωρίς την οποία δε θα μπορούσε να επιτελέσει το λόγο ύπαρξής του, την εξασφάλιση όλων εκείνων των όρων (οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών) που απαιτούνται για την υποβοήθηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αυτός είναι και ο λόγος που το αστικό κράτος προχωράει σε μικρότερες ή μεγαλύτερες -ανά περιόδους- προσαρμογές σε πλευρές της λειτουργίας του, στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών του, στις ιδεολογικές αναφορές που αξιοποιεί, στη σύνθεση των διεθνών συμμαχιών του, στην ασκούμενη πολιτική κλπ.

Βασικό καθήκον των κομμουνιστών είναι ν' αναδεικνύουν με την παρέμβασή τους τον ταξικό χαρακτήρα αυτών των προσαρμογών. Ομολογουμένως πρόκειται για ένα δύσκολο καθήκον που απαιτεί βαθιά ιδεολογική παρέμβαση, πολλές φορές «κόντρα στο ρεύμα» των λαϊκών προσδοκιών και αυταπατών. Μόνο έτσι όμως μπορεί το επαναστατικό κόμμα να συμβάλει στην πολιτικοποίηση της εργατικής - λαϊκής συνείδησης και στην αποτροπή του αφοπλισμού του κινήματος -μέσω της ενσωμάτωσής του πίσω από τον έναν ή τον άλλο πόλο της αστικής διαχείρισης- στην πάλη του απέναντι στο κεφάλαιο.

Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα ποιες συνθήκες επικρατούν όλη αυτή την περίοδο πριν και μετά τις τελευταίες εκλογές. Καταρχήν οποιαδήποτε κυβέρνηση προέκυπτε μετά τις εκλογές έπρεπε να δράσει σε συνθήκες κατά τις οποίες δεν έχει σταθεροποιηθεί η έξοδος από την καπιταλιστική κρίση. Ταυτόχρονα, η όποια αστική διαχείριση ασκούνταν δε θα λάμβανε χώρα μέσα σε συνθήκες απομόνωσης της Ελλάδας, αλλά σε συνθήκες κυριαρχίας ενός περίπλοκου πλέγματος συμφερόντων και επιδιώξεων άλλων -και μάλιστα πολύ ισχυρών- καπιταλιστικών κρατών. Επίσης, εννοείται ότι η όποια πολιτική ακολουθούνταν έπρεπε να διαχειριστεί μια σειρά υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που απορρέουν από την επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να παραμείνει στην ΕΕ και την ΟΝΕ.

Το αστικό κράτος -και η νέα κυβέρνηση ως τμήμα του- έπρεπε λοιπόν να δράσει ως συλλογικός καπιταλιστής στα παραπάνω πολύ σύνθετα δεδομένα. Αυτή η συνθετότητα αποτέλεσε άλλωστε -πριν ακόμα και από τις εκλογές- σημαντικό παράγοντα προβληματισμού της ελληνικής αστικής τάξης. Αυτό που φαίνεται είναι ότι στα πλαίσια της τάξης αυτής κυριάρχησε μία βασική συνισταμένη που αποδεχόταν την ανάγκη μιας σχετικής διαφοροποίησης της αστικής διαχείρισης στις σημερινές συνθήκες.

Μετά τις εκλογές του Μάη του 2012, ο τότε πρόεδρος του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλος χαρακτήρισε το αποτέλεσμα των εκλογών «αντιμνημονιακή ψήφο οργής και τιμωρίας», ενώ καλούσε ανοιχτά από τότε σε βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα με συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και στελέχη της ΝΔ αμφισβητούσαν προεκλογικά πλευρές της κυρίαρχης διαχείρισης, με πιο χαρακτηριστικές ίσως τις δηλώσεις του ηγετικού στελέχους της ΝΔ και Επιτρόπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δ. Αβραμόπουλου, ο οποίος έκανε ανοιχτά λόγο για την ανάγκη ευελιξίας ως προς την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας για τις χώρες του Νότου.

Το ίδιο κλίμα επικράτησε και μετεκλογικά. Από τη μία είχαμε δηλώσεις σημαντικών συλλογικών φορέων της αστικής τάξης που δεν έκρυβαν τον ενθουσιασμό τους για την κυβερνητική αλλαγή (ΣΕΒ, Σύνδεσμος Εξαγωγέων, ΕΒΕΑ, ΣΕΤΕ κλπ.) και από την άλλη σχετικές αναφορές μεγάλων καπιταλιστών υπέρ της κυβέρνησης. Φυσικά η ύπαρξη της παραπάνω κυρίαρχης συνισταμένης στις γραμμές της αστικής τάξης και η έκφρασή της σε πολιτικό επίπεδο σε καμία περίπτωση δεν αποκλείει την ύπαρξη τμημάτων του κεφαλαίου που εκτιμούν ότι τα συμφέροντά τους μπορεί να θιγούν από την προσαρμογή αυτή.

Οσον αφορά τις διεθνείς συμμαχίες της ελληνικής αστικής τάξης, φαίνεται να διατηρείται ο βασικός προσανατολισμός τους ως προς τη συμμετοχή στην ΕΕ και την ΟΝΕ. Φυσικά αυτό σε καμία περίπτωση δε συνεπάγεται ότι δεν υπάρχουν πραγματικές διαφοροποιήσεις στην ιεράρχηση των διεθνών συμμαχιών της αστικής τάξης, τόσο ως ανάγκη διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας για παν ενδεχόμενο, όσο και ως τμήμα της διαπραγμάτευσης στο ζήτημα της διαχείρισης του κρατικού χρέους. Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα στοιχεία σύγκλισης της νέας κυβέρνησης με κάποια ευρωπαϊκά κράτη που πιέζουν προς παρόμοια κατεύθυνση στον τομέα της δημοσιονομικής διαχείρισης (π.χ. Γαλλία, Ιταλία), αλλά και με τις ΗΠΑ, οι οποίες φαίνεται ν' αξιοποιούν -αν και με προσοχή- την κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα για την ανάπτυξη των δικών τους επιδιώξεων στην ΕΕ. Οι παραπάνω συγκλίσεις εκφράζονται τόσο στην κυβερνητική φράση «πολυδιάστατη και ενεργητική εξωτερική πολιτική», όσο και στη σύνθεση της νέας κυβέρνησης, με ενδεικτικές τις τοποθετήσεις του Γ. Βαρουφάκη στο υπουργείο Οικονομικών, του Ν. Κοτζιά στο υπουργείο Εξωτερικών και του Π. Καμμένου στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι αυτή η προσαρμογή γίνεται στο έδαφος της αποδοχής του κεντρικού άξονα της προηγούμενης διαχείρισης, πυρήνας του οποίου ήταν η αναγκαιότητα απαξίωσης της εργατικής δύναμης ως προϋπόθεση εξόδου από την κρίση. Αυτή η αποδοχή εκφράζεται στη διατήρηση του κορμού των εφαρμοστικών νόμων του Μνημονίου, αλλά και στις χαρακτηριστικές δηλώσεις κεντρικών κυβερνητικών στελεχών περί αποδοχής του 70% των προγραμματικών μέτρων και συμπλήρωσής τους με άλλα μέτρα που προτείνει ο ΟΟΣΑ και κινούνται στην ίδια κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση αξιοποιεί ένα τεχνοκρατικό μηχανισμό που στο παρελθόν είχε επίσης αξιοποιηθεί από τη συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ (η πρόσληψη της εταιρίας «LAZARD» για τη διαχείριση του κρατικού χρέους, προτάσεις ΟΟΣΑ κλπ.).

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων που έδωσε στη δημοσιότητα η ίδια η κυβέρνηση. Σε αυτά υπάρχουν διατυπώσεις όπως: «Κατά τη διάρκεια της "γέφυρας" [...] η κυβέρνηση θα ιεραρχήσει την εφαρμογή αυτών των δράσεων που περιλαμβάνονται στις υπάρχουσες συμφωνίες που είναι πλήρως συνεπείς με την πολιτική της εντολή. Συνολικά, θα αντιπροσωπεύουν πάνω από το 70% της συνολικής λίστας των δράσεων που είχαν συμφωνηθεί προηγουμένως», «Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις [...] η κυβέρνηση είναι εντελώς μη δογματική. Είμαστε έτοιμοι και πρόθυμοι να αξιολογήσουμε κάθε σχέδιο ξεχωριστά. Οι αναφορές σε Μέσα Ενημέρωσης ότι η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού του Πειραιά αναιρέθηκε δε θα μπορούσαν να είναι περισσότερο αναληθείς» κλπ.

Παρά το γεγονός όμως της αποδοχής από τη νέα κυβέρνηση του κεντρικού άξονα της διαχείρισης που ακολούθησε η προηγούμενη κυβέρνηση, δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι προσαρμογές που αυτή επιδιώκει. Αυτές οι προσαρμογές είναι ποικίλου χαρακτήρα και διαφορετικής σημασίας για το κεφάλαιο. Ξεκινούν από διάφορους αστικούς εκσυγχρονισμούς σε θεσμούς και λειτουργίες, για να φτάσουν μέχρι το πολύ πιο κομβικό ζήτημα των αλλαγών στο ακολουθούμενο μίγμα της οικονομικής πολιτικής.

Η κυβερνητική διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα σε συνθήκες ενσωμάτωσης στην ΕΕ και ΟΝΕ είχε τα τελευταία χρόνια ως ακρογωνιαίο λίθο της την πολύ περιοριστική δημοσιονομική πολιτική που συμπλήρωνε την -ασκούμενη σε επίπεδο Ευρωζώνης- νομισματική πολιτική. Η ελληνική κυβέρνηση διεκδικεί ως απαραίτητη προϋπόθεση στήριξης από το κράτος μία χαλάρωση της προσπάθειας για σταθεροποίηση.

Φυσικά στο βαθμό αυτής της χαλάρωσης τίθενται συγκεκριμένα όρια λόγω της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΕ και ειδικότερα λόγω της σχέσης της δημοσιονομικής με την αντίστοιχη νομισματική πολιτική που ακολουθείται σε επίπεδο Ευρωζώνης. Αυτά τα όρια εκφράζονται στο περιεχόμενο της προσωρινής τετράμηνης συμφωνίας, αλλά και γενικότερα στη δέσμευση της νέας κυβέρνησης για προώθηση των αναδιαρθρώσεων, στην απεμπόληση της διεκδίκησης από το ΣΥΡΙΖΑ διαγραφής τμήματος του κρατικού χρέους, στην αποδοχή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και στον περιορισμό της αντιπαράθεσης στο ύψος των λεγόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων. Επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ, ως σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με ισχυρές οπορτουνιστικές αναφορές, έχει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων κομμάτων αστικής διαχείρισης στο ζήτημα εξασφάλισης της πολυπόθητης για την αστική τάξη κοινωνικής ειρήνης. Ενδεικτική είναι η μετεκλογική αύξηση της διεισδυτικότητας σε λαϊκά στρώματα της πεποίθησης ότι μια σειρά επιδιώξεις της αστικής τάξης, όπως η συνέχιση της λαϊκής φοροαφαίμαξης και η συνέχιση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων αποτελούν πατριωτικό, εθνικό καθήκον.

Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλουν και σημαντικά τμήματα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, τα οποία προσπαθούν να μετατρέψουν το συνδικαλιστικό κίνημα σε «ουρά» της αστικής κυβερνητικής διαπραγμάτευσης. Ιδιαίτερο βάρος σε αυτή την προσπάθεια πέφτει στις πλάτες του οπορτουνισμού. Χαρακτηριστική είναι η στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία στηρίζει ανοιχτά τις φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις που οργανώνει ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο διευθυντής του «Πριν»,της εφημερίδας του ΝΑΡ, δε διατηρεί κανένα απολύτως πρόσχημα στην υπεράσπιση της διαπραγμάτευσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Η ύλη του τεύχους

Τις παραπάνω εξελίξεις της τελευταίας περιόδου προσπαθούν να κωδικοποιήσουν τα δύο πρώτα κείμενα αυτού του τεύχους. Το άρθρο με τίτλο «Το τοπίο των μετεκλογικών προοπτικών» προσπαθεί να φωτίσει την ουσία των μετεκλογικών εξελίξεων που επιχειρείται να καλυφθεί πίσω από την κυβερνητική προπαγάνδα περί «πρώτης φοράς αριστερά» και περί «νέας εποχής». Ξεχωρίζει τόσο τα στοιχεία στα οποία συνίσταται η συνέχεια σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση, όσο και τις πλευρές εκείνες στις οποίες υπάρχουν προσαρμογές, με πιο σημαντική την επιδιωκόμενη αλλαγή του μείγματος της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Προσπαθεί ν' απαντήσει σε ερωτήματα όπως: Ποια είναι η ταξική ουσία αυτών των προσαρμογών και των κυβερνητικών διαπραγματεύσεων; Ποιοι παράγοντες κρύβονται πίσω από αυτή την προσαρμογή; Σε ποιο διεθνές περιβάλλον λαμβάνει χώρα αυτή η προσαρμογή; Ολα αυτά τα ερωτήματα πραγματεύεται για να καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με τη στάση του εργατικού κινήματος στις νέες συνθήκες με στόχο τη διατήρηση της πολιτικής του αυτοτέλειας και της δράσης του σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Το κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ με τίτλο «Οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ» εστιάζει στην κριτική των βασικών αξόνων της αντιλαϊκής πολιτικής της νέας κυβέρνησης, τουλάχιστον όπως αυτοί είχαν σκιαγραφηθεί πριν την ολοκλήρωση των σχετικών κυβερνητικών διαπραγματεύσεων. Εισαγωγικά κωδικοποιεί τα στοιχεία στα οποία συνίσταται αυτή η διαπραγμάτευση και το πλέγμα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στα πλαίσια της οποίας λαμβάνει χώρα. Στη συνέχεια προχωράει στην ανάδειξη του αντιλαϊκού χαρακτήρα της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ μέσα από τη συγκεκριμένη κριτική στις μέχρι τώρα εξαγγελίες που σχετίζονται με τη μισθολογική πολιτική της, τη φορολογία, την πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, τις θέσεις της νέας κυβέρνησης για τον τραπεζικό τομέα, για τον Τουρισμό. Απ' όλα τα παραπάνω απορρέει η ουσία της προσαρμογής του μίγματος διαχείρισης ως απαραίτητη για την επιδίωξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας στις σημερινές συνθήκες και αντίστοιχα η στάση που πρέπει να κρατήσει το εργατικό κίνημα απέναντι σε αυτήν.

Το κείμενο με τίτλο «Με πυξίδα τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες της γυναίκας» είναι αφιερωμένο στην 8η Μάρτη ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Στο κείμενο παρουσιάζεται η ταξική ρίζα της φυλετικής ανισότητας αλλά και οι παράγοντες που δυσκολεύουν τις γυναίκες να την κατανοήσουν. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις μειωμένες απαιτήσεις και στις αυξανόμενες ανάγκες των γυναικών σε μια σειρά τομείς της κοινωνικής ζωής, στις εργασιακές σχέσεις, στον ελεύθερο χρόνο, στους τομείς της μητρότητας, της υγείας και της πρόνοιας, αλλά και στη στρεβλή αντίληψη των αναγκών που δημιουργεί ο καπιταλισμός. Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα προβάλλεται η γραμμή του ΚΚΕ στα διάφορα μέτωπα πάλης, η αναγκαία εξειδίκευση της δουλειάς του Κόμματος στις γυναίκες, αλλά και ο ιδεολογικός αγώνας απέναντι στις πολυποίκιλες αστικές θεωρίες για το γυναικείο ζήτημα ως προϋπόθεση ανάπτυξης της εργατικής πολιτικής συνείδησης σ' ένα πρωτοπόρο τμήμα γυναικών της εργατικής τάξης. Σε αντιστοιχία με την ταξική ρίζα του γυναικείου ζητήματος προβάλλεται η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και η οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση της γυναίκας από την ταξική και φυλετική καταπίεση και τα αντίστοιχα βήματα που έγιναν σε αυτή την κατεύθυνση κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα.

Με αφορμή την επέτειο των 70 χρόνων από το θάνατο της Γερμανίδας εικαστικού και αγωνίστριας Κέτε Κόλβιτς, στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνεται ένα σύντομο φωτογραφικό αφιέρωμα στο έργο της.

Στην ενότητα «Ιστορία», το κείμενο «Αστικές και νέες οπορτουνιστικές προσεγγίσεις για το Δεκέμβρη του 1944» ασκεί κριτική σε μια σειρά απόψεις που εκφράστηκαν με αφορμή τα 70 χρόνια από το Δεκέμβρη του 1944. Οι αστικές προσεγγίσεις εστιάζουν στη διαστρέβλωση του χαρακτήρα της σύγκρουσης, στην απόκρυψη του γεγονότος ότι αντικειμενικά το επίδικο της σύγκρουσης ήταν το ζήτημα της εξουσίας. Το κείμενο αποκαλύπτει την παραχάραξη των επιδιώξεων του ΚΚΕ και του ρόλου του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ στην Κατοχή, το φαιδρό περιεχόμενο των αστικών απόψεων περί «μοιράσματος του κόσμου» και την αστική προπαγάνδα για την αποκαλούμενη «κόκκινη βία». Οι οπορτουνιστικές προσεγγίσεις με τη σειρά τους αποκρύβουν το γεγονός ότι τα λάθη και οι υποχωρήσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ οφείλονταν σε αντιφάσεις και αδυναμίες της στρατηγικής αντίληψης του ΚΚΕ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, ενώ αμφισβητούν ανοιχτά τη δυνατότητα και αναγκαιότητα ενός επαναστατικού ΚΚ να αντλεί συμπεράσματα από την ιστορία του.

Το κείμενο με τίτλο «Ιστορική πορεία της ιδιοκτησίας στα δάση» ξεχωρίζει τις μορφές που πήρε αυτή η ιδιοκτησία στον ελλαδικό χώρο από το φεουδαρχικό Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας. Ιδιαίτερα στέκεται στο καθεστώς ιδιοκτησίας από τη νίκη της επανάστασης του 1821 μέχρι και τον τελευταίο δασικό νόμο του 2014 και στον τρόπο με τον οποίο αυτή αξιοποιήθηκε κατά καιρούς προς όφελος της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η μελέτη της ιστορικότητας του ζητήματος είναι απαραίτητη μεταξύ άλλων και για την παρακολούθηση της εξέλιξης των σχέσεων στην αγροτική παραγωγή.

Τέλος, στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 1.1.2015 έως 24.2.2015.

“Ριζοσπάστης” Κυριακή 01 Μάρτη 2015