Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Ξαναβλέπουμε μεγάλες στιγμές της Ιστορίας του κινηματογράφου


Μικρομεσαίες και προβληματικές οι πρεμιέρες... Κωμωδίες αδιάφορες έως απλά χαριτωμένες όπως η γαλλική «Θα μείνει μεταξύ μας» (2015) του Ζαν Φρανσουά Ρισέ ή η αμερικάνικη «Κατακούτελα» (2015) του Τζαντ Απατόου. Καλό, το αμερικάνικο ντοκιμαντέρ «Το Βασίλειο των μαϊμούδων» (2015) των Αλιστερ Φόδεργκιλ και Μαρκ Λίνφιλντ. Οι επαναλήψεις / επανεκδόσεις όμως αποτελούν μεγάλες στιγμές της Ιστορίας του κινηματογράφου... με την ταινία του Ρενέ να συνιστά ένα απόλυτο μέγεθος...

ΑΛΕΝ ΡΕΝΕ
Χιροσίμα αγάπη μου
Ο Αλέν Ρενέ (1922-2014) υπήρξε σημαντική φιγούρα του γαλλικού ντοκιμαντέρ και η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του έγινε το εναρκτήριο σάλπισμα του γαλλικού «νέου κύματος» (κι αυτό γιατί συνέπεσε η έξοδος της ταινίας με το απόγειο του «νέου κύματος»). Ο Ρενέ, όμως, είναι τουλάχιστον κατά μια γενιά γηραιότερος των σκηνοθετών της ομάδας των «Καγιέ ντι σινεμά». Ο Ρενέ θεωρείται πρωτοποριακός καλλιτέχνης, βαθιά επηρεασμένος από τη φιλοσοφία για το χρόνο του Ανρί Μπεργκσόν. Και επειδή η κυριότερη θεματική του Ρενέ στρέφεται γύρω από το χρόνο και την ανθρώπινη μνήμη και τη σχέση μεταξύ μνήμης και πολιτικής, ο ίδιος δημιουργεί δυναμιτίζοντας τα συμβατικά όρια της αφηγηματικής μορφής. Η σχεδόν «προυστική» γοητεία που ο χρόνος και η μνήμη ασκεί στον Ρενέ, τον οδηγεί στη διαμόρφωση αξιόλογων δομικά αφηγηματικών μοντέλων, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον γίνονται αντιληπτά πάνω στο ίδιο επίπεδο χώρου και χρόνου, όπου οι έννοιες αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας δεν καθίστανται ποτέ απολύτως διακριτές.
Σπουδαίο το σενάριο, γραμμένο από την Μαργκερίτ Ντυράς, της ασπρόμαυρης ταινίας του Ρενέ - από τις σημαντικότερες ποιητικές ταινίες όλων των εποχών - αφηγείται την ερωτική ιστορία μιας Γαλλίδας ηθοποιού (Αυτή) που βρίσκεται για δουλειά στη Χιροσίμα κι ενός Ιάπωνα αρχιτέκτονα (Αυτός). Μέσα από τη σχέση των δύο εραστών, διερευνάται η σχέση χρόνου και μνήμης σε συμφραζόμενα, ανήκουστης φρικαλεότητας. Οι δύο εραστές ανασύρουν τις οδυνηρές τους μνήμες από τον πρόσφατο πόλεμο, στις διαφορετικές τους πατρίδες. Ο Ρενέ, διατηρώντας την αντίστιξη ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν, κάνει χρήση συνεχώς μετατοπιζόμενων τρόπων αφήγησης - από το αντικειμενικό στο υποκειμενικό - ενώ σε μερικές έκτακτες ενότητες-σεκάνς συνδυάζει δραματικά πλάνα του ζευγαριού που κάνει έρωτα με ντοκουμενταρίστικες λήψεις από τα επακόλουθα της ρίψης της ατομικής βόμβας. Η ταινία «Χιροσίμα αγάπη μου» (1959) μπορεί να ιδωθεί σαν σειρά λογοτεχνικών συνομιλιών, μέσα σε μια χρονική περίοδο 36 ωρών, με πλαίσιο την ερωτική σχέση δύο εφήμερων εραστών. Η ταινία γυρίστηκε 14 χρόνια μετά το ολοκαύτωμα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι. Σήμερα, ξαναβλέποντας κανείς αυτό το μεταμοντέρνο φιλμ, ανακαλύπτει καινούργια και βαθιά θέματα να στεγάζονται κάτω από τη ρομαντική ιστορία του ζεύγους με τις μνήμες και τη λησμοσύνη.
Ο καινοτόμος, προσωπικός τρόπος του Ρενέ στη χρήση διαφόρων τεχνικών, των φλας μπακ, των πλάνων τεκμηρίωσης και αρχείου, του «θρυμματισμένου» χρόνου και της απόλυτα μη γραμμικής αφήγησης καθιστά την ταινία μοναδική. Συμβάλλουν σ' αυτό η χρήση ενός λεπτομερώς δομημένου επαναληπτικού διαλόγου, αλλά και σκηνών που εστιάζουν στην αφήγηση της γυναίκας, ενώ ο άνδρας παρεμβάλλεται λέγοντας ότι «Αυτή» κάνει λάθος, ψεύδεται, τελεί υπό σύγχυση, αρνούμενος να αποδεχτεί τις δηλώσεις της, με τη φημισμένη φράση της ταινίας «Δεν είσαι προικισμένη με μνήμη».
Με τους: Εμανουέλ Ριβά, Εϊτζι Οκάντα κ.ά.
Παραγωγή: «Hiroshima mon amour» - Γαλλία, Ιαπωνία (1959).
ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ
Νοσταλγία
Είναι γνωστό ότι ο ποιητής του κινηματογράφου Αντρέι Ταρκόφσκι είναι γιος ποιητή. Οι εικόνες του καταλυτικές γεμάτες φαντάσματα της μνήμης, σκιές συναισθημάτων που εναλλάσσουν το ξαφνικό με την προοπτική. Στη «Νοσταλγία» που ο σκηνοθέτης άρχισε να γυρίζει στην Ιταλία το 1982 σε σενάριο Τονίνο Γκουέρα - συνεργάτη των Φελίνι, Αντονιόνι και Ρόζι - επιστρέφει η ταρκοφσκική ποίηση που μετουσιώνει σε εικόνες τις μνήμες και τα όνειρα. Εικόνες που εδώ μοιάζουν τραβηγμένες έξω από τον κόσμο τους, μοιάζουν μεγεθυμένες από τη συγκίνηση και ταυτόχρονα άπιαστες. Ισως πρόκειται για το πιο μυστηριακό και απρόσιτο φιλμ του Ταρκόφσκι που όμως έγινε μεγάλη επιτυχία στις Κάννες το 1983, μοιράστηκε μάλιστα το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας με τον Ρομπέρ Μπρεσόν και την ταινία του «Το Χρήμα» (1983). Ο τίτλος «νοσταλγία» αναφέρεται μάλλον στην επιθυμία, στην έλλειψη - σε ευρεία έννοια - του πατρικού π.χ. σπιτιού ή του γενέθλιου τόπου, των παιδικών χρόνων, αυτών που κάποιος αγάπησε κι έχασε... Στην ταινία η αίσθηση αυτής της επιθυμίας είναι τόσο βαλτωμένη σε αδιέξοδα, που κανείς μπορεί να μιλά για άρρωστη κατάσταση, για μελαγχολία...
Νοσταλγία αισθάνεται και ο Ρώσος συγγραφέας Αντρέι που φθάνει στην υποβλητική επαρχία της Σιένας στην Τοσκάνη στα ίχνη ενός Ρώσου μουσικού που σπούδαζε στην Μπολόνια στα τέλη του 1800 και πέρασε κάποιες μέρες του σ' αυτά τα μέρη. Ο Ρώσος μουσικός επέστρεψε στη Ρωσία - σπρωγμένος και στιγματισμένος από τη νοσταλγία - για να αυτοκτονήσει, δυστυχής και αλκοολικός. Κι ο συγγραφέας που αισθάνεται εκλεκτική συγγένεια με το μουσικό, νοσταλγεί τη σύζυγο που άφησε πίσω στην πατρίδα κι ας συνοδεύεται από μια Ιταλίδα μεταφράστρια μποτιτσελικού κάλλους. Περισσότερο από νοσταλγία θα μπορούσε να είναι ανία αυτό που αισθάνεται ο πρωταγωνιστής. «Ανία για τα πάντα», λέει ο ίδιος, ενώ διανύει μια περίοδο απάθειας που ούτε οι ομορφιές της αρχαίας Ετρουρίας, ούτε η αγαλματένια αλλά άχρωμη και άοσμη κόρη Εουτζένια μπορούν να γιατρέψουν. Ο Αντρέι έχει μεγαλύτερη σχέση με το σκύλο του, που τον ακολουθεί πιστά σε κάθε βήμα. Το τρίο συμπληρώνεται με τον Ντομένικο, έναν τρελό που είχε κλείσει την οικογένειά του για 7 χρόνια στο σπίτι περιμένοντας το τέλος του κόσμου και τώρα εκστομίζει μηνύματα για τη λύτρωση της ανθρωπότητας. Θεμελιώδη ερωτήματα που θέλουν να προσδώσουν στην ταινία ένα φιλοσοφικό αποτύπωμα, που αναδύονται εδώ κι εκεί επί 2 μακρές ώρες, παραμένουν αναπάντητα κι η ταινία γίνεται συνεχώς όλο και πιο «παρατηρητική» (η βροχή που πέφτει πάνω στα αντικείμενα).
Η «Νοσταλγία» είναι έντονη και ο Ταρκόφσκι ξέρει να αναμειγνύει με σοφή μαεστρία, ποίηση, λογοτεχνία, υπαρξισμό και φωτογραφία. Υποβλητικότατα τα φλας μπακ από τον γενέθλιο τόπο σε χρώμα σέπια. Η επίμονη αισθητική έρευνα όμως, η πρόζα και οι σιωπές που ξεμυτούν μερικές φορές υπερβολικές και τραβηγμένες από τα μαλλιά, κάνουν την ταινία, σε σημεία, βαριά.
Ο Ταρκόφσκι - με τον αυτάρεσκο ναρκισσισμό του μαέστρου - είναι σίγουρα προικισμένος με βαθιά παρατηρητικότητα για την ομορφιά, αλλά η συγκεκριμένη ταινία δεν μοιάζει να δίνει πολλά στους άλλους...
Με τους: Ερλαντ Γιόσεφσον, Ολεγκ Γιανκόφσκι, Ντομιτσιάνα Τζιορντάνο, κ.ά.
Παραγωγή: Ιταλία (1983).
ΜΑΘΙΟΥ ΓΟΥΟΡΚΟΥΣ
Pride
Το 1984-85, πάνω από 160.000 Βρετανοί ανθρακωρύχοι βρίσκονταν σε απεργία για 51 βδομάδες, προασπίζοντας δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Η πολύμηνη απεργία τέλειωσε άδοξα, λόγω των κυβερνητικών εκβιασμών, της εξαγοράς και της οικονομικής εξαθλίωσης των απεργών και των οικογενειών τους. Η επιστροφή των ανθρακωρύχων συνοδεύτηκε με πανωλεθρία, κύμα απολύσεων και κυβερνητικά αντίποινα κάθε είδους. Διάφορα τμήματα της βρετανικής κοινωνίας στάθηκαν αλληλέγγυα στους απεργούς. Μεταξύ των πολλών και η κοινότητα των ομοφυλοφίλων - εκείνη την εποχή στόχος των αρχών αλλά και μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Σ' αυτό το ιστορικό πλαίσιο - που στιγματίζεται κι από την εμφάνιση του θανατηφόρου τέρατος του AIDS - τοποθετεί την ταινία του ο Γουόρκους, σκηνοθέτης με προέλευση θεατρική, που με φόντο ένα οξύτατο κοινωνικό δράμα, πλέκει μια ιστορία με μορφή κωμωδίας και χάπι εντ και εστιάζει στη συνάντηση - σύγκρουση μιας ομάδας νεαρών γκέι από το Λονδίνο που συλλέγουν χρήματα για τους απεργούς με τους τραχείς και αφιλόξενους επαρχιώτες της εργατικής περιοχής. Βέβαια αναμενόμενο ότι μετά τις αρχικές δυσκολίες, λόγω προκαταλήψεων κυρίως, γκρεμίζονται όλα τα εμπόδια μεταξύ τους. Μάλιστα, όταν οι γκέι θα χρειαστούν την αλληλεγγύη των ανθρακωρύχων, αυτοί θα είναι εκεί...
Οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση της εποχής ανύπαρκτες. Βέβαια, η ταινία δε θέλει να μιλήσει για τους απεργούς, τους χρησιμοποιεί απλά σαν πλαίσιο μιας ιστορίας που εστιάζει στην εξέλιξη μιας ανθρωπολογικής πραγματικότητας. Η ταινία «Pride» (2014) παίζει στο ίδιο γήπεδο με αντίστοιχα πετυχημένους μύθους/ιστορίες με κοινωνικό πάθος και ειλικρίνεια και καρδιά αουτσάιντερ της δεκαετίας του '90, όπου η ύπαιθρος αναμετριόταν με το άστυ και οι «ελεύθεροι» στοχαστές με τους συντηρητικούς/αντιδραστικούς. Βαρετή, προβλέψιμη νοσταλγία, με οκνηρή αφήγηση. Στην ταινία συστρατεύονται όλα τα μέσα για να βγει κάτι που θα ικανοποιήσει τους πάντες. Θείτσες της επαρχίας ροκάρουν θαρραλέα στο γκέι μπαρ, ξεφυλλίζουν αχόρταγα πορνό γκέι περιοδικά κι ανεμίζουν ένα ροζ δονητή. Ουαλοί ανθρακωρύχοι ξαφνικά λικνίζονται στους ρυθμούς της τζαζ, ενώ άλλοι τους κοιτούν σοκαρισμένοι. Ενώ από την άλλη: Μα τι χαριτωμένοι που είναι αυτοί οι γκέι! Τι χαρούμενοι και τι πολύχρωμοι και τι ωραία που χορεύουν! Αλλά και τι κουράγιο ν' αφήνουν το Λονδίνο και τη Gay Pride (παρέλαση) και να τρέχουν να δείξουν την αλληλεγγύη τους στους απεργούς. Μονοδιάστατοι χαρακτήρες και συνεχής ηθικολογία. Ισως το ουσιαστικό πρόβλημα του φιλμ να εντοπίζεται στην έλλειψη ενός δυνατού, κεντρικού χαρακτήρα, που θα στήριζε όλο το οικοδόμημα...
Με τους: Μπιλ Νάι, Αντριου Σκοτ, Ντομινίκ Γουέστ, Ιμέλντα Στάντον, Πάντι Κονσιντάιν κ.ά.
Παραγωγή: Μ. Βρετανία (2014).

ΚΡΙΤΙΚΗ: Τζία ΓΙΟΒΑΝΝΗ





Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Πρεμιέρες αρκετές, τίποτα το συγκλονιστικό... (Κινηματογράφος)


Βουτηγμένοι στο χάος οι τίτλοι ταινιών που κυκλοφορούν: «Το μικρό χάος» (πρόκειται περί μικρο-μεσαίου και προβληματικού) αλλά και το μεγάλο, τεράστιο «Χάος» των Ταβιάνι... Πρεμιέρες αρκετές, τίποτα το συγκλονιστικό, που θα βασανίζει το μυαλό μας καιρό μετά... Εξαιρείται το «Χάος»... κατά τ' άλλα, βγαίνει απόψε στις αίθουσες η αμερικανο - βρετανική συμπαραγωγή «Ο Κος Χολμς» (2015) - (Mr. Holmes) σε σκηνοθεσία Μπιλ Κόντον. Από το μυθιστόρημα του Αμερικανού Μιτς Κάλιν «A Slight Trick of the Mind», o σκηνοθέτης παρουσιάζει τον πραγματικό Χολμς, σε αντιπαράθεση μ' εκείνον της φαντασίας του Δρ. Γουάτσον, που μετέτρεψε τις περιπέτειες του Χολμς σε μπεστ σέλερ. Το 1947, 93χρονος ο Σέρλοκ Χολμς, βρίσκεται αποτραβηγμένος στο παραθαλάσσιο σπίτι του, διανύοντας την τελευταία περίοδο της ζωής του φροντίζοντας τις μέλισσές του και αναζητώντας απαντήσεις στα μυστήρια της ζωής και της αγάπης. Γέρος με τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, αναγκάζεται για πρώτη φορά να έρθει σε επαφή με τα συναισθήματά του. Μια διαφορετική ματιά, μέσα από μια φανταστική βιογραφία, που φαντάζεται τον ένοικο της οδού Μπέικερ, αριθμ. 221B άνθρωπο θρασύτατα διαστρεβλωμένο από τον ίδιο του το μύθο...
Βγαίνει επίσης μια ακόμα ταινία εποχής, καλογυρισμένη, με θεατρικότητα και καλές ερμηνείες. Ελάχιστα πρωτότυπη όμως σε ό,τι αφορά τη θεματική και την αναπαράσταση που βασίζεται σε σχέσεις αντιφατικότητας. Αγγλόφωνοι ηθοποιοί υποδύονται τους Γάλλους, τα γυρίσματα στην Αγγλία προσπαθούν να αναπαραγάγουν την αυθεντικότητα και τη δυναμική στις σχέσεις αισθητικής της Αυλής του Λουδοβίκου 14ου. «Ενα μικρό χάος» (2014) - (A little chaos) ο τίτλος της ταινίας σε σκηνοθεσία Αλαν Ρίκμαν αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας ευγενούς στην ψυχή, έμπειρης και ικανής στο να φροντίζει τους κήπους που, εργαζόμενη πλάι στο φημισμένο αρχιτέκτονα, στην Αυλή του Βασιλιά Ηλιου στις Βερσαλίες, έρχεται αντιμέτωπη με την μικροπρεπή ευγένεια του αίματος. Στους ρόλους η Κέιτ Γουίνσλετ, ο Στάνλεϊ Τούτσι και ο Ματίας Σενέρτς.
Πρεμιέρα τέλος και για την αμερικάνικη, σοφιστικέ, σέξι και ρομαντική κομεντί του συρμού «Πώς να Κάνετε Ερωτα σαν Εγγλέζος» (2014) - «How to Make Love Like an Englishman» του Τομ Βον, για την οποία φθάνει να αναφέρουμε τους πρωταγωνιστές της Πιρς Μπρόσναν, Σάλμα Χάγιεκ, Τζέσικα Αλμπα και Μάλκολμ ΜακΝτάουελ...

ΚΡΙΤΙΚΗ: Τζία ΓΙΟΒΑΝΝΗ


ΠΑΟΛΟ και ΒΙΤΟΡΙΟ ΤΑΒΙΑΝΙ
Χάος
Ο τίτλος της υποβλητικής και επιβλητικής ταινίας των Ταβιάνι βγαίνει από τα λεγόμενα του ίδιου του Πιραντέλο: Εγώ είμαι γιος του Χάους, όχι αλληγορικά αλλά κυριολεκτικά, γιατί γεννήθηκα σε μια περιοχή που το όνομά της έρχεται από το αρχαιοελληνικό Χάος.
Στη μαγική και μαγευτική ταινία «Χάος», η μυθοπλασία προστίθεται στη μυθοπλασία. Αν ο Πιραντέλο χρησιμοποιεί αντεστραμμένα κιάλια για να απομακρυνθεί από τα κοντινά του πράγματα, τη γη του, για να τα διηγηθεί με ειρωνική και γκροτέσκα διάθεση, η προσέγγιση Ταβιάνι έρχεται όσο πιο κοντά σε μια γη που δεν είναι δική τους, για να βρουν τις ιστορίες που να ταιριάζουν περισσότερο στο δικό τους φαντασιακό. Δημιουργείται έτσι μια σχέση διαλεκτική, ένα τραγούδι και μια αντίστιξη, ανάμεσα στις εικόνες του Πιραντέλο κι εκείνες των δύο Τοσκάνων αδελφών. Ο πρώτος, με τη μορφή του μαύρου κόρακα, μ' ένα κουδουνάκι στο λαιμό του, πετά πάνω από τη Σικελία και ενοχλεί με το καμπανάκι του, την ακινησία αυτών των λαμπερών τοπίων. Οι δεύτεροι πατούν στη γη με τράβελινγκ και με πλάνα πολύ κοντινά στα πρόσωπα των χαρακτήρων, που ξεδιπλώνουν τις μνήμες τους.
Ο κόρακας παρατηρεί από ψηλά, ενώ χαμηλά, ο λόγος και η κινηματογραφική μηχανή μετατρέπουν την παρατήρησή του σε γεγονότα, συγκινήσεις και συναισθήματα. Για τους Ταβιάνι, όπως και για τον Πιραντέλο, τα πάντα είναι μύθος, ιστορίες για αφήγηση, εφεύρεση και παραπλάνηση...
Και εδώ εμφανίζεται το παρόν σε κάθε ταινία των Ταβιάνι «αφηγηματικό εγώ». Στο «Χάος», ταινία που αναπτύσσεται σε τέσσερα κύρια επεισόδια και έναν επίλογο, το νήμα που ενώνει τα επεισόδια μεταξύ τους είναι ο μαύρος κόρακας. Αναφέρουμε τους τίτλους των επεισοδίων: «Ο άλλος γιος», «Ο Φεγγαροχτυπημένος», «Το κιούπι», «Ανάπαυσιν αιωνίαν» και τέλος «Συνομιλία με τη μητέρα», ο τίτλος του επιλόγου. Στην ταινία υπάρχουν μεγάλες γυναικείες μορφές που αφηγούνται την ύπαρξή τους, ένα μείγμα της Ιστορίας, των συναισθημάτων, των αρχών που τις διέπουν και των δεισιδαιμονιών. Αφηγούνται ξανά και ξανά στα παιδιά και τους νέους, σε όσους θα τις ακολουθήσουν στο δύσκολο έργο της ζωής...
Αφηγείται η μητέρα στο πρώτο επεισόδιο, εκείνο του γιου που γεννήθηκε μέσα από το βιασμό της γυναίκας από ένα ληστή. Αφηγείται και η μητέρα του Πιραντέλο για την εξορία, το υποχρεωτικό ταξίδι, εκείνη τη μέρα κάτω από τον ήλιο, τη θάλασσα και το απρόσμενο μπάνιο, στο επεισόδιο του επίλογου. Μητέρες, γυναίκες που αφηγούνται... Εδώ ακριβώς επεμβαίνουν οι Ταβιάνι, σε αυτό τον ποταμό από λέξεις, που από στόμα σε στόμα φουσκώνει τη λαϊκή κουλτούρα...
Με τους: Ομέρο Αντονούτι, Μαργκαρίτα Λοτσάνο, Κλάουντιο Μπιγκάλι, Στάνκο Μολνάρ κ.ά.
Παραγωγή: Ιταλία (1984).

ΣΕΘ ΜΑΚΦΕΡΛΑΝ
TED 2
Ο αθυρόστομος λούτρινος αρκούδος που βρίζει ασύστολα κι εκστομίζει ό,τι του περνά απ' το μυαλό, επιστρέφει. Ο πυρήνας της Ιστορίας, που γύρω του κολλούν σαν αχιβάδες τα επεισόδια, γνωστός από τον πρώτο TED του 2012. Δυο φίλοι για όλη τη ζωή: Ο 35χρονος Μαρκ Γουόλμπεργκ και ο κολλητός του αρκούδος Τεντ. Εδώ, με επτά χρόνια απόσταση από το στόρι του πρώτου, ο Γουόλμπεργκ έχει χωρίσει (λόγω εγκυμοσύνης της Μίλα Κούνις) και ο Tεντ έχει παντρευτεί, αλλά αντιμετωπίζει συζυγικά προβλήματα που μόνο η έλευση ενός παιδιού θα μπορούσε να λύσει... Μόνο που, επειδή ο λούτρινος Τεντ δεν διαθέτει ένα σημαντικό, γι' αυτή τη δουλειά, όργανο, το ζεύγος στρέφεται προς την υιοθεσία. Για το νόμο ο Τεντ είναι «αντικείμενο», δεν μπορεί να προβεί σε υιοθεσία. Ετσι ο αρκούδος φθάνει στα δικαστήρια - με μια νεαρή παθιασμένη με τα ανθρώπινα δικαιώματα νομικό - να παλέψει για το δικαίωμά του να είναι αυτός που είναι: ο Τεντ.
Το γεγονός πως ο Τεντ είναι λούτρινος προσφέρει ιδανική απενοχοποίηση σε μια ταινία αναιδή, αγενή και σε τελική ανάλυση βαρετή. Οι κάποιες ακραίες κωμικές καταστάσεις δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα. Αστεϊσμοί χαμηλού επιπέδου με γέλια εκκωφαντικά, διάλογος ασυγκράτητος, εκνευριστικές ρατσιστικές κορόνες, συνθέτουν το κακό σίκουελ με τα μπαγιάτικα και σαθρά υλικά, το βασισμένο σε αυτό που λέμε χτυπήματα «κάτω από τη μέση»...
Με τους: Μαρκ Γουόλμπεργκ, Αμάντα Σέιφριντ, Μόργκαν Φρίμαν, Λίαμ Νίσον, κ.ά.
Παραγωγή: ΗΠΑ (2015).

ΜΑΤΙΕ ΑΜΑΛΡΙΚ
Το μπλε δωμάτιο
Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Ματιέ Αμαλρίκ μεταφέρει στο σινεμά το ομότιτλο μυθιστόρημα του πολυγραφότατου Βέλγου, γεννήτορα του επιθεωρητή Μαιγκρέ, Ζορζ Σιμενόν, σε μια σύντομη, γοητευτική ταινία, για δύο εραστές, για ένα σεξουαλικό σκάνδαλο που εξελίσσεται σε φόνο και που μαζεύει τα - σαν από σπασμένο καθρέφτη - κομμάτια του, μέσα από την αστυνομική ανάκριση. Η ομιχλώδης αστυνομική ταινία, που σέβεται τις χοντρές γραμμές του συγγραφέα, επιφανειακά άνευρη, υποδόρια όμως πυκνή, σκληρή, παθιασμένη και κυρίως κρυπτογραφημένη, αρχίζει με ένα ζευγάρι εραστών που κάνουν έρωτα έντονο, με σπέρμα και αίμα, με πλάνα κοντινά και πολύ κοντινά, που σκοντάφτουν σε πρόσωπα, λεπτομέρειες και αντικείμενα, στο γαλάζιο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, δίπλα στο σταθμό μιας μικρής επαρχιακής πόλης.
Βουτηγμένη στη σίγουρη, ψυχρή γοητεία του μπλε και της όχρας, η ταινία αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από μια απλή άσκηση στυλ. Ο εραστής - στο ρόλο ο σκηνοθέτης Ματιέ Αμαλρίκ - αφηγείται την ιστορία που επικεντρώνεται στην ερωμένη του, που ήταν η γυναίκα της ζωής του, αυτή που του χάρισε την υπέρτατη σεξουαλική απόλαυση. Κι έρχεται ο ξαφνικός θάνατος του συζύγου της ερωμένης, για να γεννήσει την υποψία ότι ο θάνατος αυτός δεν ήταν φυσικός... Ο εραστής αφηγείται την ιστορία στο θεατή, ταυτόχρονα στους αστυνομικούς, στο δικαστικό... Ο Αμαλρίκ, με την ελεύθερη ιμπρεσιονιστική του σκηνοθεσία και το μοντάζ καλειδοσκοπίου, διακινδυνεύει να αποπροσανατολίσει το κοινό και τους θαυμαστές του Σιμενόν. Μετά συμβαίνει ακόμα ένα έγκλημα, που πυροδοτεί τη δικαστική μηχανή, που ξαναφέρνει στην επιφάνεια το παρελθόν, την αμαρτία, την αμφιβολία, την καχυποψία... Η δικαιοσύνη θυμίζει συνεδρία ψυχανάλυσης με τα έντονα φλας μπακ και τις εικόνες που επανέρχονται. Μοιάζει με τράπουλα που ανακατεύεται ξανά και ξανά. Τα κλειδιά της αφήγησης αντιθετικά και συμπληρωματικά, ενώ το όποιο «ουσιαστικό» κρύβεται στις βουβές συγκινήσεις, στις τύψεις για τον έρωτα, στον πόνο των ανθρώπων που φέρνουν οι ομολογίες και η σιωπή της μη διάψευσης. Είναι αυτή η παλέτα των ανεξιχνίαστων αισθήσεων, το στοιχείο στην ταινία που κατορθώνει να ξαφνιάζει...
Με τους: Ματιέ Αμαλρίκ, Στεφανί Κλεό, Λεά Ντρυκέρ κ.ά.
Παραγωγή: «La chambre bleue» - Γαλλία (2015).

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Πρεμιέρες, επανεκδόσεις και φεστιβάλ... (Κινηματογράφος)


Μακρύ Καυτό Καλοκαίρι (1958)
Μακρύ Καυτό Καλοκαίρι (1958)
Την περασμένη βδομάδα οι περισσότερες «πρεμιέρες» τραβήχτηκαν από την κυκλοφορία καθώς η προσέλευση κοινού στις αίθουσες αναμενόταν προβληματική... Και αυτήν τη βδομάδα η κίνηση δεν προβλέπεται καλύτερη. Κάπως έτσι φαίνεται εκτίμησαν την κατάσταση και οι διανομείς, γιατί απόψε ρίχνουν στην αγορά δελεαστικές πρεμιέρες με «έξτρα λαρτζ» δόσεις σεξ! Σεξ που εκτείνεται από τις μη ηδονοβλεπτικές προθέσεις του Οσιμα, έως τον αγοραίο, αυστραλοαμερικάνικο, ερωτισμό... Το πνεύμα της βδομάδα, πάντως, εκφράζει μεταφορικά ο (παλαιότερος) τίτλος της αμερικάνικης ταινίας του Μάρτιν Ριτ «Πόθοι στην κάψα του καλοκαιριού», που επανεκδίδεται απόψε ως «Μακρύ καυτό καλοκαίρι» (1958)...
***
Η κλασική ιαπωνική ταινία του Ναγκίσα Οσιμα «Η αυτοκρατορία των αισθήσεων» (1976), που βγαίνει ξανά απόψε στις αίθουσες, αναπαριστά μια πραγματική ιστορία που έλαβε χώρα στη μιλιταριστική Ιαπωνία του 1936. Αφηγείται τον ακατάπαυστο, ενστικτώδη και μακάβριο ερωτισμό που πυροδοτεί τη σχέση των δύο εραστών, μιας υπηρέτριας, πρώην πόρνης και του εργοδότη της. Σχέση σύζευξης έρωτα και θανάτου που φτάνει σε ακρότητες, στην απόλυτα στοιχειώδη της έκφανση. Η ταινία θεωρήθηκε πορνό και μάλιστα σκληρό, στο παρελθόν. Δοκίμιο πάνω στον ερωτισμό κι όχι απλά ερωτική ταινία, τη χαρακτήριζε ο Βασίλης Ραφαηλίδης, υπογραμμίζοντας πως καταδεικνύεται «κατ' αρχήν, η σεξουαλικότητα ως μια κατάσταση "ιστορική", δηλαδή κάθε άλλο παρά μεταφυσική...» Η σκληρή ιαπωνική λογοκρισία εμπόδισε τον σκηνοθέτη να ολοκληρώσει το φιλμ του όπως αυτός το είχε οραματιστεί. Ο Οσιμα για να υπερπηδήσει το εμπόδιο, βαφτίζει την ταινία «γαλλική παραγωγή» και στέλνει παράνομα το υλικό στα εργαστήρια της εταιρείας όπου ο ίδιος θα κάνει μυστικά το μοντάζ και την επεξεργασία της. Ετσι, η ταινία που επίσημα καταχωρείται γαλλική παραγωγή, πραγματοποιεί (λογοκριμένη) την πρεμιέρα της στην Ιαπωνία το 1976 εν μέσω πλήρους αμηχανίας των κριτικών και πολύχρονης προσφυγής της κυβέρνησης στα δικαστήρια για προσβολή δημοσίας αιδούς. Ο Οσιμα θα αθωωθεί μετά από τεράστια ταλαιπωρία ενώ, η καλλιτεχνική δύναμη της ταινίας θα την καταστήσει μοναδική («Ριβιέρα»).
***
ΝΟ (2012)
ΝΟ (2012)
Πολυποίκιλες σεξουαλικές φαντασιώσεις κυριαρχούν στη «σκηνοθετημένη» και ανόητη αυστραλέζικη κωμωδία «Μαζί σου κι ας πεθάνω» (2014), πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Τζος Λόσον που θα έπρεπε μάλλον να τιτλοφορείται «Ο οργασμός και πώς να τον αποκτήσετε». Μια ταινία για τις κρυφές σεξουαλικές επιθυμίες πέντε σύγχρονων ζευγαριών και τίποτα περισσότερο... («Αελλώ», «Δεξαμενή», κ.λπ).
***
Σε τόνους φτηνιάρικα αισθησιακούς το σίκουελ στο «Magic Mike» (2012) του Σόντερμπεργκ, «Magic Mike XXL» (2015) του Γκρέγκορι Τζέικομπς που κάνει πρεμιέρα απόψε. Χορταστική σε ερωτικές φαντασιώσεις - με αποδέκτη το γυναικείο κοινό - η αμερικάνικη κωμωδία όπου, οι πρωταγωνιστές της ταινίας του Σόντερμπεργκ συναντούνται ξανά σε εκδοχή «έξτρα λαρτζ», σ' ένα είδος roadmovie, με την παρέα των αρσενικών στρίπερ, να ταξιδεύουν από το ένα μέρος της Αμερικής στο άλλο, με τελικό προορισμό το σέξι σόου στο Μιρτλ Μπιτς, σε μια ταινία που δεν έχει συνοχή ολότητας και δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια σειρά επεισοδίων. Οι δημιουργοί της απόρριψαν την ιδέα της χρήσης ενός «στόρι». Οι ανδρικοί χαρακτήρες δραματουργικά, διαγράφονται ισχνότεροι και από τσιγαρόχαρτο. Αφαιρώντας βέβαια το στόρι γεμίζει υποχρεωτικά ο χώρος που αδειάζει με όσο περισσότερο γίνεται, απ' αυτό που, αποδεδειγμένα, πουλά στο γυναικείο κοινό: Ημίγυμνοι, καλογυμνασμένοι άνδρες σε ερωτική εμφάνιση... (αν επιμένετε δείτε το σπίτι σας...)
***
Θυμάστε βέβαια την τραγουδίστρια Εϊμι Γουάινχάουζ που πέθανε από ανακοπή καρδιάς, στα 27 της, στο σπίτι της στο Λονδίνο, από υπερβολική χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών. Στο ντοκιμαντέρ «Amy: Το κορίτσι πίσω από το όνομα» (2015), ο σκηνοθέτης Ασίφ Καπάντια, γυρίζει πίσω το χρόνο, ξαναβρίσκει το μικρό κοριτσάκι προτού παρασυρθεί απ' το ξασμένο μαλλί και το υπερβολικό αδυνάτισμα, προτού χάσει τον εαυτό της. Τηλεοπτικού χαρακτήρα ντοκιμαντέρ, προχωρά με γραμμική αφήγηση, δεν ψάχνει για κρυμμένα μυστήρια, δεν κρύβει τίποτα - ούτε και τη φωτογραφία του πτώματος - και δεν «αφήνει» την επαφή με τα γεγονότα. Χωρίς ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον η ταινία, δίνει την εντύπωση ότι δεν παραβιάζει κάτι που προξενεί πόνο. Ενδιαφέρον το ότι στέκεται στους στίχους των τραγουδιών των συνδεδεμένων με τη ζωή της τραγουδίστριας που μιλούν με τη νιότη της γραφής και τις επιλεγμένες λέξεις. Το πορτρέτο της Εϊμι Γουάινχάουζ δεν είναι άλλο απ' αυτό μιας μικρόσωμης κοπέλας προικισμένης με μεγάλη φωνή που θα μάθαινε τη ζωή, εάν το σώμα της, της έδινε λίγο χρόνο... («Village»)
***
Λέγεται ότι τα έργα του Γουίλιαμ Φόκνερ μεταφέρονται δύσκολα στο σινεμά. Το πυκνό, ποιητικών τόνων σενάριο της ταινίας «Μακρύ, καυτό καλοκαίρι» (1958) του Μάρτιν Ριτ (στη «μαύρη λίστα» του Μακάρθι), βασίστηκε κύρια στο μυθιστόρημα «The Hamlet» και σε δύο άλλα, σύντομα διηγήματα του Αμερικανού συγγραφέα. Κοινωνικό δράμα με εξαίρετο καστ, κάπου θυμίζει τη συνομίληκή του, «Λυσσασμένη γάτα» (1958) του Ρίτσαρντ Μπρουκς απ' το θεατρικό του Τενεσί Γουίλιαμς. Και εδώ πρωταγωνιστεί ο Πολ Νιούμαν, ως όμορφος και περιπλανώμενος Μπεν, που φθάνει σε μια ζεστή κωμόπολη του αμερικάνικου Νότου και σε χρόνο μηδέν, κερδίζει την εύνοια του βαθύπλουτου Γουίλ Βάρνερ, ο οποίος βλέπει στον Μπεν, τον νεαρό του εαυτό. Η εκδοχή αυτή του Γουίλ Βάρνερ που υποδύεται ένας Ορσον Γουέλς - φτυστός ο Χανκ Κουίνλαν από το «Touch of Evil» (1958) - έχει μια εγωιστική επιθυμία να δει, πριν πεθάνει, εγγόνια από τα παιδιά του. Ερχεται, λοιπόν, σαν γάντι ο Μπεν, ως γαμπρός για την ανεξάρτητη κόρη του Κλάρα. Στο ρόλο, η Τζόαν Γουντγουόρντ που μετά την πρεμιέρα της ταινίας εκείνη και ο Νιούμαν παντρεύτηκαν και στη ζωή. Το φιλμ ξεκινά δυναμικά, μετά με βουτιά καταλήγει πλαδαρά, με τους ψυχρούς χαρακτήρες να μεταλλάσσονται σε μελοδραματικούς και να τακτοποιούνται με οικογένειες και τέτοια παρεμφερή. Η ταινία συμμετείχε στο διαγωνιστικό του φεστιβάλ των Καννών το 1958, όπου ο Νιούμαν έλαβε το Α' βραβείο ερμηνείας ανδρικού ρόλου και άνοιξε διάπλατα η λεωφόρος της καριέρας του. Μια καριέρα που για χρόνια υπήρξε μόνο ανοδική, μαζί με τον σκηνοθέτη Μάρτιν Ριτ και το ζεύγος των προικισμένων σεναριογράφων Ιρβινγκ Ράβετς και Χάριετ Φρανκ Τζ. που συνεργάστηκαν και στις ταινίες «Hud» (1961) και «Hombre» (1967) («Λαΐς», «Αβάνα», «Διονυσία»)
***
Στο «Αστυ», συνεχίζεται η γιορτή των κινηματογραφόφιλων! Οι επόμενες δύο βδομάδες (9 -22 Ιούλη), φιλοξενούν Φεστιβάλ Ντέιβιντ Λιντς, όπερ σημαίνει οκτώ από τις καλύτερες ταινίες του «καλτ» δημιουργού. Καθημερινά προβάλλονται δύο ταινίες με ένα ενιαίο εισιτήριο. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται οι: «Μulholland Drive» (2001), με τη Ναόμι Γουότς, «Inland Empire» (2006), με τον Τζέρεμι Αϊρονς, «The Straight Story» (1999) - η πιο νορμάλ ταινία του Λιντς, για έναν 73χρονο που διέσχισε τη μισή Αμερική πάνω σε μηχανή του γκαζόν, επειδή λόγω κακής όρασης δεν είχε άδεια οδήγησης, για να επισκεφτεί τον άρρωστο αδελφό του. Ακολουθεί η σουρεαλιστική «Eraserhead» (1976) με τον Τζακ Νανς, η κλασική πια «Χαμένη Λεωφόρος» (1996) με την Πατρίτσια Αρκέτ, το ατμοσφαιρικό road movie «Ατίθαση Καρδιά» (1990) με τον Νίκολας Κέιτζ, «Ο Ανθρωπος Ελέφαντας» (1980), με οκτώ οσκαρικές υποψηφιότητες, τον Αντονι Χόπκινς και την Αν Μπάνκροφτ, ενώ ο κύκλος Λιντς ολοκληρώνεται με την εμβληματική ταινία μυστηρίου «Μπλε Βελούδο» (1986) με τους Ντένις Χόπερ και Ιζαμπέλα Ροσελίνι.
Στον «Ζέφυρο» τώρα, συνεχίζεται η προβολή της κωμωδίας του Τζον Χιούστον «Πιο δυνατός απ' τον διάβολο» (1953), το σπουδαίο φιλμ νουάρ του Τζ. Ούλμερ «Παράκαμψη» (1945), η νουάρ ταινία της Ιντα Λουπίνο «Ο δολοφόνος της λεωφόρου» (1953), καθώς και η «Τριλογία του πολέμου» του Αλεξάντρ Ντοβζένκο, που απαρτίζεται από τις «Σβενιγκόρα» (1928), «Οπλοστάσιο» (1929) και «Γη» (1930), στην «Αλκυονίδα» και το «Στούντιο».
***
Στον απόηχο, τέλος, του δημοψηφίσματος, για να εμβαθύνουμε στο θέμα, καλό κ' αγαθό θα ήταν, να βρούμε και να (ξανα)δούμε προσεκτικά την ταινία του Χιλιανού, Πάμπλο Λαρέν, «ΝΟ» (2012) για το δημοψήφισμα του Πινοσέτ το 1988, με ερώτημα: «Ανανέωση ή όχι της θητείας του Πινοσέτ, για άλλα 8 χρόνια». Η ταινία εστιάζει στην τηλεοπτική εκστρατεία της συνασπισμένης αντιπολίτευσης, υποστηρικτών του «ΟΧΙ», που η κάλπη ανέδειξε νικητές... Ο Ρενέ (Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ), γιος εξορισθέντα πολιτικού της αντιπολίτευσης, σπούδασε διαφήμιση στην Αμερική και επέστρεψε στη χώρα του με ανανεωτικό, εκσυγχρονιστικό αέρα...
Και προσλαμβάνεται από την αντιπολίτευση του «ουράνιου τόξου» να αναλάβει τα σποτ του «ΟΧΙ» που θα παίζουν προεκλογικά στην κρατική τηλεόραση. Ο διευθυντής της εταιρείας που εργάζεται, έχει αναλάβει τη διαφημιστική καμπάνια του κυβερνητικού «ΝΑΙ». Οι δύο διαφημιστές, καίτοι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές και διαφορετικές «σχολές», καίτοι χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους και εργαλεία για τη διαμόρφωση και την αναπαραγωγή της κοινής γνώμης, στην ουσία δε διαφέρουν καθόλου, μια που αμφότεροι στηρίζουν το ίδιο μοντέλο ανάπτυξης... «Για μένα, το "ΟΧΙ" της εκστρατείας ήταν το πρώτο βήμα προς την εδραίωση του καπιταλισμού ως "μόνου βιώσιμου" συστήματος στη Χιλή. Αυτό δεν ήταν "μεταφορά", αλλά ένα σαφές προϊόν διαφήμισης, προσαρμοσμένο στο πλαίσιο της πολιτικής», αναφέρει ο σκηνοθέτης Πάμπλο Λαρέν...

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Επιμένουμε: «Γη» του Ντοβζένκο. Ταινία που πρέπει να δείτε! (Κινηματογράφος)

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΝΤΟΒΖΕΝΚΟ
Γη

Στην Παγκόσμια Εκθεση Βρυξελλών το 1958, ψηφίστηκε «Η Γη» (1930) του Αλεξάντρ Ντοβζένκο, από 117 ιστορικούς του κινηματογράφου, ως μια από τις 12 σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών. Η σοβιετική αυτή βωβή ταινία ολοκληρώνει μαζί με το «Σβενιγκόρα» (1928) και το «Οπλοστάσιο» (1929) την Τριλογία του Πολέμου του Ουκρανού κομμουνιστή σκηνοθέτη Αλεξάντρ Ντοβζένκο (1894-1956). Ο Ντοβζένκο πολέμησε με τον Κόκκινο Στρατό το 1917 - '19 και στη συνέχεια έγινε γραμματέας του κόμματος στην περιοχή του Κιέβου, ενώ υπήρξε στενός φίλος του Στάλιν, για τον οποίο λέγεται ότι ήταν μέγας κινηματογραφόφιλος. Η «Γη» συνιστά σαφή εικονοποίηση του ιστορικού γίγνεσθαι της περιόδου, μέσα στην οποία το φιλμ παράγεται, ενώ εντάσσεται ξεκάθαρα στο πολιτικό - οικονομικό πλαίσιο της απόφασης για σταδιακή συνένωση των μικρών αγροτικών καλλιεργειών, ώστε οι φτωχοί αγρότες να γλιτώσουν την εκμετάλλευση και τους εκβιασμούς των κουλάκων. Οι κουλάκοι που κατείχαν εκτάσεις γης με τσαρικές αποφάσεις, αντιδρούσαν μανιωδώς στην απόφαση. Με σαμποτάζ στα μηχανήματα, με εμπρησμούς στην περιουσία των κολχόζ, σκότωναν ζώα και εμπόδιζαν τη συγκομιδή των σιτηρών. Ειδικά στην Ουκρανία, η αντίδραση ήταν λυσσαλέα τόσο γιατί η γη εκεί ήταν πολύ εύφορη και πλούσια, με αποτέλεσμα οι κουλάκοι να ζημιώνονται σημαντικά, όσο και γιατί, ιδίως στις περιοχές που συνόρευαν με την Πολωνία, οι αντεπαναστατικές δυνάμεις είχαν ερείσματα από την εποχή του εμφυλίου. Το Μάη του 1930 καταγράφηκαν στην Ουκρανία 2.945 ένοπλες επιθέσεις, ενώ δολοφονήθηκαν πάνω από χίλιοι άνθρωποι, κομματικά στελέχη και αγρότες των κολχόζ. Η τελευταία βωβή ταινία του Ντοβζένκο «Γη», η πιο βατή αφηγηματικά, γυρίζεται το 1930, μια από τις πιο δύσκολες χρονιές της κολεκτιβοποίησης, ενώ η πρεμιέρα της έγινε την άνοιξη του 1930 στο Χαρκίβ της Ουκρανίας.
Υμνος στη νέα ζωή, αλλά και τον κύκλο της ζωής που συνεχίζεται αιώνια η ταινία, του τρίτου, λιγότερο συμβατικού σκηνοθέτη, του κλασικού σοβιετικού κινηματογράφου, οι άλλοι δύο είναι ο Αϊζενστάιν και ο Πουντόβκιν, συνδυάζει, όπως όλα τα φιλμ του μεγάλου αυτού δημιουργού έντονη θεατρικότητα, αλλά και δυναμική ντοκουμενταρίστικη εικονογραφία. Ξεδιπλώνεται δε, αργά, με ρυθμό φυσικό σαν τις διαδικασίες της ίδιας της ζωής. Με την παράθεση πολλαπλών πλευρών του ίδιου «αντικειμένου», ένα προτσές που δε λειτουργεί σωρευτικά αλλά αντιθετικά και προσβλέπει σε μια καινούργια, διαλεκτική, όψη. Τα προβλήματα που τίθενται διέπονται από διαχρονική παγκοσμιότητα, είναι ακόμα επίκαιρα και όχι μόνο για τους Ρώσους. Ο Ντοβζένκο υπήρξε όπως αναφέρει ο Βασίλης Ραφαηλίδης «κάτι περισσότερο από ποιητής: ένας διαλεκτικός. (...) και θα ήταν πολύ δύσκολο να χαθεί στην ομίχλη της ποιητικής αοριστίας και της ιδεολογικής της ασάφειας».
Η «Γη», φωτεινή και ποιητική συνεισφορά στο βασίλειο του διαλεκτικού σινεμά, αφηγείται μια απλή ιστορία ανάμεσα σε μια οικογένεια κουλάκων και τους νεαρούς αγρότες μιας κολεκτίβας. Οι κουλάκοι αρνούνται να πουλήσουν τη γη τους στην κολεκτίβα και ο Βασίλι, πρόεδρος του χωριού, την επιτάσσει. Αγοράζει κι ένα καινούργιο τρακτέρ που θα βοηθήσει την παραγωγή της κολεκτίβας. Ενα βράδυ, ο γιος των κουλάκων δολοφονεί τον Βασίλι. Ο πατέρας του νεκρού, διώχνει παπάδες και δεσποτάδες και ζητά σύγχρονη ταφή για το παιδί του «με νέα τραγούδια για τη νέα ζωή». Η ταινία ολοκληρώνεται με μια ακόμα αντιστροφή. Το θλιβερό γεγονός της κηδείας του πρωτοπόρου κολχόζνικου Βασίλι, μετατρέπεται σε εκστατική νεκρική γιορτή, σε πανηγύρι για τον νέο σοβιετικό άνθρωπο...
Παραγωγή: Σοβιετική Ενωση (1930)

ΤΖΟΝ ΧΙΟΥΣΤΟΝ
Πιο δυνατός απ' το διάβολο

Από αύριο, ο θερινός «Ζέφυρος» (Τρώων 36, Ανω Πετράλωνα - Θησείο) θα φιλοξενεί την απολαυστικά κυνική νουάρ κωμωδία, με ανεξίτηλο το αποτύπωμα του μεγάλου Αμερικανού σκηνοθέτη Τζον Χιούστον, «Πιο δυνατός απ' το διάβολο» (1953). Η γοητευτική ασπρόμαυρη συμπαραγωγή ΗΠΑ, Βρετανίας και Ιταλίας χαρακτηρίζεται δικαίως μικρό διαμαντάκι. Πέραν του εντυπωσιακού καστ με αναγνωρίσιμους καρατερίστες σαν τον Ρόμπερτ Μόρλεϊ, τον Πέτερ Λόρε, τους Μάρκο Τούλι και Σάρο Ούρτζι, με τον τεράστιο διαχρονικό γόη Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και πανέμορφες γυναίκες σαν την Τζίνα Λολομπρίτζιντα και την Τζένιφερ Τζόουνς, σημειώνουμε ότι το σενάριο της ταινίας έγραψε ο 28χρονος τότε Τρούμαν Καπότε...
Η ταινία, που από οικονομική - αρχικά - αποτυχία έγινε αμέσως κλασικό «καλτ» φιλμ, υποτίθεται ότι θα βασιζόταν σε ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα του Τζέιμς Χέλβικ. Η ιστορία αυτού του ημισοβαρού θρίλερ, που θα έθιγε τα «κακά» της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης, στην αρχή ήταν τοποθετημένη σε μια μικρή πόλη της Γαλλίας. Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ αυτό τουλάχιστον είχε υπόψη του, όταν υπέγραφε το συμβόλαιο της ταινίας και εν μέρει την χρηματοδοτούσε. Ο Χιούστον, όμως, που ξαφνικά αποφάσισε να γυρίσει μια κωμωδία σε μια ιταλική κωμόπολη, ακύρωσε το πρωτότυπο σενάριο που κρατούσε στα χέρια του από την πρώτη ήδη μέρα των γυρισμάτων και προσέλαβε το νεαρό Τρούμαν Καπότε, για να ξαναγράψουν μαζί το σενάριο από την αρχή. Τον έφερε στο Ραβάλο της Ιταλίας και το σενάριο γραφόταν παράλληλα με τα γυρίσματα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των διαλόγων ολοκληρωνόταν λίγο πριν αναλάβει ρόλο η κάμερα.

Η ταινία πραγματεύεται τη θεματική της εκκεντρικής συμπεριφοράς. Στο κέντρο κινείται ένα ζευγάρι τυχοδιώκτες (Μπόγκαρτ - Λολομπρίτζιντα), που συνοδεύεται από μια συμμορία απροσάρμοστων απατεώνων, την τετράδα Μόρλεϊ, Λόρε, Τούλι και Μπάρναρντ, που σκοτώνουν τον καιρό τους σε μια παραθαλάσσια ιταλική πόλη, περιμένοντας να ολοκληρωθούν οι επισκευές στο σκουριασμένο καράβι που θα τους μεταφέρει στη βρετανική Ανατολική Αφρική, όπου ελπίζουν να υφαρπάξουν γη πλούσια σε ουράνιο. Ολοι έχουν μυστικά σχέδια για τα ευρήματα ουρανίου. Στην παραθαλάσσια πόλη, συναντούν ένα ακόμη, εντελώς αταίριαστο και περίεργο ζευγάρι (Τζόουνς - Αντερντάουν). Τα δύο αυτά ζευγάρια ερωτεύονται χιαστί και μέχρι το τέλος της ταινίας ειλικρινά δεν ξέρουμε ποιος δουλεύει ποιόν. Ο Αντερντάουν, σύζυγος της Τζόουνς, θίγει τους τρόπους της βρετανικής υψηλής τάξης και δε φαίνεται να έχει καν παρατηρήσει ότι η σύζυγός του είναι ερωτευμένη με τον Μπόγκαρτ. Η σύζυγος του Μπόγκαρτ έχει ερωτευτεί τον Αντερντάουν και αυτός φαίνεται να το αγνοεί. Αυτό μοιάζει να είναι και το «μέτρο» της ταινίας, με το θεατή να μην είναι ποτέ βέβαιος αν το ζευγάρι Μπόγκαρτ/Λολομπρίτζιντα διαπράττουν μοιχεία ή απλά προσπαθούν με αυτόν τον τρόπο να ανακαλύψουν τα μυστικά σχέδια του άλλου ζευγαριού για το ουράνιο. Στους πουριτανούς λογοκριτές του Χόλιγουντ δεν άρεσε καθόλου η ιδέα της μοιχείας, έτσι ο Χιούστον και ο Καπότε κατέστησαν αυτό το στοιχείο αινιγματικό.
Υπάρχουν στιγμές στην ταινία, που κανείς αισθάνεται τον Καπότε να καγχάζει τον εαυτό του, επιβάλλοντας απίθανους διαλόγους στους χαρακτήρες. Στην Ιταλιάνα Λολομπρίτζιντα που έκανε την πρώτη της αγγλόφωνη ταινία, στον Μπόγκαρτ που περιγράφει το παρελθόν του: «Ημουν ένα ορφανό μέχρι τα είκοσί μου. Στη συνέχεια, μια πλούσια και όμορφη κυρία με υιοθέτησε» και ιδίως στον Πέτερ Λόρε, με το φημισμένο μονόλογο για το χρόνο: «Ο χρόνος... - λέει ο Λόρε - Τι είναι ο χρόνος; Οι Ελβετοί τον κατασκευάζουν. Οι Γάλλοι τον κρατούν. Οι Ιταλοί τον σπαταλούν. Οι Αμερικάνοι λένε ότι ο χρόνος είναι χρήμα. Οι Ινδουιστές λένε ότι δεν υπάρχει... Ξέρεις τι λέω εγώ; Οτι ο χρόνος είναι ένας απατεώνας».
Μεγάλο μέρος χιούμορ παράγουν οι δύο γλυκύτατες και ταλαντούχες ηθοποιοί, η Τζόουνς, που υποδύεται μια γυναίκα από εκείνες που άθελά τους ξεφουρνίζουν ακριβώς ό,τι τους έρχεται στη γλώσσα και η Λολομπρίτζιντα, που περιφέρεται από το πρωί ως το βράδυ με προκλητικές τουαλέτες, αλλά και η συμμορία του Μόρλεϊ, του απατεώνα με το υπέροχο παγωτατζίδικο κουστούμι, που τριγυρίζει ανάρμοστα ντυμένη για το ζεστό καιρό, ιδρώνει και στριφογυρίζει, ενώ ο Λόρε ατάραχος ρουφά συνεχώς ένα τσιγάρο, με μια βάση που κρατά σαν φλάουτο.
Γεννώνται αμφιβολίες από τη διαδοχή των σκηνών που είναι φωτεινές, τους σπιρτόζικους, κοφτούς και υπαινικτικούς διαλόγους, τους ανδρικούς χαρακτήρες καρικατούρες και τις γυναίκες με το ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης και την τετράγωνη λογική. Με την ταινία του αυτή, ο Τζον Χιούστον δείχνει πόσο πολύ έχασε το Χόλιγουντ υποτιμώντας τους καρατερίστες ηθοποιούς...
Παραγωγή: «Beat the Devil» - ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Ιταλία (1953)

Επιμένουμε: «Γη» του Ντοβζένκο. Ταινία που πρέπει να δείτε!
Το τελευταίο πράγμα που θα απασχολούσε το μυαλό μας τη βδομάδα αυτή, είναι οι συμβατικές ταινιούλες της Πέμπτης... Ζυγίζοντας το κλίμα, αναβάλλεται η έξοδος των νέων ταινιών... Με μια μοναδική εξαίρεση: Την χαριτωμένη αμερικάνικη ρομαντική κωμωδία «Σχέση 5 με 7» (2014), πρώτη σκηνοθετική δουλειά του σεναριογράφου και παραγωγού Βίκτορ Λέβιν, με θέμα την ερωτική σχέση ενός επίδοξου, νεαρού Αμερικανού συγγραφέα με την κατά εννέα χρόνια μεγαλύτερή του, γοητευτική σύζυγο ενός Γάλλου διπλωμάτη στη Νέα Υόρκη. Στην ταινία που βγαίνει κανονικά απόψε στις αίθουσες, συναντάμε γνωστούς σταρ χολιγουντιανούς και Γάλλους.
Η κινητικότητα των ημερών πλήττει δίχως άλλο και τον καλό κινηματογράφο όπως το ΤΑΙΝΙΟΡΑΜΑ 2015 που διανύει την τελευταία, ίσως, καλύτερη φάση του, δεδομένου ότι η αυριανή μέρα είναι ολόκληρη αφιερωμένη στον Λουκίνο Βισκόντι, τον Μιλανέζο αριστοκράτη που μπολιάστηκε με τον μαρξισμό δίπλα στον Ζαν Ρενουάρ στα μέσα του '30 και ερχόμενος στην πατρίδα του άνοιξε το δρόμο το 1942 στον ιταλικό νεορεαλισμό με την ταινία του «Διαβολικοί εραστές» (1942) (Ossessione). Τρεις πολύ σημαντικές ταινίες του προβάλλονται στο «Αστυ». «Σένσο» (1954) στις 6 το απόγευμα, «Μπελίσιμα» (1951) με την Αννα Μανιάνι στις 8 και «Γατόπαρδος» στις 10 το βράδυ.
Κατά τ' άλλα, δείτε αν μπορείτε ό,τι πιο εκλεκτό και χρήσιμο στο σινεμά, τη «Γη» (1930)...

ΚΡΙΤΙΚΗ: Τζία ΓΙΟΒΑΝΗ


Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Καταιγίδα κινηματογραφικής προσφοράς (Κινηματογράφος)


Εννέα οι αποψινές κινηματογραφικές πρεμιέρες, με αρκετές ενδιαφέρουσες, όπως το βρετανο-νεοζηλανδέζικο, αντισυμβατικό γουέστερν «Slow West» (2015), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τζον Μακλίν, ένα αργό και ποιητικό roadtrip στα δραματικά τοπία του Κολοράντο, με αποτυπωμένο πάνω της το θετικό ενθουσιασμό του «πρωτάρη»... Παίζουν οι Μάικλ Φασμπέντερ, Κόντι Σμιτ Μακφί κ.ά.
Διασκεδαστική η αμερικάνικη νεοϋορκέζικη κωμωδία του Νόα Μπάουμπαχ «Οσο είμαστε νέοι» (2014) («While we're young»), που θυμίζει νεαρό Γούντι Αλεν, μια διαχρονική παρατήρηση για το πώς οι νέοι θα ήθελαν να είναι μεγαλύτεροι και κάποιοι μεγαλύτεροι θέλουν να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση της αιώνιας νεότητας. Ηλικία και ωριμότητα δε μετριούνται πάντα με τα χρόνια. Με τους Μπεν Στίλερ, Ναόμι Γουότς, Αμάντα Σέιφριντ κ.ά.
Σκοτεινό και γκρίζο το θέμα του βρετανο-ιταλικού δράματος «Ξεχασμένες ζωές» (2013) («Still Life»), δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του Ιταλού, πολιτογραφημένου Eγγλέζου, Ουμπέρτο Παζολίνι. Ποιητική ταινία για τη ζωή, τη μοναξιά και το θάνατο. Για την αξία της ζωής των άλλων και τη σπουδαιότητα του ανοίγματος της δικής μας ζωής στους άλλους. Γεωμετρική σκηνοθεσία, που αφηγείται τη μοναξιά των ζωντανών και των νεκρών... Με τον Εντι Μαρσάν στο ρόλο του Τζον Μέι.
Το «πορνογραφικό» ενδιαφέρον της μεσαίας τάξης για το φαγητό επεκτείνεται από την τηλεόραση στον κινηματογράφο, μέσα από την εγγλέζικη παραγωγή «Ταξίδι στην Ιταλία» (2014) («The trip to Italy»), σε σκηνοθεσία Μάικλ Γουίντερμποτομ. Road movie, μείγμα μυθοπλασίας και πραγματικότητας, το ταξίδι δύο φίλων σε έξι εστιατόρια, σε ελκυστικούς και γοητευτικούς ιταλικούς προορισμούς, στην περιοχή της Γένοβας, στην Τοσκάνη, τη Ρώμη, το Αμάλφι και το Κάπρι, ακολουθώντας τα ίχνη των Αγγλων ρομαντικών ποιητών Πέρσι Σέλλεϋ και Λόρδου Βύρωνα. Είναι το δίδυμο Στιβ Κούγκαν και Ρομπ Μπράιντον, που ανέλαβαν την παραπάνω αποστολή για λογαριασμό της εφημερίδας «The Observer», υποδυόμενοι τους εαυτούς τους, τρώγοντας και σχολιάζοντας, με αυτοσχεδιαστικούς και αυτοσαρκαστικούς διαλόγους, για την κρίση ηλικίας, το άγχος και το γήρας...
Πρεμιέρα απόψε και για το αμερικάνικο δράμα «Χορωδία» (2014) («Boychoir») σε σκηνοθεσία Φρανσουά Ζιράρ, την αμερικάνικη ταινία δράσης με τον Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ, «Εξολοθρευτής: Γένεσις» (2015) («Terminator: Genisys») του Αλαν Τέιλορ, την αμερικάνικη ταινία τρόμου «Παγιδευμένη Ψυχή: Κεφάλαιο 3» (2015) («Insidious: Chapter 3») σε σκηνοθεσία Λι Γουάνελ. Τέλος, πρεμιέρα απόψε και για τη γαλλο-βελγική ταινία κινουμένων σχεδίων «Ο Κιτρινομύτης σε τρελές πτήσεις» (2014) («Yellowbird»), για ένα ορφανό, ανήσυχο πουλάκι, σε σκηνοθεσία Κρίστιαν Ντε Βίτα...
Και τώρα περνάμε στον αξιόλογο κινηματογράφο, που πρέπει να δει κανείς στις αίθουσες. Συνεχίζεται στο «Δαναό» το σπουδαίο ισπανικό θρίλερ «Το μικρό νησί» (2014) του Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ. Συνεχίζονται στο θερινό «Ζέφυρο» τα κλασικά, δυσεύρετα φιλμ νουάρ «Παράκαμψη» (1945) του Εντγκαρ Τζ. Ούλμερ και «Ο δολοφόνος της λεωφόρου» (1953) της Ιντα Λουπίνο. Το «Στούντιο» της πλατείας Αμερικής επικεντρώνεται σε βωβές ταινίες από την ιστορία του κινηματογράφου: «Ο Κινηματογραφιστής» (1928) του Μπάστερ Κίτον, «Μωρέ Κουράγιο!» (1923) των Φρεντ Νουμέγιερ και Σαμ Τέιλορ με το θρυλικό κωμικό Χάρολντ Λόυντ και τέλος «Χρυσή εποχή» (1930) των Λουίς Μπουνιουέλ και Σαλβαδόρ Νταλί. Στην «Αλκυονίδα» προβάλλεται το «Οπλοστάσιο» (1929) και το «Σβενιγκόρα» (1928) του Αλεξάντρ Ντοβζένκο, διαχρονικά αριστουργήματα του ανυπέρβλητου Σοβιετικού κινηματογράφου...
Προτελευταία βδομάδα διανύει το φετινό «ΤΑΙΝΙΟΡΑΜΑ 2015» του «Αστυ», με ολόκληρη τη Δευτέρα 29/6 - τρεις ταινίες με ένα εισιτήριο - αφιερωμένη στο Δανό Τόμας Βίντερμπεργκ, ενώ η Τρίτη 30/6 αφιερώνεται στους Βέλγους αδελφούς, Ζαν-Πιέρ και Λυκ Νταρντέν...
Την Τετάρτη, τέλος, 1 Ιούλη, στις 6 το απόγευμα, προβάλλεται στο «Αστυ» η εκπληκτική ρουμάνικη ταινία «Οικογενειακή υπόθεση» (2013) σε σκηνοθεσία Κάλιν Πίτερ Νέτζερ, ταινία βραβευμένη στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 2013 με τη «Χρυσή Αρκτο» και το βραβείο «FIPRESCI». 34χρονος γόνος ισχυρής αστικής οικογένειας παρασύρει και σκοτώνει, λόγω υπερβολικής ταχύτητας, ένα 14χρονο από τις υποβαθμισμένες συνοικίες. Ο αγώνας της μητέρας του δράστη προς πάσα κατεύθυνση, με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, για μείωση της επικείμενης ποινής του γιου της, αποκαλύπτει τη διαφθορά, την υποκρισία και τη σαπίλα του αστικού συστήματος...
Καλή σας θέαση!

ΚΡΙΤΙΚΗ: Τζία ΓΙΟΒΑΝΝΗ

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΝΤΟΒΖΕΝΚΟ
Οπλοστάσιο
Τεράστιο και εντυπωσιακό το ποιητικό κινηματογραφικό ταλέντο του κομμουνιστή Ουκρανού σκηνοθέτη Ντοβζένκο, τόσο που σαρώνει κάθε νόρμα, εκφράζοντας το βάθος με το οποίο ο δημιουργός συλλαμβάνει τη ζωή! Η δεύτερη ταινία του, από την τριλογία του πολέμου, το «Οπλοστάσιο» (1929), άλλως «Αρσεναλ», βγαίνει στις αίθουσες απόψε, μετά την «Ζβενιγκόρα» (1928), ενώ θα ακολουθήσει και η «Γη» (1930). Το δεύτερο αυτό μέρος αρχίζει εκεί που τελειώνει το πρώτο («Σβενιγκόρα»), χωρίς να καλύπτει την ίδια ιστορική έκταση. Η δομή, ωστόσο, και αυτού του μέρους συνίσταται σε 7 επεισόδια, όπως το πρώτο. Ο ίδιος ο Ντοβζένκο, στους τίτλους της αρχής, ορίζει την ταινία του «ιστορικο-επική». Με σενάριο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, παρουσιάζει μια συμπυκνωμένη συμβολική απεικόνιση από την οπτική ενός μπολσεβίκου στρατιώτη, του Τιμός, που έχει αποστρατευθεί. Η κάμερα πλανάται στο χώρο και στέκεται στις τραγικές συνέπειες του πολέμου... την πείνα, τη δυστυχία και την απόγνωση, ενώ στο μέτωπο, σαν σε θέατρο σκιών, σιλουέτες στρατιωτών πολεμούν με το πιστόλι στον κρόταφο, σε ασαφή μέτωπα κι άλλοι τρελαίνονται από τα αέρια που τους έδωσαν να χρησιμοποιούν. Βλέπουμε τη μαζική λιποταξία των στρατιωτών από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στις αρχές του 1917, τις διαδηλώσεις των εθνικιστών στους δρόμους του Κιέβου, τους αποστρατευμένους να κατατάσσονται στο στρατό του εθνικιστή Πετλιούρα, τη σύντομη θητεία της εθνικιστικής κυβέρνησης και τέλος την αποτυχημένη εξέγερση των μπολσεβίκων εργατών, που οχυρώθηκαν στο οπλοστάσιο του Κιέβου, το Γενάρη του 1918, εναντίον των εθνικιστών...
Οι μπολσεβίκοι στο Κίεβο οργανώνουν, στα τέλη του Γενάρη του '18, στο οπλοστάσιο, ένοπλη εξέγερση για την ανατροπή της εθνικιστικής κυβέρνησης και η πόλη παραλύει, περιμένοντας τι θα γίνει. Μέχρι τις πρώτες μέρες του Φλεβάρη, οι μπολσεβίκοι πολιορκούνται στο οπλοστάσιο κι έχουν απώλειες... Διασχίζοντας, μάλιστα, το χειμωνιάτικο τοπίο, μεταφέροντας ένα νεκρό σύντροφό τους στη μάνα του, να τον θάψει, βλέπουμε τα άλογά τους να συνομιλούν! Η εξέγερση συνεχίζεται, οι εργάτες στο οπλοστάσιο κάνουν την τελευταία τους επίθεση, αλλά συναντούν την ήττα. Οι εθνικιστές είναι πολύ περισσότεροι και οργανωμένοι. Ο Τιμός βρίσκεται αντιμέτωπος με το απόσπασμα. Κοιτάζοντας κατάματα το θάνατο, φωνάζει για τελευταία φορά ότι είναι ένας «Ουκρανός εργάτης». Τον πυροβολούν, αλλά οι σφαίρες γλιστρούν από πάνω του... Οι αντίπαλοι τα χάνουν... Πυροβολούν ξανά και ξανά... Οι σφαίρες τους, όμως, δεν μπορούν πια να αγγίξουν τον ανίκητο Τιμός, με γυμνό το προτεταμένο του στήθος. Η ταινία απογειώνεται στο χώρο του μύθου!
Παραγωγή: Σοβιετική Ενωση (1929)
ΤΟΜΑΣ ΒΙΝΤΕΡΜΠΕΡΓΚ
Μακριά από το πλήθος
Είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς το αποτύπωμα του Δανού σκηνοθέτη Τόμας Βίντερμπεργκ, όπως το γνωρίσαμε μέσα από τις ταινίες «Γιορτή» (1998) και «Κυνήγι» (2012), πυλώνες του «Δόγματος 95». Το στίγμα Βίντερμπεργκ μοιάζει να κρύβεται πίσω από τα κοστούμια εποχής και τις βαριές κουρτίνες στα - αξιοπρεπή - εγκαίνια της νέας του καριέρας ως «σκηνοθέτη των πάντων». Επιτυχημένη άσκηση στιλ, με φανταχτερό κλασικισμό που περιβάλλει το μελό της κλασικής, λογοτεχνικής saga για τη βικτωριανή Αγγλία, «Μακριά από το αγριεμένο πλήθος» (1874) του Τόμας Χάρντι, μυθιστόρημα λιγότερο γνωστό κινηματογραφικά, από τα βικτωριανά έργα της Τζέιν Οστιν και των αδελφών Μπροντέ. Σπουδαιότερος αντίπαλος στο αξιοπρεπέστατο πόνημα του Βίντερμπεργκ, ο σκηνοθέτης Τζον Σλέσινγκερ που μετέφερε στον κινηματογράφο, μισό αιώνα πριν, το 1967, το ίδιο έργο του Χάρντι, με την Τζούλι Κρίστι στον κεντρικό ρόλο.
Ο Βίντερμπεργκ σεβάστηκε το λογοτεχνικό κείμενο σε γράμμα και πνεύμα. Λέγεται ότι οι διάλογοι της ταινίας βγαίνουν αυτούσιοι από το πρωτότυπο, που διηγείται την ιστορία της νεαρής Μπαθσίμπα Εβερντίν που κληρονόμησε τη φάρμα του θείου της, στην αγροτική Αγγλία του 19ου αιώνα, τη χωμένη στα μυθικά, βουκολικά τοπία που συνθέτουν ένα ποικιλόχρωμο πανόραμα, μια οπτική ποίηση, υπογραμμισμένη από μουσικούς ήχους ακίνδυνης λυρικότητας αλλά και στυγνούς ταξικούς διαχωρισμούς με άκαμπτους κοινωνικούς κώδικες. Εντυπωσιακά αποφασιστική και απελευθερωμένη για την εποχή της, η Μπαθσίμπα, διχασμένη ανάμεσα στην τολμηρή της ιδιοσυγκρασία και την ανεμελιά της νιότης, δεν τολμά ανοιχτή ρήξη με τις κοινωνικές προκαταλήψεις. Η Μπαθσίμπα προκαλεί το ερωτικό πάθος τριών ανδρών και ανατρέπει τη μοίρα τους. Του αφοσιωμένου εργάτη Γκάμπριελ, του πλούσιου γαιοκτήμονα Γουίλιαμ Μπόλντγουντ και του λοχία Τρόι, ξεπεσμένου αριστοκράτη και «Δον Ζουάν». Ο τελευταίος, στην εκδοχή Σλέσινγκερ, συνιστά τον κεντρικό ανδρικό χαρακτήρα. Ο Βίντερμπεργκ προσπαθεί να αιτιολογήσει την αντιπαθητική του συμπεριφορά, δείχνοντας βήμα-βήμα το «τραύμα» από ένα γάμο που δεν έγινε ποτέ. Τον κεντρικό ανδρικό χαρακτήρα, στη ρομαντικά ρεαλιστική ταινία του Βίντερμπεργκ, κατέχει ο Γκάμπριελ, διακριτικό μείγμα ευαισθησίας και τεστοστερόνης.
Πέρα από το καλαίσθητο ακαδημαϊκό μωσαϊκό, γεμάτο πάθη που χτυπιούνται στο τείχος του κοινωνικού φαταλισμού, γεμάτο ευαισθησία στην ερμηνεία ανθρώπινων σχέσεων, φορτισμένων με ερωτισμό, που συνθλίβονται απ' το βάρος των κοινωνικών συμβάσεων, ο συγγραφέας Τόμας Χάρντι θα έπρεπε να «ντυθεί» με κάτι όχι απλά όμορφο, ώστε η ταινία να πρόσθετε κάτι παραπάνω στις προγενέστερες μεταφορές...
Με τους: Κάρεϊ Μάλιγκαν, Μάικλ Σιν, Ματίας Σένερτς, Τομ Στάριτζ, Τζούνο Τεμπλ κ.ά.
Παραγωγή: «Far from the Madding Crowd», ΗΠΑ, Μ. Βρετανία (2015)