Μην παραδοθείς...

Μην παραδοθείς...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνής Τύπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνής Τύπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΥΠΟΣ Χρέος, ιδιωτικοποιήσεις και «καλό κλίμα»


«Αποφεύγοντας την παγίδα του ελληνικού χρέους» είναι ο τίτλος χτεσινού άρθρου του «Bloomberg», το οποίο ξεκινά με την παραδοχή ότι το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο, θέση που υποστηρίζει και το ΔΝΤ, θυμίζοντας πως η μείωση του χρέους αποτέλεσε κεντρικό άξονα της προεκλογικής ρητορικής του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θα δυσκολευτεί να διατηρηθεί στην κυβέρνηση εάν δεν το πετύχει.
Σύμφωνα με το «Bloomberg», οι αυξήσεις φόρων και οι περικοπές δαπανών θα βαθύνουν ακόμη περισσότερο την ύφεση, επομένως απαιτούνται μέτρα για την προσέλκυση επενδύσεων και την επάνοδο στην ανάπτυξη. Εκτιμά ότι η μείωση του χρέους είναι απαραίτητη για την καπιταλιστική ανάκαμψη, όμως καταγράφει τη γερμανική άρνηση σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Το άρθρο προτείνει να υπάρξει ένα είδος σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαίων πιστωτών, που θα συνδέει την ψήφιση και εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με τη μείωση του ελληνικού χρέους.
Σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο είναι εφικτός στόχος τα έσοδα ύψους 50 δισ. ευρώ από τις ιδιωτικοποιήσεις, εκφράζεται σε κείμενο του«Guardian», στο οποίο υπογραμμίζεται πως η Ελλάδα συμφώνησε στη σύσταση του «ανεξάρτητου Ταμείου» και τη μεταφορά δημόσιας περιουσίας σε αυτό, υπό την απειλή του grexit. Γίνεται, επίσης, αναφορά στις πρόσφατες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, σύμφωνα με τις οποίες, τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις στην Ελλάδα δεν μπορούν να ξεπερνούν τα 500 εκατ. το χρόνο, πράγμα που σημαίνει ότι θα χρειαστούν 100 χρόνια, ώστε το ύψος των ιδιωτικοποιήσεων να ανέλθει στα 50 δισ. ευρώ.
Τέλος, δημοσίευμα στην ιστοσελίδα της «Deutsche Welle» επισημαίνει την εκτίμηση του γερμανικού ινστιτούτου IfO, πως «η εκτόνωση στο πεδίο της ελληνικής κρίσης συμβάλλει σε αναθέρμανση του γερμανικού επιχειρηματικού κλίματος», αλλά και πως «η αποκλιμάκωση της κρίσης στην Ελλάδα συνέβαλε στην απροσδόκητη βελτίωση που παρουσίασε τον Ιούλη το κλίμα στις τάξεις της γερμανικής οικονομίας».
Τέλος, το κείμενο αναδημοσιεύει δηλώσεις του προέδρου του γερμανικού Ταξιδιωτικού Συνδέσμου, Ν. Φίμπιχ, στην εφημερίδα «Sueddeutsche Zeitung», ο οποίος χαρακτήρισε ως «καλύτερο από ποτέ» το κλίμα στις τάξεις των Γερμανών τουριστών, που αναμένεται να ταξιδέψουν φέτος πολύ περισσότερο συγκριτικά με άλλες χρονιές και από την αύξηση αυτή αναμένεται να επωφεληθεί και η Ελλάδα.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Οξύτατοι ανταγωνισμοί που πάνε μακριά...

 

Είναι γεγονός ότι οι επικίνδυνες για τους λαούς εξελίξεις στην Ουκρανία κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον και του αστικού Τύπου διεθνώς. Αλλωστε, η Ουκρανία αποτελεί, ως γεωστρατηγικό σημείο, ένα πεδίο οξύτατων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων ανάμεσα σε ΗΠΑ - ΕΕ (ιδιαίτερα Γερμανία), και Ρωσία, για μονοπωλιακά συμφέροντα που εκτείνονται σε πολλά σημεία του πλανήτη. Αυτό καταγράφεται και στο διεθνή Τύπο, από τον οποίο σήμερα παρουσιάζουμε ορισμένα ενδιαφέροντα αποσπάσματα, χαρακτηριστικά όμως για το περιεχόμενο των μονοπωλιακών ανταγωνισμών, έστω και αν περιορίζονται μόνο στον τομέα Ενέργειας. Γιατί οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί που εκφράζονται με επίκεντρο την Ουκρανία, αφορούν περισσότερους από την Ενέργεια τομείς της οικονομίας (βλέπε στο σημερινό «Ριζοσπάστη», σελ. 27). Ας παρακολουθήσουμε μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων αυτούς τους ανταγωνισμούς, με αφορμή τις εξελίξεις στην Ουκρανία.

Περί αντικρουόμενων επιλογών αστικών κυβερνήσεων και μονοπωλίων...

Tις ενίοτε διαφορετικές ατζέντες και προτεραιότητες ανάμεσα σε τεράστια ενεργειακά μονοπώλια και το αστικό πολιτικό σύστημα εξουσίας στις ΗΠΑ σε μία περίοδο επικίνδυνα κλιμακούμενης ενδοϊμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία επισημαίνει με εκτενές άρθρο γνώμης στο φύλλο της «Ουάσιγκτον Ποστ» στις 25/4 η Ρέιτσελ Μάντοου, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την πιθανότητα «απόλυτης συνεργασίας» ανάμεσα στην κυβέρνηση Ομπάμα και σε πολυεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες όπως η «ExxonMobil» που έχουν τεράστια επενδυτικά συμφέροντα στη Ρωσία...

Η Μάντοου εκτιμά πως δύσκολα θα μπορούσαν να συμμορφωθούν εταιρείες όπως η «ExxonMobil» σε περίπτωση κυρώσεων ή ενός γενικευμένου «οικονομικού πολέμου» της Δύσης με τη Μόσχα θυμίζοντας τη συμφωνία - μαμούθ μισού τρισ. δολαρίων που είχε κλείσει η «πιο επικερδής αμερικανική εταιρεία στην ιστορία των αμερικανικών εταιρειών» το 2011 στην εξοχική κατοικία του Πούτιν με τη ρωσική εταιρεία «Rosneft» για τη γεώτρηση σχιστολιθικού αερίου στη Σιβηρία, για γεωτρήσεις σε ζώνη του Αρκτικού Ωκεανού με μέγεθος μεγαλύτερο από την πολιτεία του Τέξας και την κατασκευή ενός τεράστιου τερματικού σταθμού φυσικού αερίου στη ρωσική Απω Ανατολή. Αντίστοιχα, μας θυμίζει η Μάντοου, η «Rosneft» και οι θυγατρικές της είχαν εξασφαλίσει τεράστια μετοχικά πακέτα της «ExxonMobil» στο δυτικό Τέξας, στα οικόπεδα γεωτρήσεων της Αλμπέρτα και σε υποθαλάσσια κοιτάσματα στον Κόλπο του Μεξικού, καθώς και σε άλλα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Αλάσκα...

Η αρθρογράφος της εφημερίδας εξηγεί πως η περίπτωση της «ExxonMobil» δεν είναι η μόνη, αναφέροντας ως παράδειγμα την επίσκεψη που έκανε την περασμένη βδομάδα διευθύνον στέλεχος της βρετανο-ολλανδικής «Shell» στην προεδρική κατοικία του Ρώσου ηγέτη, Βλ. Πούτιν, εκφράζοντας ευθαρσώς την προθυμία του «για αύξηση της θέσης μας στη Ρωσική Ομοσπονδία». Σημειώνει, ακόμη, και την απόφαση Αμερικανού επικεφαλής της BP να αναζητήσει «καταφύγιο» στη Ρωσία το 2008 έπειτα από δολοφονική απόπειρα σε βάρος του, εξαιτίας εταιρικών διαφορών που ξέσπασαν, με αφορμή τις δραστηριότητες της πετρελαϊκής εταιρείας στη Ρωσική Ομοσπονδία. «Θυμίζοντας» ότι πάνω από το 1/3 των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της ΒΡ βρίσκονται στη Ρωσία, ο Αμερικανός πρώην μεγαλοστέλεχος της ΒΡ (ο ίδιος που είχε καταφύγει προ εξαετίας στη Ρωσία) καθησύχασε προ ημερών τους επενδυτές ότι «η έκθεση της εταιρείας στη Ρωσία είναι τόσο μεγάλη που η ΒΡ θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο γεφυροποιού ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση στην περίπτωση της ουκρανικής κρίσης»! Ο ίδιος μάλιστα είπε κατά λέξη πως «η αλληλεξάρτηση ανάμεσα στη Ρωσία ως παρόχου Ενέργειας και της Ευρώπης ως καταναλωτή είναι σημαντική πηγή για την ασφάλεια και τη δέσμευση των δύο πλευρών»...

Οι σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα στους πόλους αστικής εξουσίας και των μονοπωλίων δεν είναι ασφαλώς ούτε νέα, ούτε περιορίζεται στην περίπτωση της Ρωσίας καθώς η Μάντοου επαναφέρει την περίπτωση της εισβολής στο Ιράκ, που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, σχεδιάστηκε πριν τις επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη 2001 από το επιτελείο της τότε κυβέρνησης του Προέδρου Τζ. Ου. Μπους και σχεδιάστηκε στα γραφεία της πετρελαϊκής εταιρείας του αντιπροέδρου Ντικ Τσένεϊ «Χαλιμπάρτον» και της κατασκευαστικής - θυγατρικής KBR στο Χιούστον του Τέξας, «εξαιτίας του φόβου πως τα πετρέλαια του Ιράκ υπό την κυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν δε θα έρεαν αφειδώς στην παγκόσμια αγορά, εξαιτίας πολιτικών επιλογών και της ανικανότητας της κρατικής ιρακινής πετρελαϊκής εταιρείας»...

Ετσι, η αρθρογράφος της «Ουάσιγκτον Ποστ» αναρωτιέται «εάν οι μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες θα σταθούν εμπόδιο στο δρόμο σε περίπτωση που Ευρώπη και ΗΠΑ αποφασίσουν να πιέσουν τη Ρωσία με κυρώσεις που στοχοποιούν τον ενεργειακό τομέα, που αποτελεί το 50% της ρωσικής οικονομίας».

Οι ρωσικές ενεργειακές κινήσεις στη Βόρεια Αφρική...

Την ίδια στιγμή, το αμερικανικό περιοδικό «US News and World Report» παρατηρούσε στην προχτεσινή ηλεκτρονική έκδοσή του (25/4) ότι «ο κόσμος παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ουκρανία και η Ρωσία κάνει ενεργειακές κινήσεις στη Βόρεια Αφρική», επισημαίνοντας τις συμφωνίες της ρωσικής αστικής τάξης για έρευνες, γεωτρήσεις και παραγωγή φυσικού αερίου στην Αλγερία και σε άλλες αφρικανικές χώρες όπως η Νιγηρία, η Αίγυπτος και η Μοζαμβίκη. Αυτές οι κινήσεις της Μόσχας στην ενεργειακή σκακιέρα της Αφρικής αντιμετωπίζονται από ειδικούς αμυντικούς και οικονομικούς αναλυτές του Αφρικανικού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών της Ουάσιγκτον, που επικαλείται ο αρθρογράφος του περιοδικού Αλαν Νιουχάουζερ, σαν προσπάθεια «στραγγαλισμού της Δυτικής Ευρώπης που θα μπορούσε να ενταθεί ή να απειληθεί πως θα ενταθεί οποιαδήποτε στιγμή θελήσει η Ρωσία», αφού ως το 2015 ο έλεγχος πάνω στην ενεργειακή τροφοδοσία της Ευρώπης θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες φθάνοντας και το 40%.

Επιπλέον, επισημαίνεται πως «χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου όπως η Ισπανία και η Ιταλία, που αντλούν το περισσότερο φυσικό αέριο από τη Βόρεια Αφρική, θα μπορούσαν να ενταχθούν στη λίστα όσων υφίστανται τις άμεσες συνέπειες από την αυξανόμενη ρωσική παρουσία στην ήπειρο», αφού «οι Ρώσοι κάνουν κάτι πολύ έξυπνο στρατηγικά: όσο μεγαλύτεροι γίνονται όσον αφορά την παρουσία τους στο διεθνή τομέα Ενέργειας, τόσο μεγαλύτερη πίεση μπορούν να ασκήσουν σε όλους».

Εν κατακλείδι υποστηρίζεται ότι η Ρωσία κλείνοντας ενεργειακά τον κλοιό γύρω από την Ευρώπη, «θα αυξήσει σημαντικά την παγκόσμια επιρροή της και θα περιορίσει συνεπώς τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές επιλογές σε διάφορα ζητήματα από το συνεχιζόμενο εμφύλιο στη Συρία ως τη ρωσική παροχή καυσίμων στα αμερικανικά στρατεύματα στο Αφγανιστάν».

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ «ΕΞΟΔΟ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ» Ικανοποίηση, αλλά και επιφυλάξεις

 

Τα «παιχνίδια» των αστών και των καπιταλιστικών κρατών στις διεθνείς χρηματαγορές δεν αφορούν στη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων

Ικανοποίηση, αλλά και επιφυλακτικότητα διέκριναν την υποδοχή που επιφύλαξε ο διεθνής Τύπος τις προηγούμενες μέρες στη λεγόμενη έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, ανάλογα και με τα ιδιαίτερα συμφέροντα που εκφράζει το κάθε μέσο, που δείχνει και τάσεις σε μερίδες του κεφαλαίου.

Χαρακτηριστική η γερμανική «Sueddeutsche Zeitung», η οποία επισημαίνει μεν το μεγάλο ενδιαφέρον των επενδυτών για τα ελληνικά ομόλογα - με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι επενδυτές σκίζονται για τα ελληνικά ομόλογα» - και τονίζει ότι παρά το γεγονός ότι η κρίση δεν τελείωσε, οι επενδυτές εμπιστεύονται και πάλι τη χώρα, αλλά αναφέρει ότι «τη στιγμή που οι Ελληνες γιορτάζουν με τυμπανοκρουσίες την επιστροφή τους στις αγορές, η τρόικα απαιτεί επιπλέον βελτιώσεις στο τελευταίο πακέτο μεταρρυθμίσεων» και προσθέτει ότι η τρόικα διαπίστωσε διαφορές μεταξύ του νομοθετικού κειμένου που ψηφίστηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο και του κειμένου επί του οποίου είχαν συμφωνήσει με την ελληνική κυβέρνηση.

Στις 14 Απρίλη, η ισπανική «Ελ Παΐς» (El Pais) σε άρθρο της σημειώνει: «Αυτό που ανησυχεί την κεντροδεξιά κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά είναι πάνω απ' όλα να προετοιμαστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τις τοπικές και πάνω από όλα τις ευρωπαϊκές εκλογές στις 18 και 25 Μάη. Και το κάνει διαδίδοντας στους Ελληνες την ιδέα ότι η κρίση έχει τελειώσει. Και πιο πέρα από την Ελλάδα, αυτό επιτρέπει στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη να πιστέψει ότι στο τέλος οι πολιτικές λιτότητας αποδίδουν καρπούς». Αντανακλώντας μεταξύ άλλων και την έντονη συζήτηση που συνεχίζεται για ένα άλλο μείγμα διαχείρισης, η εφημερίδα συμπληρώνει: «Πράγματι, σήμερα η λιτότητα θα έπρεπε να φτάσει στο τέλος της. Επέτρεψε την ανάρρωση που επέστρεψε στις αγορές την εμπιστοσύνη. Αλλά επίσης αυτή η πολιτική γέννησε μια μεγάλη άβυσσο σ' αυτές τις κοινωνίες, υποβάλλοντας σε χιλιάδες ανθρώπους τη φτώχεια και αυξάνοντας την ανεργία με θεαματικό τρόπο, προκαλώντας ταυτόχρονα μια αυξανόμενη δυσπιστία στους διάφορους ευρωπαϊκούς θεσμούς...». Και μεταξύ άλλων καταλήγει: «Το νέο δόγμα του ΔΝΤ θα έπρεπε να ενσωματώσει, και σύντομα, ένα νέο στόχο: Να εγγυηθεί τη λογική, δηλαδή τη δίκαιη αναδιανομή των καρπών της ανάπτυξης που αναρρώνει».

Η γαλλική «Λε Μοντ» υποδέχτηκε στις 11 Απρίλη την «έξοδο στις αγορές» σχολιάζοντας ότι ήταν κατά κύριο λόγο ένα πολιτικό στοίχημα. Σήμερα οι συνθήκες μοιάζουν ευνοϊκές για την επιστροφή της, με την καταγραφή πρωτογενούς πλεονάσματος μετά από έξι χρόνια ύφεσης, συμπληρώνει και σημειώνει: Η επιχείρηση της επανόδου είχε μικρό ρίσκο. Πρώτον, επειδή η Ελλάδα θα ωφεληθεί - όπως η Πορτογαλία και η Ιρλανδία - από την επιστροφή των επενδυτών στην Ευρωζώνη και κυρίως επειδή η Αθήνα επέλεξε να περιορίσει το ρίσκο, στοχεύοντας σε ένα σχετικά μικρό ποσό, ενώ πριν την έκδοση του ομολόγου, η χώρα «βολιδοσκόπησε» μέσω διεθνών τραπεζών τους επενδυτές για τις τιμές και τα ποσά που είναι πρόθυμοι να δεχθούν. Ωστόσο, η εφημερίδα επισημαίνει ότι οι εξελίξεις δεν σημαίνουν ότι η ελληνική οικονομία κέρδισε ξανά την απόλυτη εμπιστοσύνη των αγορών. «Φθάνοντας το 175% του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο και η χώρα θα δυσκολευτεί να ανταπεξέλθει, χωρίς νέα αναδιάρθρωση», εκτιμά ένας αναλυτής, ενώ άλλος τονίζει ότι ο λόγος που ο Αντ. Σαμαράς επιθυμεί να επιστρέψει στις αγορές, «είναι για να κερδίσει πόντους στα μάτια των Ελλήνων». Για την κυβέρνηση η επιχείρηση της επιστροφής είναι κυρίως μια πολιτική επιχείρηση την οποία προετοίμαζε εδώ και εβδομάδες, εξηγεί η «Λε Μοντ».

Την ίδια μέρα, η οικονομική γαλλική εφημερίδα «Λεζ Εκό» (Les Echos) φιλοξενεί άρθρο με τον τίτλο «Ελλάδα: Ο μύθος και το θαύμα». Αυτό ξεκινά θυμίζοντας ποια ήταν η θεά Νέμεσις στην ελληνική μυθολογία και πώς αυτή τα τελευταία χρόνια ενσαρκώθηκε στις αποστολές της τρόικας που τα τελευταία χρόνια έφταναν στην Ελλάδα - κατά τη γνώμη της εφημερίδας - για να μπει τάξη σε θέματα όπως οι πελατειακές σχέσεις, το μεγάλο χρέος, η διαφθορά. «Τέσσερα χρόνια πιο μετά, δεν μπορούμε παρά να μείνουμε άφωνοι από την εξαίσια ηχηρή επιστροφή που μόλις ολοκλήρωσε η Αθήνα προς τις αγορές», σημειώνει για να καταλήξει ωστόσο ως εξής: «Η επιστροφή στις αγορές, σίγουρα ενθαρρυντική και συμβολική μερικούς μήνες πριν τις ευρωεκλογές, δεν θα μπορούσε εντούτοις να καλύψει τις μεγάλες προκλήσεις που ακόμα έχει μπροστά της η χώρα. Ο πληθυσμός της είναι χτυπημένος από τα χρόνια των θυσιών. Η οικονομική δραστηριότητα παραμένει περιορισμένη λόγω της έλλειψης πίστωσης, με μία τραπεζική βιομηχανία κατεστραμμένη... Τα επόμενα δύο χρόνια η Αθήνα θα πρέπει να επιστρέψει 50 δισ. ευρώ στους πιστωτές της. Για να τα βγάλει πέρα, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να αποφύγει μία νέα ευρεία αναδιάρθρωση του χρέους της. Οσο περισσότερο καθυστερήσει, τόσο πιο επώδυνη θα είναι. Και οι επενδυτές που πίστεψαν τόσο νωρίς σε αυτό το "καμ-μπακ" κινδυνεύουν να τιμωρηθούν με τη σειρά τους κι αυτοί από τη Νέμεση».

Στις 10 Απρίλη, η ιταλική «Λα Ρεπούμπλικα» χαρακτήριζε «ενθουσιώδη» την υποδοχή των επενδυτών και τόνιζε: «Πρόκειται για το πρώτο βήμα ενός ευρύτερου σχεδίου που θα πρέπει να επιτρέψει στην Ελλάδα να εξασφαλίσει πέντε δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το τέλος του χρόνου και να κλείσει, με τον τρόπο αυτό, πιθανές τρύπες του προϋπολογισμού της». Η εφημερίδα θεωρούσε πως «για να μπορέσει να βγει οριστικά από την κρίση, η Αθήνα θα χρειαστεί, πολύ πιθανώς, ένα νέο κούρεμα του δημόσιου χρέους της».

Με τις ελληνικές «επιδόσεις» ασχολήθηκε όμως και ο βελγικός Τύπος. Η «Ντε Στάντααρντ» (De Standaard) εξηγεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτηματικά για το βαθμό που η Ελλάδα θα είναι σε θέση να τηρήσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει. Ο αποπληθωρισμός αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας, συμπλήρωνε. Κατά την περσινή χρονιά οι τιμές υποχώρησαν κατά 1,1%, γεγονός που σημαίνει ότι το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα αυξηθεί περισσότερο από ό,τι αναμενόταν. Ενα άλλο μεγάλο ερώτημα - συνέχιζε - είναι κατά πόσον η Ελλάδα θα καταφέρει φέτος να ανακάμψει και να παρουσιάσει ρυθμούς ανάπτυξης ύστερα από έξι χρόνια συνεχούς ύφεσης. Η «Ντε Τιτζντ» δημοσιεύει ρεπορτάζ με τίτλο «Η Ελλάδα επιστρέφει στις αγορές», παραθέτοντας εκτιμήσεις του στελέχους της τράπεζας ING A. Τζιασιάντι, ο οποίος σημείωνε μεν ότι το κλίμα αυτή τη στιγμή είναι θετικό απέναντι στην Ελλάδα, αλλά πρόσθετε ότι οι κάτοχοι ομολόγων μεγάλης διάρκειας υπέστησαν σημαντικές ζημιές μετά από την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

ΓΑΛΛΙΑ - ΙΤΑΛΙΑ Εξελίξεις εν μέσω δυσκολιών διαχείρισης της οικονομικής κρίσης

 

Ο φέρελπις Ιταλός αστός πολιτικός προβάλλεται ως η ελπίδα για την πολυπόθητη καπιταλιστική ανάκαμψη

 

Αναλύσεις χαρακτηριστικές για τις διεργασίες τόσο στο συνολικό αστικό πολιτικό σύστημα όσο και στο εσωτερικό της σοσιαλδημοκρατίας είναι όσες ακολούθησαν τις δημοτικές εκλογές και τον κυβερνητικό ανασχηματισμό που έγινε την περασμένη εβδομάδα στη Γαλλία. Ταυτόχρονα αυτές οι αναλύσεις γίνονται στο φόντο της διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, των δυσκολιών στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομίας, ενώ εστιάζουν και στην πολιτική της κυβέρνησης Ρέντσι στην Ιταλία, «ανακαλύπτοντας» δυσκολίες στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων, ενώ δεν λείπουν και τα σχόλια που παραλληλίζουν αυτές τις δυσκολίες με τις αντίστοιχες στη Γαλλία, μετά τον κυβερνητικό ανασχηματισμό.

«Η Γαλλία πάσχει από ένα τριπλό έλλειμμα, ανέφερε την Πέμπτη στη "Λε Μοντ" ο Γάλλος οικονομολόγος Ντανιέλ Κοέν: Ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας (κυρίως απέναντι στη Γερμανία) και δημοσίων οικονομικών. Αν διέθετε το όπλο της υποτίμησης, η συνταγή των οικονομολόγων θα ήταν δεδομένη: Υποτίμηση του φράγκου και δημοσιονομική λιτότητα... Με το ευρώ, όμως, η υποτίμηση δεν είναι εφικτή. Πρέπει να αναζητηθούν έτσι άλλα εργαλεία, όπως η δημοσιονομική υποτίμηση, που πρέπει να είναι όμως κατάλληλα σχεδιασμένη ώστε να οδηγήσει στα ίδια αποτελέσματα... Η Γαλλία μπορεί λοιπόν να ζητήσει μια νέα προθεσμία για τη μείωση των ελλειμμάτων της. Αλλά η στρατηγική αυτή είναι ριψοκίνδυνη. Οι εταίροι της και οι αγορές μπορεί να αντιδράσουν αρνητικά».

 

Νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Μανουέλ Βαλς (στο κέντρο δίπλα στον Ολάντ), ίδια αντιλαϊκή πολιτική

Οσον αφορά την ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης σε έναν «δεξιό» του Σοσιαλιστικού κόμματος (PS), η εφημερίδα τονίζει: «Οι θέσεις του Βαλς είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις κρίσεις που διέρχεται εδώ και δεκαετίες ο γαλλικός και ευρωπαϊκός σοσιαλισμός: Κρίση ταυτότητας (τι σημαίνει σοσιαλισμός στον 21ο αιώνα;), κρίση προγράμματος (ποια δημόσια πολιτική πρέπει να εφαρμοστεί;), κρίση κοινωνιολογικών βάσεων (σε ποιες βάσεις πρέπει πλέον να στηριχθεί;), κρίση οργανωτικού μοντέλου (τι είδους κόμμα;), κρίση στρατηγικής (με ποιον να συμμαχήσει;), κρίση ηγεσίας (σε ποιο βαθμό πρέπει να γίνεται αποδεκτό ένα προσωποπαγές κόμμα;)... Στην Ευρώπη, η Αριστερά απαντά σε όλα αυτά με τρεις τρόπους: Με την υπεράσπιση της οικονομικής της πολιτικής και των κοινωνικών της κεκτημένων, με μια προσπάθεια επανίδρυσης της σοσιαλδημοκρατίας και με τη διερεύνηση άλλων οριζόντων πέρα από τα κλασικά όρια της Δεξιάς και της Αριστεράς».

Την ανάγκη να διασφαλιστεί η «συνοχή» που απαιτεί η ανεμπόδιστη εφαρμογή του αντιλαϊκού έργου επισήμαινε την περασμένη Παρασκευή η «Φιγκαρό», προσδιορίζοντας ως εξής τη βασική πρόκληση του Βαλς: «Να επιβάλει τη λιτότητα στην αριστερά». Η εφημερίδα αναφέρεται στις «διαφωνίες» που έχουν εκφράσει κατά καιρούς στελέχη του Σοσιαλιστικού κόμματος (PS) σε μέτρα όπως το «σύμφωνο ευθύνης» με τις επιχειρήσεις και, με δεδομένες και τις απώλειες που κατέγραψε το PS, μιλά για τους «ηράκλειους άθλους» που θα αποτελέσουν για τον Βαλς η υλοποίηση των αντιλαϊκών προτεραιοτήτων της κυβέρνησης. Αναφέροντας ότι πρόεδρος και πρωθυπουργός βρίσκονται μεταξύ του να βρεθούν όμηροι και του να ρισκάρουν, προσπερνώντας την εσωκομματική κατάσταση, ασκεί και την εξής κριτική στη γαλλική σοσιαλδημοκρατία: «Στην αριστερά υπήρχε πάντα μια τάση να κάνει την εύκολη και ποτέ τη δύσκολη επιλογή».

Ο ρόλος του «Εθνικού Μετώπου»

«Αποπνικτική επίπληξη» για την «αριστερή» κυβέρνηση του Ολάντ χαρακτηρίζουν το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» και εστιάζοντας στις επιδόσεις του «Εθνικού Μετώπου» (FN) της Μαρί Λεπέν, δίνουν τη δική τους εκδοχή στο πώς θα εξελιχθεί η αναμόρφωση του αστικού πολιτικού σκηνικού: «Αυτή η αναμέτρηση καθόρισε την έλευση μιας νέας εποχής: Το κόμμα, που πριν δεν έλεγχε καμία πόλη, τώρα έχει 1.200-1.500 δικούς του τοπικούς συμβούλους.

Αυτή η αλλαγή θα βαρύνει σημαντικά στο πολιτικό μέλλον της Γαλλίας, και όχι μόνο γιατί οι τοπικοί σύμβουλοι εκλέγουν γερουσιαστές. Το FN, που συνήθιζε να περηφανεύεται ως αντισυστημική δύναμη, σήμερα αποκαλείται κυβερνητικό κόμμα. Τώρα που έγινε ένα από τα βασικά πολιτικά κόμματα της Γαλλίας, η γενική ισορροπία μεταξύ αριστεράς και δεξιάς ίσως αλλάξει». Ενώ συμπληρώνει: «Το FN, όπως και άλλες εθνικιστικές - λαϊκιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη, δεν είναι πια αμήχανο από τις αντιφάσεις του. Αν και ακόμα εξτρεμιστικό, έγινε σεβαστό. Η παραδοσιακή δεξιά βοήθησε αυτή τη διαδικασία, εγκρίνοντας ορισμένες από τις βασικές θέσεις του FN, κυρίως όσον αφορά τη μετανάστευση και τους Ρομά».

Η Ιταλία στο μικροσκόπιο

Στο «μικροσκόπιο» του γερμανικού περιοδικού «Ντερ Σπίγκελ» πέρασε στα μέσα της βδομάδας το οικονομικό πρόγραμμα του Ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι, για περισσότερες κρατικές δαπάνες, μη παραβλέποντας τις σημαντικές ομοιότητες με ένα ανάλογο πρόγραμμα που είχε προωθήσει στη Γερμανία προ 11ετίας ο τότε καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ. Οπως όμως θυμίζει το γερμανικό περιοδικό, οι τότε «μεταρρυθμίσεις» του Σρέντερ στη Γερμανία πέρασαν επειδή δεν συνοδεύτηκαν από περικοπές δαπανών, σημειώνοντας ότι θα ήταν «πολιτικά αδύνατο και οικονομικά ανεύθυνο να επιβληθούν ταυτόχρονα και τα δύο». Προβλέπει επίσης ότι παρόμοια πολιτική θα κάνει, μετά το «καταστροφικό αποτέλεσμα» των γαλλικών περιφερειακών εκλογών στη Γαλλία, και ο «σοσιαλιστής» Φρανσουά Ολάντ, προκαλώντας «συναγερμό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή» αφού δεν αποκλείεται έκρηξη δανεισμού και στις δύο χώρες...

Ο Γερμανός αρθρογράφος βλέπει αυτά τα φαινόμενα σαν «μετασεισμούς της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης», διαπιστώνοντας παράλληλα ότι «οι χώρες που έκαναν περικοπές μέχρι θανάτου τώρα ξεψυχούν και πολιτικά». Καταλήγει ωστόσο, υποστηρίζοντας σαν «δίδαγμα της ιστορίας», ότι ο συνδυασμός του αυξανόμενου κρατικού χρέους και της έλλειψης πληθωρισμού οδηγεί σε «κούρεμα του χρέους» με εναλλακτικό σενάριο τη διάλυση της Ευρωζώνης, αν και καλεί τους αναγνώστες να μη βιαστούν να κρίνουν τη γενικότερη πολιτική διαχείρισης της κρίσης από την καγκελάριο Α. Μέρκελ «πριν έρθει ο λογαριασμός».

Από άλλη σκοπιά βλέπουν τις έως τώρα κινήσεις του νέου Ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι στην πολιτική σκηνή οι βρετανικοί «Φαϊνάσιαλ Τάιμς», σε άρθρο γνώμης που δημοσίευσε την 1η του μήνα, με τίτλο «Αυξάνονται οι κεντροαριστεροί ηγέτες, αλλά οι καιροί είναι χαλεποί για τους κληρονόμους του Μπλερ και του Σρέντερ».

Στο άρθρο της εφημερίδας, ο 39χρονος Ρέντσι και ο 51χρονος Γάλλος νέος πρωθυπουργός Μ. Βαλς λανσάρονται ως «κληρονόμοι» των σοσιαλδημοκρατών Γκέρχαρντ Σρέντερ και Τόνι Μπλερ, προβάλλοντάς τους σχεδόν ως «νέους και ωραίους» πρωταγωνιστές μιας νεαρότερης, δυναμικής γενιάς ηγετών της ευρωπαϊκής κεντροαριστερής πολιτικής. Δεν διστάζει εντούτοις να καταλογίσει στον Ρέντσι τη «ρετσινιά» μακιαβελικών ραδιουργιών κατά του προκατόχου του Ενρίκο Λέτα ώστε να προβληθεί σαν ο άνθρωπος που θα δώσει λύσεις, ξεμπλοκάροντας την πολιτική και οικονομική αλλαγή στην Ιταλία.

Από την άλλη θυμίζει, με νόημα, μία άλλη περίπτωση ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής διαχείρισης, όπως αυτή που ασκεί η 47χρονη πρωθυπουργός (από το 2011) της Δανίας, Χέλε Θόρνινγκ Σμιτ, η οποία προχώρησε σε δραστικές περικοπές των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, συρρίκνωσε το δημόσιο τομέα, ενθάρρυνε την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα καπιταλιστικής ανάπτυξης στο όνομα - όπως σημειώνει - «της ενίσχυσης του μοντέλου κοινωνικού καπιταλισμού της Δανίας με μία σκληρότητα που επαναπροσδιόρισε τη σκανδιναβική αριστερά». Προβλέπει εντούτοις ότι ούτε ο Βαλς, ούτε ο Ρέντσι θα ορθοποδήσουν στην πολιτική σκηνή, εάν αποδειχθούν λιγότερο ικανοί από τους προκατόχους τους, θεωρώντας ότι «στις οικονομικά πολύ πιεσμένες κοινωνίες της σύγχρονης Δυτικής Ευρώπης η αριστερά αντιμετωπίζεται από τους παλιούς υποστηρικτές της σαν η πολιτική δύναμη που υπόσχεται αλλά αποτυγχάνει να προστατεύσει το κράτος κοινωνικής πρόνοιας, που διαχειρίζεται ανεπιτυχώς τη μετανάστευση, που έχει ελάχιστη ιδέα για το πώς θα μπορούσαν να τιθασευτούν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού και να αποπληρωθούν τα δημόσια χρέη»...

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Οι εξελίξεις στην Ουκρανία και οι προεκτάσεις της

 

 

Γυμνάσια νέων Ουκρανών εθνοφυλάκων στα σύνορα με τη Ρωσία

Οι εξελίξεις στην Ουκρανία, έκφραση των ενδοαστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, είναι το θέμα που εξακολουθεί να δεσπόζει στις αναλύσεις του διεθνούς αστικού Τύπου, με ποικίλες οπτικές γωνίες, ανάλογα με τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται.

Tην πρόβλεψη ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι μπορεί να μην είναι τίποτε σε σχέση με όσα κρύβονται στο μέλλον της Κριμαίας και της Ουκρανίας φέρνει στο προσκήνιο άρθρο των «Τάιμς της Ν. Υόρκης» με τον εύγλωττο τίτλο «Η Ουκρανία γίνεται η επόμενη Γιουγκοσλαβία». Ο αρθρογράφος Γιόχεν Μπίτνερ προχωρά σε σύγκριση των επεμβάσεων στα Βαλκάνια με όσα διαδραματίζονται στην Κριμαία, ενώ δεν διστάζει να προβάλει τις εξτρεμιστικές θέσεις του Φαζίλ Αμζάγιεφ, εκπροσώπου Τύπου του ισλαμικού εξτρεμιστικού οργανισμού «Χιζμπ ουτ-Ταχρίρ», που αποκηρύσσει τη δημοκρατία και επιδιώκει την επιβολή θεοκρατικών καθεστώτων σε χώρες όπου πλειοψηφούν οι μουσουλμάνοι, πως στην περίπτωση που κατακλυστεί η περιοχή από φανατικούς ισλαμιστές, «ούτε ο Πούτιν θα μπορεί να ελέγξει την κατάσταση».

Η «Ουάσιγκτον Ποστ» επιστράτευσε προχτές ως αρθρογράφο ακόμη και τον Αζέρο σκακιστή διεθνούς φήμης Γκάρι Κασπάροφ, με την ιδιότητα του προέδρου του «Ιδρύματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» που εδρεύει στη Ν. Υόρκη, μιας που από το 2008 ηγείται ομάδας φιλελεύθερων αντιπολιτευόμενων πολιτικών στελεχών - πολέμιων και σφοδρών επικριτών του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν. Το άρθρο του Κασπάροφ, με τίτλο «Ωρα να σταματήσουμε τον Πούτιν», υποστηρίζει την επιβολή κυρώσεων «που θα πλήξουν την παραμονή του Πούτιν στην εξουσία» και όσους ολιγάρχες τον στηρίζουν οικονομικά και πολιτικά. Θεωρεί ακόμη εσφαλμένη την τακτική που ακολουθεί ως σήμερα η κυβέρνηση Ομπάμα, λέγοντας ότι «κατάφερε να εγκαταλείψει ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα: Την υπεροχή της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής». Κατηγορεί μάλιστα τον Ομπάμα ότι με τη στάση του σε μία σειρά ζητήματα, όπως αυτά που αφορούν στο Ιράν, στη Συρία και τώρα στην Ουκρανία, καλλιεργεί στη Μόσχα την εντύπωση περί «αδυναμίας».

Η γερμανική ηλεκτρονική έκδοση της «Ντόιτσε Βέλε» επέλεξε το ίδιο διάστημα να προβάλει τις απόψεις του πολιτικού επιστήμονα και αναλυτή Γκέρχαρντ Μάνγκοτ, σε άρθρο με τίτλο «Η Ρωσία αισθάνεται εξαπατημένη». Ο Μάνγκοτ αν και στηλιτεύει την παραβίαση του «διεθνούς δικαίου» στην περίπτωση της Κριμαίας από τη Ρωσία, εντούτοις προσπαθεί να καταδείξει ότι «όντως ορισμένες αποφάσεις της Δύσης στηρίχθηκαν στη διαπίστωση ότι η Ρωσία είναι μια παραπαίουσα χώρα» και ότι «ανεξάρτητα από το εάν η Δύση προσέβαλε πραγματικά τη Ρωσία, είναι γεγονός ότι στην ίδια τη Ρωσία αισθάνονται ότι εξαπατώνται, υπονομεύονται και αποδυναμώνονται από τη Δύση»...

Η ηλεκτρονική έκδοση του αμερικανικού περιοδικού «Τάιμ» (στο νέο τεύχος με ημερομηνία 31/3/14) επέλεξε για πρωτοσέλιδο θέμα «Τη Γεωπολιτική και τη Νέα Παγκόσμια Τάξη» του Ρόμπερτ Κάπλαν. Χρησιμοποιώντας τη γνωστή φράση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Τζον Κέρι, με αφορμή τις εξελίξεις στην Κριμαία, πως τα γεγονότα «θυμίζουν συμπεριφορά του 19ου αιώνα στον 21ο αιώνα», καλεί τους αναγνώστες να ξεχάσουν τις «ευγένειες» του διεθνούς δικαίου και τον δήθεν καταλυτικό «ρόλο της τεχνολογίας στον εκδημοκρατισμό χωρών», υποστηρίζοντας ότι «το έδαφος και οι δεσμοί αίματος θα εξακολουθήσουν να παίζουν κεντρικό ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά», γιατί τάχα «αυτό είναι που μας κάνει ανθρώπινους». Θεωρεί επίσης ότι η «Γεωγραφία δεν πρόκειται να φύγει ...και ας την έχουν ξεχάσει ως επί το πλείστον η παγκόσμια ελίτ ακαδημαϊκών, διανοούμενων, αναλυτών διεθνούς πολιτικής, επικεφαλής ιδρυμάτων, στελέχη πολυεθνικών ομίλων, όπως επίσης και πολλοί Δυτικοί ηγέτες». Θεωρεί, έτσι, πως ό,τι βλέπουμε σήμερα στην Κριμαία και την Ουκρανία «είναι η εκδίκηση της γεωγραφίας» και η συνέχιση της διαπάλης Ανατολής - Δύσης, αφού η «τεχνολογία δεν εκμηδένισε τη γεωγραφία, αλλά έκανε το ρόλο της πιο πολύτιμο και κλειστοφοβικό».

Ενδιαφέρον έχει και το προχτεσινό σχόλιο της γερμανικής «Frankfurter Allgemeine Zeitung», που σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η καγκελάριος γνωρίζει ότι οι Γερμανοί δεν θέλουν διενέξεις με τη Ρωσία, πόσο μάλλον για μια χερσόνησο που δεν ανήκει μάλιστα στους τόπους που κάνουν μαζικό τουρισμό. Αλλά από την άλλη όμως γνωρίζει πολύ καλά το μεγαλορωσικό εθνικισμό και τους φόβους που πηγάζουν από αυτόν και δεν θέλει να επιτρέψει τη μετακίνηση των ευρωπαϊκών συνόρων με τον τρόπο που το έκανε η Μόσχα» και συνεχίζει: «Ο στόχος των κυρώσεων δεν είναι η τιμωρία, αλλά η πρόληψη ...η διεθνής κοινότητα προσπαθεί να κάνει τον Πούτιν να νιώσει την ψύχρα της διεθνούς απομόνωσης. Θα ιδρώσει το αυτί του σκληρού ανδρός που κάνει ιππασία γυμνός από τη μέση και πάνω στη Σιβηρία; Η κρυοθεραπεία εφαρμόζεται στη δίψα του Πούτιν για περισσότερη διεθνή αναγνώριση, όπως φάνηκε και στην ομιλία του της περασμένης Τρίτης». Και καταλήγει: «Στα ανατολικά της Ουκρανίας θα φανεί ποια εικόνα προτιμά ο Πούτιν, αυτή στους κόλπους του G8 ή αυτή ενώπιον ενός ρωσικού λαού που θριαμβολογεί επειδή ο πρόεδρός του μεγάλωσε τη χώρα τους κατά ένα κομμάτι».

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Διεργασίες στα ιμπεριαλιστικά επιτελεία

 

Οι αναλύσεις που συνεχίζονται στο διεθνή αστικό Τύπο στο φόντο των ραγδαίων εξελίξεων και του σχηματισμού νέας κυβέρνησης στην Ουκρανία είναι χαρακτηριστικές των διεργασιών που συντελούνται στα αστικά επιτελεία, σχετικά με το μείγμα διαχείρισης και τις συμμαχίες που θα εξασφαλίσουν στα μονοπώλια την ποθητή ανάκαμψη.

Φυσικά, δε λείπουν οι σαφείς παροτρύνσεις προς τα ιμπεριαλιστικά επιτελεία να επιβληθούν έναντι των ανταγωνιστών τους. Ετσι οι «Τάιμς» του Λονδίνου πριν από λίγες μέρες φιλοξενούσαν άρθρο με τίτλο: «Η Ευρώπη έχει την ευκαιρία μιας ζωής να επενδύσει στη διάδοση των δημοκρατικών αξιών προς την ανατολή», του οποίου ο αρθρογράφος στη συνέχεια υπογράμμιζε: «Η Δύση πρέπει να βοηθήσει στο σχηματισμό μιας καπιταλιστικής δημοκρατίας εκεί (σ.σ. στην Ουκρανία), όχι ως ένδειξη φιλανθρωπίας αλλά για να βεβαιώσει μια απλή, βασική αρχή: ότι τα σύνορα της Ευρώπης δε θα έπρεπε να καθοριστούν από τον Βλαντιμίρ Πούτιν».

Την ίδια στιγμή, όμως, οι εξελίξεις στην Ουκρανία δίνουν αφορμή για μια αρθρογραφία που έρχεται να υποδείξει πως οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί αναγκαστικά πρέπει να συνυπάρχουν με συμβιβασμούς, στο έδαφος της όλο και πιο στενής αλληλεξάρτησης των καπιταλιστικών οικονομιών: «Με την έναρξη της ουκρανικής κρίσης, πολλαπλασιάστηκαν οι αναλύσεις ότι ζούμε ένα νέο ψυχρό πόλεμο. Αλλά αυτή η εικόνα είναι ακατάλληλη και επιπλέον επικίνδυνη... Εκείνη η εποχή πέρασε», σημειώνει η γαλλική «Λε Μοντ». «Η αντιπαράθεση οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας είναι πολύ ανώτερη από ό,τι ήταν τότε και η διανομή του πλανήτη πολύ πιο ασαφής: ανήκουμε, κατ' επιλογή, σε έναν κόσμο πολυπολικό ή χωρίς κανέναν πόλο. Ολες οι μεγάλες δυνάμεις ανήκουν σε ένα ολόκληρο δίκτυο συνεργασιών: Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, Συμβούλιο της Ευρώπης, Συμβούλιο ΝΑΤΟ - Ρωσίας, Συνεταιρισμός για την Ειρήνη...».

«Δε νομίζω ότι επέστρεψε ο ψυχρός πόλεμος: η σημερινή γεωπολιτική αντιπαράθεση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τότε», διαπίστωνε την Παρασκευή αρθρογράφος στην αμερικανική «Ιντερνάσιοναλ Νιου Γιορκ Ταιμς». Και συνεχίζει «εκείνο το παιχνίδι τελείωσε. Κερδίσαμε. Αυτό που έχουμε σήμερα είναι ένας συνδυασμός ενός παλιότερου και ενός νεότερου παιχνιδιού».

Το σύνθετο χαρακτήρα των ενδοϊμπεριαλιστικών σχέσεων καταγράφει και η ισπανική «Ελ Μούντο», εκφράζοντας βέβαια και την ενδοαστική αντιπαράθεση για το ποιος θα πρωτοεξασφαλίσει προνομιακή θέση στην Ουκρανία της «επόμενης μέρας»: «Ουάσιγκτον και ΕΕ άφησαν την πρωτοβουλία των διπλωματικών κινήσεων στο Κίεβο και τα αγόρια της Μέρκελ (σ.σ. λίγο πριν ξεσπάσουν οι βίαιες συμπλοκές της περασμένης βδομάδας οι ηγέτες της ουκρανικής αντιπολίτευσης είχαν πάει στο Βερολίνο) και όλοι πληρώνουμε τις συνέπειες».

Χρήσιμη για την εξαγωγή συμπερασμάτων είναι η εκτίμηση του διευθυντή της ρωσικής εφημερίδας «Η Ρωσία στις διεθνείς σχέσεις»: «Αν δε δεχτεί πρόκληση, η Ρωσία πιθανώς θα συνεργαστεί με τη Δύση στην επίλυση αυτής της κρίσης, ή τουλάχιστον στο να μην ενταθεί. Κάθε νέα προσπάθεια για να τεθεί στην Ουκρανία μια αντι-ρωσική ατζέντα... θα προκαλέσει ένα άμεσο εμπορικό εμπάργκο». Ετσι, η εφημερίδα καταλήγει ότι «μέσα σε αυτές τις συνθήκες μόνο μια γέφυρα όπως αυτή του Βερολίνου το 1948 - 1949 θα μπορούσε να αποτρέψει την κατάρρευση της νέας κυβέρνησης και είναι προφανές πως ούτε ο Ομπάμα ούτε η Μέρκελ είναι σήμερα σε θέση να οικοδομήσουν τέτοιες γέφυρες. Είναι πολύ ακριβές και επικίνδυνες».

Προβληματισμός για τον «ανασχεδιασμό του αμερικανικού στρατού»

Ενα άλλο θέμα που παρ' όλο που πέρασε στα ψιλά στην Ευρώπη αλλά στις ΗΠΑ προκάλεσε συζητήσεις είναι η πρόταση του Αμερικανού υπουργού Αμυνας Τσακ Χέιγκελ στις αρχές της βδομάδας για συρρίκνωση των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων στα χαμηλότερα επίπεδα από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που έχει σχέση με ανασχεδιασμό των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων με «εξυπνα όπλα».

Οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης», με κεντρικό άρθρο στις 25/2/14 που τιτλοφορείται «Στρατιωτικός Προϋπολογισμός ταιριαστός με τους Καιρούς» επικροτεί ως αναγκαίες τη μείωση των Ενόπλων Δυνάμεων στις ΗΠΑ, θεωρώντας πως οι προτάσεις του Χέιγκελ για τον αμυντικό προϋπολογισμό του 2015 αντανακλούν «έναν απαραίτητο και πιο συνετό ρεαλισμό καθώς η Αμερική βρίσκεται στο τέλος μίας 13ετούς περιόδου σε πόλεμο».

Σημειώνει, έτσι, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η αλήθεια είναι πως οι ΗΠΑ δεν μπορούν και δε χρειάζεται να έχουν τη δυνατότητα να είναι επ' αόριστον μεγάλη στρατιωτική δύναμη . Η χώρα έχει κουραστεί από τις επιχειρήσεις κατοχής μεγάλης κλίμακας σε ξένες χώρες, και σε, κάθε περίπτωση, οι σχεδιαστές του Πενταγώνου δεν αναμένουν πως αυτές θα είναι απαραίτητες στο άμεσο μέλλον. Ακόμη και με έναν μικρό στρατό, οι άμυνες της Αμερικής θα παραμείνουν οι τρομερότερες του κόσμου, ιδιαίτερα εάν υπολογίσει κανείς την πρόταση του κυρίου Χέιγκελ για αύξηση των επενδύσεων στις επιχειρήσεις των ειδικών δυνάμεων, του κυβερνοπολέμου και της "επανεξισορρόπησης" της αμερικάνικης παρουσίας στην Ασία».

Η «Ουάσιγκτον Ποστ» στις 27/2/14 με κεντρικό άρθρο που φέρει τίτλο «Ο νέος αμυντικός προϋπολογισμός μπορεί να αλλάξει λιγότερα από όσα νομίζετε», φαίνεται να «κριτικάρει» την πρόταση Χέιγκελ για τον ανασχεδιασμό των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, υποστηρίζοντας από την αρχή του άρθρου πως «ο μειωμένος αριθμητικά στρατός θα πρέπει να είναι ετοιμοπόλεμος για έναν συμβατικό πόλεμο, αλλά δεν θα είναι αρκετά μεγάλος για να αναλάβει μία μακροπρόθεσμη κατοχή ή αποστολές σταθεροποίησης σε πολέμους όπως αυτοί σε Ιράκ και Αφγανιστάν». Ο αρθρογράφος, ομολογώντας πως μπαίνει στον πειρασμό να δει την πρόταση στο πλαίσιο των μέτρων μείωσης του κόστους, σημειώνει, την επόμενη στιγμή, πως ήταν και αναμενόμενη και συνειδητή επιλογή «αφού οι ΗΠΑ αντιδρούν όπως οι περισσότερες χώρες που πολέμησαν δύσκολες αντεξεγέρσεις στο εξωτερικό». Ακολούθως, βέβαια, αναρωτιέται «εάν αυτές οι αλλαγές θα έχουν νόημα», υπογραμμίζοντας ότι οι «μηχανοκίνητοι στρατοί, αυτοί δηλαδή που στηρίζονται περισσότερο σε τεθωρακισμένα οχήματα, είναι καλοί κυρίως για συμβατικούς πολέμους, αλλά λιγότερο αποτελεσματικοί για "αντεξεγέρσεις" (όπως αυτές σε Ιράκ και Αφγανιστάν, όπου δεν υπάρχει ούτε ξεκάθαρη νίκη, ούτε ξεκάθαρη ήττα) όπου χρειάζεται περισσότερο το έμψυχο δυναμικό».

Εν κατακλείδι, η «Ουάσιγκτον Ποστ» βλέπει την ακόλουθη «ειρωνεία»: «Ο νέος αμυντικός προϋπολογισμός εμφανίζει τις ΗΠΑ σαν να βγαίνουν από τις μπίζνες των αντεξεγέρσεων και να προσανατολίζονται σε εν δυνάμει αντιπάλους όπως η Κίνα και το Ιράν. Αλλά η ιστορία δείχνει, ξανά και ξανά, πως οι Πρόεδροι των ΗΠΑ συχνά ζητούν αποστολές αντίθετες με τον αμυντικό προϋπολογισμό. Επομένως, παραμένει ασαφές εάν η μείωση των Ενόπλων Δυνάμεων θα «δέσει πραγματικά τα χέρια» των ηγετών που ίσως θέλουν να προχωρήσουν σε μία επέμβαση μεγάλης κλίμακας, ακόμη και εάν τέτοιες επεμβάσεις είναι «κακή ιδέα». Και ο αρθρογράφος καταλήγει με τη φράση: «Μην εκπλαγείς, εάν καταλήξουμε να ξαναπάμε σε πόλεμο με το στρατό που έχουμε»...

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΥΠΟΣ «Γκρίνιες» και κόντρες στις πλάτες του ουκρανικού λαού

 

Απο την υπογραφή της συμφωνίας ανάμεσα στην Ουκρανική κυβέρνηση και την αντιπολίτευση

Οπως ήταν αναμενόμενο σύσσωμος ο διεθνής αστικός Τύπος ασχολήθηκε αυτή τη βδομάδα με την Ουκρανία. Στις αναλύσεις αρθρογράφων αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο η αγριότητα των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Ανοιχτά και καθαρά, μία είναι η έγνοια που υπάρχει: Η κυριαρχία στις γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις. Οι παρεμβάσεις των αστών που σέρνουν τον ουκρανικό λαό στο ένα ή το άλλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο προσπερνιούνται ως κάτι αυτονόητο, ενώ περισσεύει η γκρίνια από όσους θεωρούν τους εαυτούς τους ριγμένους στη μοιρασιά.

Γαλλο-ισπανικές επικρίσεις

Ο γαλλικός Τύπος αρθρώνει ωμά «παρατήρηση» στα επιτελεία της Ευρώπης που δεν θα ήταν υπερβολή αν μεταφραζόταν ως εξής: «Κύριοι, αποτύχατε, σας πρόλαβαν οι Ρώσοι!».

Ετσι, η «Λε Φιγκαρό» χαρακτηρίζει «καλοδεχούμενη» την παρέμβαση των τριών ΥΠΕΞ και της ΕΕ για την επίτευξη συμβιβασμού, προσθέτοντας όμως: «Ομως, πόσος χρόνος χάθηκε! Στην Ανατολή, τα τελευταία χρόνια οι Ευρωπαίοι δεν είδαν τίποτα καινούριο» τονίζει, καταγράφοντας ως παράδειγμα το ναυάγιο το περασμένο φθινόπωρο των διαπραγματεύσεων για τη σύσφιξη της συνεργασίας μεταξύ Βρυξελλών και χωρών της πρώην ΕΣΣΔ. Οι τρεις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης «δεν είχαν την προσοχή τους στραμμένη στην ίδια κατεύθυνση. Η Γαλλία κοιτούσε στο Νότο, η Γερμανία στην Ανατολή, η Βρετανία πουθενά. Ακόμη, η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει ουκρανική πολιτική, χωρίς ρωσική πολιτική». Η ίδια εφημερίδα τόνιζε την περασμένη Πέμπτη: «Σε συνθήκες πλήρους πολιτικής κρίσης θα μπορέσει η Ουκρανία να τιμήσει την αποπληρωμή του χρέους της; Η απειλή μιας αθέτησης πληρωμών είναι ορατή... Βρίσκεται το ουκρανικό κράτος στο χείλος της πτώχευσης την ώρα που στους δρόμους του Κιέβου αυξάνονται οι συγκρούσεις;».

«Εμφύλιος πόλεμος, διαμελισμός, μακρά περίοδος επαναλαμβανόμενων ταραχών, δικτατορική επιβολή; Ολα είναι πιθανά σ' αυτό το κράτος - κλειδί, στην καρδιά της ευρωπαϊκής ηπείρου» εκτιμούσε η «Λε Μοντ», την περασμένη Παρασκευή. «Γιατί πεθαίνει κόσμος στο Κίεβο το 2014, 24 χρόνια μετά την ειρηνική απόκτηση της ουκρανικής ανεξαρτησίας;... Πεθαίνει γιατί το Κρεμλίνο ψάχνει να επιβάλει ένα καθεστώς περιορισμένης κυριαρχίας στο "στενό του περίγυρο". Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει μια μέρα να αναλάβουν τις συνέπειες στις σχέσεις τους με το μεγάλο γείτονά τους στην Ανατολή», καταλήγει.

Για το προβάδισμα των Ρώσων γκρινιάζει και η ισπανική «Ελ Παΐς» που υπογραμμίζει: «Οσον αφορά την επιρροή και την ικανότητα εξωτερικής παρέμβασης, η ΕΕ, εγκλωβισμένη στη δική της κρίση, τη δυσαρέσκεια των πολιτών και την ανάδυση ξενοφοβιών, είναι ακόμα μια φορά ένας αδρανής πολιτικός παράγοντας (...)». «Αν αυτό μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα, ας επιβάλλουμε κυρώσεις. Αλλά να ξέρουμε ότι αυτές δε θα αλλάξουν τίποτα. Πιο σωστά, να ξέρουμε ότι αυτές θα εξυπηρετήσουν μόνο ως μαρτυρία της δικής μας ανικανότητας. Στην Ουκρανία, όπως και στη Συρία, εδώ και καιρό έχουμε παραιτηθεί από το να κατευθύνουμε τα γεγονότα με τρόπο που ευνοεί τα δικά μας συμφέροντα... Οπως έχει αποδειχθεί το να περνά κανείς τον Πούτιν για κουτό μπορεί να κοστίσει ακριβά...».

«Προειδοποιήσεις» Πρόντι

Οι «Τάιμς της Ν. Υόρκης» επέλεξαν να φιλοξενήσουν την περασμένη Πέμπτη άρθρο γνώμης του Ρομάνο Πρόντι, πρώην πρωθυπουργού (1996-98) και προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (1999-2004) και νυν ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ στο Σαχέλ της Αφρικής, με τον μάλλον «φιλόδοξο» τίτλο «Πώς μπορεί να σωθεί η Ουκρανία». Ο Πρόντι, κάνοντας έναν απολογισμό των έως τώρα γεγονότων, συμβουλεύει τους Ευρωπαίους ηγέτες να προγραμματίσουν άμεσες συνομιλίες με το Ρώσο Πρόεδρο, ώστε αφ' ενός να βρεθεί μία προσωρινή λύση και να σταματήσει η αιματοχυσία, αφ' ετέρου να γίνει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο «που θα επιτρέψει στους Ουκρανούς να καθορίσουν το πολιτικό τους πεπρωμένο με ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο». Σε κάθε περίπτωση, ο Πρόντι καλεί τη Δύση «να ξεκαθαρίσει στη Μόσχα ότι η Ουκρανία - μία γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης - δεν θα πρέπει να γίνει αντικείμενο γεωπολιτικών παιχνιδιών. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να υποχωρήσουν από τις απειλές των κυρώσεων κατά της Ουκρανίας και του προέδρου της Β. Γιανουκόβιτς, γιατί αυτό θα παρέτεινε τα βάσανα του ουκρανικού λαού. Ομως η ρωσική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Ουκρανίας δεν πρέπει να γίνει ανεκτή»...

Ξεπερνώντας με μερικές φράσεις «τη νέα, επικίνδυνη τροπή» των διαδηλώσεων, τη δράση ακροδεξιών ομάδων, όπως ο «Δεξιός Τομέας», την αντισημιτική ομάδα «Σλόμποντα» και τις επιθέσεις «ακραίων στην αστυνομία», λέγοντας πως αυτές δεν θα πρέπει «να μείνουν ασυγχώρητες», περνά στο «κυρίως πιάτο», υποστηρίζοντας: «Ορισμένοι στην ΕΕ έχουν χάσει τη βασική αλήθεια που είναι πως χρειαζόμαστε την Ουκρανία, όσο μας χρειάζεται και εκείνη. Πρέπει να ανοικοδομήσουμε την εμπιστοσύνη και να ξαναρχίσουμε το κίνημα με στόχο την ολοκλήρωση της Ουκρανίας με την υπόλοιπη Ευρώπη... Η Ευρώπη χρειάζεται την Ουκρανία σαν γέφυρα με τη Ρωσία περισσότερο από ποτέ» .

Γερμανικό «γεωπολιτικό σκάκι»

Η ηλεκτρονική έκδοση της «Ντόιτσε Βέλε» σε άρθρο του Uwe Klussmann (Κλάουσμαν) με τίτλο «Σκάκι σε ένα ναρκοπέδιο: Οι διεθνείς επιπτώσεις της ουκρανικής σύρραξης» αντιμετωπίζει τις ουκρανικές εξελίξεις ως μία ακόμη αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης - Ρωσίας, με σκοπό την κυριαρχία μίας εκ των δύο στην Ευρώπη, ενώ η Ουκρανία, την ίδια ώρα, ολισθαίνει στον εμφύλιο πόλεμο. Δεν παραλείπει να σημειώσει την πρόσφατη εμφάνιση του Αμερικανού γερουσιαστή Τζον Μακέιν τον περασμένο Δεκέμβρη στην πλατεία Ανεξαρτησίας του Κιέβου και την ακόλουθη ψυχροπολεμική, όπως σημειώνει ο αρθρογράφος, έκκλησή του στο πλήθος: «Λαέ της Ουκρανίας, ήρθε η ώρα σου! Ο ελεύθερος κόσμος είναι μαζί σου! Η Αμερική είναι μαζί σου!».

Ο Κλάουσμαν υπογραμμίζει έτσι ότι ο Ψυχρός Πόλεμος επανήλθε, με τη Μόσχα να παίζει για μία ακόμη φορά το ρόλο του αντίπαλου (της Δύσης) και «μοναδική διαφορά την αλλαγή στα όπλα», αφού «πλέον το θέμα δεν είναι η συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ, ούτε το μέλλον του Προέδρου Β. Γιανουκόβιτς» ...αλλά η «γεωπολιτική που έχει μπει στο επίκεντρο με κυρίαρχο το σημαντικό ερώτημα ποια κέντρα εξουσίας στην Ευρώπη και στην περιοχή της Ευρασίας θα είναι κυρίαρχα στο μέλλον». Δεν λησμονεί ούτε τον πρώην σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, που κάποτε παρομοίασε την περιοχή με σκακιέρα «με παίχτες πάντα τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ», αλλά ούτε και τη βάση του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας στη Σεβαστούπολη που την χαρακτηρίζει «πηγή εκνευρισμού για τους Ουκρανούς εθνικιστές και τους φίλους των ΗΠΑ»...

«Διδάγματα» για την Κίνα

Ενδιαφέρον έχει και η αγγλόφωνη κινεζική εφημερίδα «Γκλόμπαλ Τάιμς», φιλοξενώντας στις 20/2/14 άρθρο με τίτλο «Η αντιπαράθεση Δύσης - Ρωσίας αποστραγγίζει την Ουκρανία», που αναφερόμενη σε σενάρια για πιθανή διχοτόμηση της Ουκρανίας, καταλήγει ότι «οι περιπέτειες τέτοιων χωρών μας λένε ότι η Κίνα πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη σε ένα σταθερό μονοπάτι δημοκρατίας, παίρνοντας μαθήματα από τα λάθη των άλλων. Εάν το Πεκίνο γίνει τόσο ριζοσπαστικό ώστε να δεχθεί να κάνει ό,τι μας λέει η Δύση, τότε υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να ζήσουμε την εμπειρία μίας μακρόχρονης αναταραχής με ένα έθνος διχασμένο. Η αναζωογόνηση της Κίνας είναι "καταδικασμένη" να αποτελεί μία επίμονη διαδικασία επιδίωξης μεταρρυθμίσεων και δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να οικοδομήσουμε μία δημοκρατική και φιλελεύθερη χώρα με κινέζικα χαρακτηριστικά». Δηλαδή προσήλωση στην καπιταλιστική ανάπτυξη και ταυτόχρονα προετοιμασία για ισχυρή παρουσία στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

ΗΠΑ - Γαλλία: Συνεργασία και ανταγωνισμός

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΥΠΟΣ

 

Ολάντ και Ομπάμα στην κοινή συνέντευξη

Οι ιδιαίτερες επιδιώξεις τόσο της γαλλικής όσο και της αμερικανικής πλουτοκρατίας, στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών συνεργασιών αλλά και αντιθέσεων στις οποίες εμπλέκονται, αποτυπώνονται στα δημοσιεύματα του γαλλικού και αγγλοσαξονικού Τύπου για την πρόσφατη επίσκεψη του Γάλλου Πρόεδρου Φρανσουά Ολάντ στις ΗΠΑ.

Ετσι, η «Φιγκαρό», μια μέρα πριν την επίσημη συνάντηση στις 9 Φλεβάρη, σημείωνε ότι «για τον Ομπάμα, η επίσκεψη Ολάντ ανοίγει μια σειρά διαδοχικών συναντήσεων με Ευρωπαίους που θα ακολουθήσουν το Μάρτη με την πρώτη επίσκεψη που θα εκτελέσει στις Βρυξέλλες για τη Σύνοδο με την ΕΕ», η οποία πραγματοποιείται σε μια περίοδο που δε διακρίνεται από τις καλύτερες των προϋποθέσεων (βλέπε παρακολουθήσεις Αμερικανών αξιωματούχων από τις μυστικές υπηρεσίες, προσβλητική δήλωση Νούλαντ για τη σχέση ΕΕ - Ουκρανίας κτλ). «Μερικοί ειδικοί σκέφτονται ότι ο Ομπάμα, που συμφωνεί μαζί του (σ.σ. με τον Γάλλο Πρόεδρο) στο ζήτημα της ανάπτυξης, τον βλέπει ως χρήσιμο σύμμαχο, για να επηρεάσει και να κατευνάσει τη γερμανική καγκελαρία, που θεωρείται μακράν ο πόλος - "κλειδί" στην Ευρώπη».

Κοινές ανησυχίες για την «παγκόσμια ασφάλεια»

Σε άλλο της άρθρο, η «Φιγκαρό» αναδεικνύει τις διεργασίες για τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που θα ανοίξουν το δρόμο στα μονοπώλια για νέες μπίζνες. Ετσι, σημειώνει ότι η γαλλική κυβέρνηση χρειάζεται με τη σειρά της την αμερικανική πλευρά για να στηριχτούν τα σχέδιά της για την υποσαχάρια αφρικανική ζώνη της Σαχέλ (που συνδέεται με 13 χώρες): «Το 2013, η γαλλική επέμβαση στο Μάλι εγκαινίασε ανάμεσα στις δύο χώρες μια διαρκή συνεργασία στην περιοχή» εξηγεί, συνεργασία που αφορούσε συγκεκριμένα την ανταλλαγή πληροφοριών, δυνατοτήτων, τον ανεφοδιασμό με καύσιμα. Σε πολλές κρίσιμες στιγμές, «οι Αμερικανοί στήριξαν επιχειρησιακά την τακτική των γαλλικών δυνάμεων στο πλαίσιο της "Σερβάλ"». Η εφημερίδα παραθέτει μάλιστα σχόλια Αμερικανών που χαρακτηρίζουν «πράξη πολέμου» τη συγκεκριμένη προσφορά των ΗΠΑ. «Στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, οι ΗΠΑ διέθεσαν τα C-17 τους για να μεταφέρουν τμήματα της αφρικανικής δύναμης "Mίσκα", κύρια από τη Ρουάντα. Αυτή η συνεργασία ενσαρκώνεται επίσης στη Νιαμέυ (σ.σ. πρωτεύουσα του Νίγηρα)...». Η εφημερίδα τονίζει ότι «η αστάθεια στη Σαχέλ, στο νότο της Λιβύης, ενοχλεί εξίσου τους Γάλλους και τους Αμερικάνους», ενώ επικαλείται «υπεύθυνη στρατιωτική γαλλική πηγή» που υπογραμμίζει ότι «το κλείσιμο των εργοστασίων του τρόμου..., το άνοιγμα του δρόμου στους ακτιβιστές και τους εμπόρους και η κατασκευή τελικά ενός "τείχους" -εννοώντας μια γραμμή άμυνας- απαιτούν να χαραχτεί μια "μακροπρόθεσμη στρατηγική"». Βεβαίως, Γάλλοι διπλωμάτες και στρατιωτικοί έχουν πλήρη συνείδηση για το ότι οι στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον -στις οποίες δε συγκαταλέγεται η Αφρική- περιορίζουν τον ορίζοντα της συνεργασίας. «Δε μας ενοχλεί οι Αμερικανοί να στηρίζουν πιο ενεργά έχοντας μια παρουσία λιγότερο ορατή», λένε πηγές από τον περίγυρο του Ζαν-Υβ Λε Ντριάν (σ.σ. Γάλλου υπουργού Αμυνας).

Και η Βρετανία στο κάδρο

«Με έναν Ντέιβιντ Κάμερον αποκλεισμένο από το ίδιο του το Κοινοβούλιο και μια Αγκελα Μέρκελ αντι-επεμβατική, ο Φρανσουά Ολάντ αποτελεί σήμερα πράγματι έναν από τους καλύτερους συμμάχους για τον Ομπάμα», τονίζει η οικονομική εφημερίδα «Les Echos». «Γαλλία και ΗΠΑ μοιράζονται την ίδια ανησυχία για τη διασφάλιση της ασφάλειας παγκοσμίως. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για άλλα ευρωπαϊκά κράτη», επιβεβαιώνει στην εφημερίδα ο Τζόναθαν Λόρανς, ειδικός για τις δια-ατλαντικές σχέσεις στο Ιδρυμα Μπρούκινγκς. Φυσικά, υπογράμμισε ότι αυτό το ταξίδι για τον Ολάντ γέννησε ελπίδες ότι «θα κεφαλαιοποιήσει την αλλαγή της φήμης της γαλλικής οικονομίας», στο φόντο μάλιστα της χαμηλής δημοτικότητάς του.

Η «Λε Μοντ» τονίζει μεταξύ άλλων ότι το ταξίδι Ολάντ εντάχτηκε στο σχεδιασμό να αποκατασταθεί η κακή φήμη που έχει η Γαλλία στους κύκλους «των Αμερικανών επιχειρηματιών, καθώς δεν είναι παρά η τελευταία χώρα στην οποία θα ρίσκαραν να επενδύσουν».

Αγκαλιές και ...τσεκούρια

«Τα τρυφερόλογα του Ομπάμα στους Γάλλους», υποστηρίζει ομότιτλο άρθρο της «Ουάσιγκτον Ποστ» (στις 12/2/14), «είναι μια προβλέψιμη απάντηση στα εσωτερικά προβλήματα (των ΗΠΑ)». «Με την ατζέντα της δεύτερης θητείας να έχει σκαλώσει στο Καπιτώλιο, ακολουθεί το πολυταξιδεμένο μονοπάτι της έμφασης στις εξωτερικές σχέσεις κατά τη δεύτερη θητεία του. Ομως, ακόμη και σε αυτόν τον τομέα, δεν υπάρχουν και πολλές φιλικές επιλογές: Οι σχέσεις με την Κίνα είναι τεταμένες και με τη Ρωσία "ξινές". Η Συρία είναι εφιάλτης, το Ιράκ χάλια, ενώ στο Ιράν και οπουδήποτε αλλού στη Μέση Ανατολή υπάρχουν ουσιαστικά αναλαμπές ελπίδας. Η αντιπαράθεση με την κατασκοπεία από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών έχει τραυματίσει τις σχέσεις με τη Γερμανία και προκάλεσε την ακύρωση της επίσημης επίσκεψης της Προέδρου της Βραζιλίας. Αλλά, μπροστά σε όλα αυτά, ο Πρόεδρος Ομπάμα λέει "Ζήτω η Γαλλία!"».

«Ο Ομπάμα μπορεί να δείχνει στους Γάλλους λίγη αγάπη, αλλά η Βρετανία δεν θα πρέπει να απελπίζεται», ήταν το κεντρικό άρθρο της βρετανικής «Τέλεγκραφ» στις 11/2/14, με το οποίο έκανε στην ουσία έναν συγκριτικό τεστ - απολογισμό βρετανο-γαλλικών «επιδόσεων» στη σκακιέρα των απανταχού ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και αντιπαραθέσεων.

Επισημαίνοντας ότι «μία δεκαετία μετά τις αντιθέσεις ΗΠΑ - Γαλλίας για την εισβολή στο Ιράκ, οι σχέσεις μεταξύ τους βελτιώθηκαν θεαματικά», θεωρεί πως «η Βρετανία εξακολουθεί να έχει μοναδική θέση στις καρδιές των Αμερικανών» και προχωρά στη σύγκριση της πολύ θερμής υποδοχής που επιφύλαξε στις αρχές της βδομάδας ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στο Γάλλο ομόλογό του και στη χλιαρότερη υποδοχή που επιφύλαξε δύο χρόνια νωρίτερα στο Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον. Σύντομα, όμως, ερμηνεύει αυτή τη διαφορά, προχωρώντας σε έναν απολογισμό των ιμπεριαλιστικών επιδόσεων Λονδίνου - Παρισιού.

«Την τελευταία δεκαετία, η Βρετανία πλέει δίχως επιχειρησιακό αεροπλανοφόρο, ενώ η Γαλλία είναι προετοιμασμένη να προβληθεί παντού στην υδρόγειο: να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη Λιβύη, να πολεμήσει την Αλ Κάιντα στο Σαχέλ της Αφρικής, να αναπτύξει σημαντικές δυνάμεις σταθεροποίησης στη Δυτική Αφρική. Σε μία περίοδο κατά την οποία η αμερικανική εξωτερική πολιτική περιορίζεται και η Ουάσιγκτον και το Πεντάγωνο προσπαθούν ελάχιστα να κρύψουν την απογοήτευσή τους για την ανικανότητα της Ευρώπης να υπερασπιστεί τον εαυτό της, το γεγονός ότι η Γαλλία είναι έτοιμη να διατηρήσει την επίφαση μίας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής δεν περνά απαρατήρητο».

Σε άλλο σημείο, ο αρθρογράφος της Τέλεγκραφ αναγνωρίζει και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιφάσεις, όπως το γεγονός πως «ενώ επιδοκιμάζεται σε ένα επίπεδο η ανεξάρτητη γαλλική εξωτερική πολιτική, μπορεί, την ίδια ώρα, να προκαλέσει οργή, όπως έγινε την περασμένη βδομάδα με την επίσκεψη αντιπροσωπείας Γάλλων ανώτατων επιχειρηματικών στελεχών στην Τεχεράνη». Δεν παραγνωρίζεται επιπλέον η συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση για μία εμπορική συμφωνία ΗΠΑ - ΕΕ, «που ενώ είναι πρώτη προτεραιότητα για το Λευκό Οίκο και τη Βρετανία, έχει ήδη αρχίσει να "κολλάει" στη γαλλική βραδυπορία σε όλα τα εμπορεύματα, από το τυρί μέχρι τις ταινίες». Το συμπέρασμα της «Τέλεγκραφ»; «Ενώ οι γαλλο-αμερικανικές σχέσεις έχουν βελτιωθεί σημαντικά από το ναδίρ στο οποίο είχαν πέσει το 2003, η Βρετανία έχει λόγους να αυτοπαρηγορείται πως η φιλία της με τις ΗΠΑ εξακολουθεί να μετρά και να αντέχει μπροστά στις αναδυόμενες στρατηγικές πραγματικότητες».

«Η Γαλλική επίσημη επίσκεψη: Με θαμμένο το τσεκούρι του πολέμου, ο Μπαράκ Ομπάμα υποδέχεται τον Φρανσουά Ολάντ στην Ουάσιγκτον», έγραφε η βρετανική Ιντιπέντεντ στις 13/2/14, αναγνωρίζοντας και αυτή σημαντική βελτίωση στις γαλλο-αμερικανικές σχέσεις, προχωρώντας ακολούθως σε απολογισμό της τελευταίας δεκαετίας.

«Πριν δέκα χρόνια, το Παρίσι ήταν, για την τότε κυβέρνηση Τζ. Ου. Μπους που επέβαλε την εισβολή στο Ιράκ το 2003, η ενσάρκωση της "παλιάς Ευρώπης". Οι συμπατριώτες του κ. Ολάντ χλευάζονταν από μερίδα του αμερικάνικου Τύπου σαν τυροφάγοι πίθηκοι, ενώ οι τηγανητές πατάτες (που στα αγγλικά αποκαλούνται "τηγανητές αλά γαλλικά") μετονομάστηκαν στα μενού των εστιατορίων του κογκρέσου "πατάτες της ελευθερίας". Υπό την προεδρία Ομπάμα, που καλωσόρισε στο Λευκό Οίκο το Γάλλο ομόλογό του με πομπώδεις φανφάρες, έχουν αλλάξει σχεδόν τα πάντα. Η Γαλλία έγινε ο ισχυρότερος συνήγορος της δυτικής επέμβασης στο συριακό εμφύλιο πόλεμο, ενώ το Παρίσι υποστηρίζει μία σαφώς σκληρή γραμμή στις διαπραγματεύσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Οι δύο εργάστηκαν από κοινού στενά στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας στη βόρεια Αφρική. Ακόμη και η άσχημη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στην τηλεφωνική συνδιάλεξη της Αμερικανίδας υφυπουργού Εξωτερικών Αρμόδιας για την Ευρωπαϊκή Πολιτική, Βικτώρια Νούλαντ, για την πολιτική της ΕΕ στην Ουκρανία, άφησε απ' έξω τη Γαλλία (εν αντιθέσει με τη Γερμανία)».

Σύντομα όμως η «Ιντιπέντεντ» διαπιστώνει πως δεν είναι όλα μέλι-γάλα. Οπως σημειώνει, «οι ΗΠΑ ενοχλήθηκαν από την επίσκεψη 100 Γάλλων επιχειρηματιών στην Τεχεράνη αμέσως μετά την προσωρινή συμφωνία του Νοέμβρη για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Ο κ. Ολάντ έμεινε μετέωρος όταν ο κ. Ομπάμα αποφάσισε ξαφνικά τον περασμένο Σεπτέμβρη να μην προχωρήσει σε αεροπορικές επιδρομές για να τιμωρήσει το συριακό καθεστώς μετά την προφανή χρήση χημικών όπλων. Αλλά σε αυτό το ταξίδι, οποιαδήποτε τέτοια νευρικότητα είναι καλά κρυμμένη».

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Η Γαλλία και το βάθος της κρίσης ξανά στο προσκήνιο

 

Τα ροζ σκάνδαλα του Γάλλου Προέδρου, οι αγωνίες των αστών για την κρίση δεν πρέπει να επικαλύψουν την ουσία της φιλομονοπωλιακής πολιτικής, που στέλνει στην ανεργία και την ανέχεια τους εργάτες, όπως τους απεργούς εργάτες της «Πεζό - Σιτροέν», στο στιγμιότυπο από την αγωνιστική κινητοποίησή τους τον περασμένο χρόνο

Αναμφίβολα, αυτό που ξεχωρίζει ως ζήτημα αιχμής για τα αστικά ΜΜΕ έντυπα και ηλεκτρονικά σε όλο τον κόσμο, γιατί έτσι βολεύει και είναι αυτό που λέγεται «πιασάρικο» θέμα, είναι η εντυπωσιοθηρία, με αφορμή τα «ερωτικά» του Γάλλου Προέδρου, Φρανσουά Ολάντ. Ηδη, αρκετές αναλύσεις συνδέουν τις αποκαλύψεις με την όλο και χαμηλότερη δημοτικότητα του Ολάντ, αλλά και τις διεργασίες στην πολιτική σκηνή της Γαλλίας, όπου τα σημάδια της ύφεσης ανησυχούν όλο και περισσότερο την αστική τάξη, που θέλει να επαινέσει την πολιτική της «εθνικής σύμβασης ευθύνης», που προτείνει ο Ολάντ, και δεν είναι τίποτε άλλο παρά περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και φοροελαφρύνσεις για το κεφάλαιο, αλλά τα ροζ σκάνδαλα και το «τσαλάκωμα» του Προέδρου ξεστρατίζουν την προσοχή.

«Επικρίσεις» για Ολάντ και πραγματικές επιδιώξεις

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φρανσουά Ολάντ δέχεται εδώ και καιρό κριτική για έλλειψη αποφασιστικότητας έναντι των ανταγωνιστών των γαλλικών μονοπωλίων (βλ. γερμανική αστική τάξη). Η συντηρητική εφημερίδα «Les Echos» πρόσφατα σημείωνε: «Ο Ολάντ πολλές φορές εξέθεσε την πολιτική του γραμμή, ειδικά όσον αφορά τη μείωση των ελλειμμάτων και την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων». Αλλά «η διστακτική εφαρμογή αυτής της γραμμής γέννησε αμφιβολίες για την πολιτική θέλησή του. Ειδικότερα, ο κριτικός του λόγος για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς εμφανίστηκε σε αντίθεση με τους στόχους του που έμειναν ωστόσο αυτοί των Βρυξελλών», υπογραμμίζεται σε μια ...κριτική που αντανακλά τη δυσαρέσκεια (τουλάχιστον ορισμένων μερίδων) του γαλλικού κεφαλαίου για το προβάδισμα που έχουν χάσει στην ευρωπαϊκή αγορά, για μια σειρά αναδιαρθρώσεις που μένουν ακόμα να γίνουν για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους (νέες αντιασφαλιστικές ρυθμίσεις, περικοπές δημόσιων δαπανών κ.τ.λ.).

Ο βρετανικός «Guardian» έγραφε σκωπτικά μέσα στη βδομάδα: «Ο Ολάντ δεν είπε αυτή τη φορά "ουδέν σχόλιον" για την προσωπική του ζωή. Ζητάει, ωστόσο, από το λαό του να ζει και να φέρεται διαφορετικά, να συναινέσει σε μια κοινωνική σύμβαση ευθύνης και να εγκαταλείψει δεκαετίες προσωπικής ικανοποίησης, που αποτελεί κληρονομιά του σοσιαλιστικού κινήματος. Πρέπει να ενωθούν για να απελευθερώσουν την εργασία και να δεχτούν μειώσεις στις δαπάνες. Ορισμένοι θα τον υπερασπιστούν, υποστηρίζοντας ότι είναι ζήτημα λιτότητας και νομοθεσίας. Ο λαός, όμως, έχει λιγότερες πιθανότητες να ανταποκριθεί εάν ο άνδρας που τους ζητάει τις θυσίες αποτελεί περίγελο».

Επιπλέον, η ίδια η χρονική στιγμή των αποκαλύψεων ίσως συνδέεται με σχέδια για αναμόρφωση στο πολιτικό σκηνικό. Πολλοί αναφέρουν, μάλιστα, ότι ο πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας Ν. Σαρκοζί (που εμφανίζεται έτοιμος να διεκδικήσει την προεδρία ξανά) γνώριζε ότι επρόκειτο να «σκάσει» η ιστορία και προετοίμαζε σχετικά το έδαφος. Ο βρετανικός «Economist» σημειώνει ότι οι αποκαλύψεις για τις σχέσεις του Ολάντ με την Γκαγιέ «έγιναν σε μια χρονική στιγμή "αδέξια"... τέσσερις ακριβώς μέρες πριν τη συνέντευξη Τύπου που παραχωρείται δύο φορές το χρόνο» και ο Ολάντ επρόκειτο να την αξιοποιήσει για να προβάλλει τη «νέα οικονομική του πολιτική». Αλλά «τώρα τα Μέσα μιλούν για κάτι άλλο». «Αυτοί οι ισχυρισμοί δε θα πλήξουν τον κ. Ολάντ με τρόπο που θα έπλητταν έναν Βρετανό ή Αμερικανό ηγέτη. Ωστόσο, για έναν Πρόεδρο του οποίου η δημοτικότητα ήδη κινείται στα χαμηλότερα επίπεδα, σίγουρα δε θα συμβάλει στην ανόρθωση της εξουσίας ή της αξιοπιστίας του».

Ανησυχία για την κρίση

Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ξεχωρίζει η ανησυχία για την εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης, όπως εκφράζεται χαρακτηριστικά από τους βρετανικούς «Financial Times». Σημειώνεται, με έμφαση: «Πρόκειται για μία εκπληκτική πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εξαιτίας της απουσίας ολοκληρωμένων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, η ποιότητα ζωής στην Ευρωζώνη, συγκριτικά με αυτήν στις ΗΠΑ, θα είναι το 2023 χειρότερη από αυτή που ήταν κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Πρόκειται για μια αλγεινή πρόβλεψη, και αυτό για δύο λόγους: Αφ' ενός, διότι είναι σαφές ότι καταρρίπτει τους μύθους που ακούγονται τον τελευταίο καιρό για την οικονομική ανάκαμψη και τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, για την οποία οι ηγέτες της Ευρώπης αλληλοσυγχαίρονται. Αφ' ετέρου, η συγκεκριμένη πρόβλεψη θέτει εν αμφιβόλω τη σημασία που έχει η Ευρώπη στον παγκόσμιο χάρτη, ιδιαίτερα, δε, στη στρατιωτική και οικονομική της συμμαχία με τις ΗΠΑ.

Πριν από 50 χρόνια υπήρχε μια ομολογουμένως σαφής διαφορά ανάμεσα στην ποιότητα ζωής σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Η Ευρώπη ήταν ρημαγμένη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ομως, κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, η Γηραιά Ηπειρος άρχισε να προσεγγίζει τις ΗΠΑ και τις δεκαετίες 1980 και 1990 τα επίπεδα κατά κεφαλήν οικονομικής ανάπτυξης ήταν περίπου τα ίδια». Βέβαια την αστική τάξη δεν την πήρε ο πόνος για το βιοτικό επίπεδο το λαών, αυτό που κυρίως τους ανησυχεί είναι ότι η κρίση δεν ξεπερνιέται, η ανάκαμψη είναι αναιμική και αυτό στη διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία έχει επιπτώσεις σε όλους.

Προβληματισμοί για τη συνοχή της ΕΕ

Η γερμανική «Suddeutsche Zeitung», με αφορμή το σχέδιο έκθεσης της επιτροπής Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την τρόικα μεταφέρει τον προβληματισμό για την εμπλοκή του ΔΝΤ στα ζητήματα της ΕΕ μέσα από τη δήλωση του επικεφαλής της Οτμαρ Κάρας, ο οποίος λέει: «Την εργασία της τρόικας στο μέλλον θα την αναλάβει είτε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μόνο του, είτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή -επίσης μόνη της- είτε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (EΜΣ) θα εξελιχθεί σε κάτι σαν Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο».

Η εφημερίδα κάνει «λόγο για διερεύνηση του πώς ο δημοσιονομικός έλεγχος θα καταστεί πιο διαφανής και δημοκρατικός» και σημειώνει: «Η σχετική απόφαση για το διάδοχο μοντέλο της τρόικας θα ληφθεί το αργότερο το ερχόμενο φθινόπωρο, επισημαίνεται, όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναλάβει την εποπτεία των τραπεζών της Ευρωζώνης. Η τελική απόφαση βρίσκεται πάντως στη δικαιοδοσία των χωρών του ευρώ, καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να υποβάλει μόνο προτάσεις».

Η «Handelsblatt» από την πλευρά της, σε πρωτοσέλιδο άρθρο της διερωτάται: «Ποιος έστειλε την ΕΚΤ στην τρόικα;» και αναφέρεται σε «ερωτηματικά» που προκαλεί η συμμετοχή της ΕΚΤ στα προγράμματα διάσωσης, με αφορμή τις απαντήσεις της Τράπεζας στο ερωτηματολόγιο της επιτροπής Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η ΕΚΤ, σύμφωνα με την εφημερίδα, απάντησε «με ελισσόμενες παρατηρήσεις», σχετικά με το ποιος έλαβε την απόφαση για λογαριασμό της. Προκύπτει δε το ερώτημα, πώς μπορεί η ΕΚΤ, η οποία πρέπει να μεριμνά για σταθερές τιμές, να συμμετέχει σε ένα όργανο που διαπραγματεύεται με τις χώρες που λαμβάνουν δανειακή βοήθεια τους όρους για την παροχή αυτής της βοήθειας;

«Οι απαντήσεις της ΕΚΤ, τις οποίες η Τράπεζα δημοσίευσε, είναι σε σημαντικές πτυχές ασαφείς. Ετσι η ακριβής ερώτηση των βουλευτών για το ποιος αποφάσισε για την ΕΚΤ όσον αφορά τη συμμετοχή της στα προγράμματα βοήθειας απαντάται μόνο με πολλές υπεκφυγές», τονίζει η Handelsblatt. Ο κ. Κάρας, σε δηλώσεις του προς την εφημερίδα, αναφέρει σχετικά: «Η απάντηση της ΕΚΤ δείχνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέτει τις σωστές ερωτήσεις. Η τρόικα ήταν μία λύση ανάγκης που ήταν απαραίτητη και σωστή. Αλλά τώρα χρειαζόμαστε μακροπρόθεσμες λύσεις για το πώς θα σταθεί η τρόικα στο μέλλον σε καθαρές νομικές βάσεις και βασιζόμενη στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο».

Ανατρέχοντας στις διαδικασίες για τη σύσταση της τρόικας και στη συμμετοχή της ΕΚΤ, το ρεπορτάζ αναφέρεται και σε «συζητήσεις που έγιναν τον περασμένο Μάρτιο για το ρόλο της ΕΚΤ, ακόμη και εντός της Τράπεζας», όταν στον Τύπο μεταφερόταν αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεταξύ των μελών του Συμβουλίου της ΕΚΤ. «Κεντρικοί τραπεζίτες φοβούνται ότι η ΕΚΤ πλησίασε τις κυβερνήσεις μέσω της διαπραγμάτευσης των όρων διάσωσης και της επιτήρησής τους. "Δεν είναι αρμοδιότητα της Κεντρικής Τράπεζας να θέτει δημοσιονομικούς όρους", όπως επισημάνθηκε ανώνυμα από μέλος του Συμβουλίου», προσθέτει ο δημοσιογράφος και υποστηρίζει ότι η πίεση προς την ΕΚΤ ήταν τόσο μεγάλη που το τότε στέλεχός της Γιεργκ Ασμουσεν αισθάνθηκε αναγκασμένος να δηλώσει ότι η ΕΚΤ δε θα αποχωρήσει από την τρόικα.

Στο δημοσίευμα διευκρινίζεται, πάντως, ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε διαπιστώσει το 2012 ότι η ΕΚΤ δεν υπερβαίνει την εντολή της με το ρόλο της στην τρόικα, εφόσον δραστηριοποιείται συμβουλευτικά. «Επομένως δεν εγείρει ερωτήματα τόσο το ότι η ΕΚΤ έχει για τη συμμετοχή της στην τρόικα μία έξωθεν εντολή, όσο πολύ περισσότερο το αν αποφάσισε γι' αυτό σωστά», καταλήγει το άρθρο. Βέβαια, αν κάτι κρύβει αυτός ο προβληματισμός του αστικού Τύπου είναι οι εσωτερικές αντιθέσεις που υπάρχουν στη λυκοσυμμαχία της ΕΕ και κυρίως στη διαχείριση της κρίσης, καθώς και η όποια αναιμική ανάπτυξη, ή αλλαγή στη δοσολογία του μείγματος ή της εμπλοκής των μηχανισμών του κεφαλαίου γεννάνε νέες αντιθέσεις, προλειαίνουν το έδαφος για νέες κρίσεις.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Προβληματίζει η Ελληνική Προεδρία στην ΕΕ

 

Οι εικόνες της φτώχειας και της εξαθλίωσης στην Αθήνα φιγουράρουν στις σελίδες του ξένου Τύπου

Η ανάληψη της Προεδρίας της ΕΕ από την ελληνική κυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ είναι ένα θέμα που αναμενόμενα απασχολεί το διεθνή αστικό Τύπο με ποικίλα δημοσιεύματα που περιλαμβάνουν τα πάντα. Προσπάθεια τεχνητής αισιοδοξίας, ανησυχία για ...πιθανά ατυχήματα και πάνω απ' όλα έντονο προβληματισμό, καθώς οι αστοί αναλυτές γνωρίζουν πολύ καλά ότι η καπιταλιστική κρίση στην ΕΕ και γενικότερα στον καπιταλιστικό κόσμο όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί, αλλά εκφράζεται η βεβαιότητα ότι η καπιταλιστική οικονομία θα πάει σε αναιμική ανάπτυξη που είναι μοιραίο, ακόμα και αν δεν θέλουν να το παραδεχτούν, πως θα προετοιμάσει το νέο κύκλο καπιταλιστικής κρίσης.

Ιδιαίτερα επικριτικός ο γερμανικός Τύπος

Το «Σπίγκελ» στην ηλεκτρονική του σελίδα σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η χώρα της Ευρωζώνης που αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα προβλήματα την 1η Ιανουαρίου ανέλαβε την προεδρία της ΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2014. Η χώρα της κρίσης στέκεται ενώπιον ενός δύσκολου έργου: Πρέπει να ηγηθεί της ΕΕ, ενώ αγωνίζεται να αντιμετωπίσει τη δύσκολη οικονομική κρίση της σύγχρονης ιστορίας της και με την ανεργία να αγγίζει το 27%».

Ταυτόχρονα προσπαθεί να ρίξει το βάρος σε δευτερεύοντα ζητήματα όπως ότι η Αθήνα «σκοπεύει να ξοδέψει μόνο 50 εκατ. ευρώ για την ελληνική προεδρία, κάτω από το μέσο όρο των 80 εκατ. ευρώ, ενώ το λογότυπο της προεδρίας στοίχισε μόνο 12.000 ευρώ, σε σύγκριση με τα 100.000 του λογοτύπου της τελευταίας γερμανικής προεδρίας». Επίσης κάνει σύγκριση με την προηγούμενη Προεδρία της Ελλάδας το 2003 και επισημαίνει: «Πριν από δέκα χρόνια, όταν η Ελλάδα κάθισε για τελευταία φορά σ' αυτήν την ένδοξη καρέκλα, το βλέμμα της Αθήνας ήταν αισιόδοξο. Η ατζέντα της προεδρίας περιστράφηκε γύρω από τη διεύρυνση της ΕΕ. Αφορούσε την ένταξη των βαλκανικών χωρών. Η Ελλάδα, το λίκνο της δημοκρατίας, ήθελε να βοηθήσει και φαινόταν αποφασισμένη για το ρόλο της. Η χώρα προετοίμαζε επίσης τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Αυτή τη φορά τίθεται το ερώτημα αν το προβληματικό παιδί της Ενωσης μπορεί να είναι ένας αξιόπιστος ευρωπαϊκός παράγοντας ή το χάος και η αστάθεια θα παραλύσουν τη χώρα και την Ευρώπη». Φυσικά, η δήθεν προηγούμενη θετική εμπειρία αφορούσε τα κέρδη των κεφαλαιοκρατών, που όντως είχαν θετικά πρόσημα, ωστόσο για το λαό η λιτότητα ήταν δεδομένη, αν και όχι στις σημερινές διαστάσεις, ενώ η φάση αυτής της ανάπτυξης ήταν που προετοίμασε την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Πάντως, πίσω από τις επικρίσεις εκφράζεται η ανησυχία για τη διαχείριση της κρίσης συνολικά στην ΕΕ αφού είναι σίγουρο ότι η κρίση στην ελληνική οικονομία δεν ευθύνεται για την κρίση σε άλλα κράτη της Ευρωζώνης όπως η Ισπανία και η Ιταλία που έχουν ισχυρότερες οικονομίες, ούτε βεβαίως η ελληνική κρίση θα μεταφερθεί στην ΕΕ επειδή η Ελλάδα θα προεδρεύει!

Στο ίδιο μήκος κύματος και η «Frankfurter Allgemeine Zeitung», η οποία σε άρθρο της με τίτλο «Σπαρτιατικά» περιγράφει το στόχο της Ελλάδας για μία Προεδρία με χαμηλό κόστος, θυμίζοντας τα «μεγαλεία» του 2003 με τις συνόδους στα νησιά και την τελική Σύνοδο στο «Πόρτο Καρράς». Ενώ καυστικά ο αρθρογράφος Μίκαελ Μάρτενς επισημαίνει: «Τον Αντώνη Σαμαρά απασχολούν για το εξάμηνο της ελληνικής προεδρίας περισσότερα από μία λιτή προεδρία», σημειώνοντας ότι «διακυβεύεται η διατήρηση της κυβέρνησής του και η ισχνή πλειοψηφία των 153 βουλευτών».

Ανησυχία από τον γαλλικό τύπο

«Η Ελλάδα, πρόεδρος εν κρίση» είναι ο πρωτοσέλιδος τίτλος της «Λιμπερασιόν». «Υστερα από τέσσερα χρόνια ιδιαίτερα σκληρής λιτότητας, η χώρα καταγράφει τα πρώτα αποτελέσματα. Με την προεδρία της σκοπεύει να επωφεληθεί για να πείσει τους εταίρους της ότι έχει αλλάξει», υπογραμμίζει στον υπότιτλο. Η εφημερίδα επιλέγει να γράψει πως «το κοινωνικό και το ανθρώπινο κόστος των επιβεβλημένων μέτρων λιτότητας είναι εξωφρενικό για τον ελληνικό λαό». Η συμβουλή της «Λιμπερασιόν» - που παίζει στο παιχνίδι του ανταγωνισμού με τη Γερμανία - είναι: «Αντί να ζητηθούν νέες προσπάθειες από ένα λαό που δεν είναι πλέον σε θέση να τις καταβάλλει, αντί να συνεχίσουν την επιβολή της ίδιας πολιτικής λιτότητας αδιακρίτως, θα πρέπει να ενδιαφερθούν για τη διαφθορά και για το περίπλοκο, "μυρίων επιπέδων", σύστημα Διοίκησης, που είναι τα βαθιά δεινά που μαστίζουν την κοινωνία και απειλούν τη δημοκρατία». Στο τετρασέλιδο αφιέρωμα της εφημερίδας, ο ειδικός απεσταλμένος της στην Αθήνα αφήνει ανοιχτό το ερώτημα εάν, παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα που παρουσιάζει η χώρα, η οποία βρίσκεται μάλλον σε «ανάρρωση», θα κατορθώσει τελικά «να ξεπεράσει την κοινωνική κρίση».

«Ο Ελληνας κακός μαθητής, επικεφαλής στην Ευρώπη» τιτλοφορεί το ολοσέλιδο αφιέρωμά της η συντηρητική «Φιγκαρό». Στον υπότιτλό της χαρακτηρίζει την κατάσταση «κωμικοτραγική» και εξηγεί: «Στην Αθήνα, όπου το αντιευρωπαϊκό συναίσθημα είναι ισχυρότερο όσο ποτέ άλλοτε, ο λαός ζει συχνά με τεχνάσματα, παραδέρνοντας μεταξύ βοήθειας και μέτρων λιτότητας που αποφασίζουν οι Βρυξέλλες».

Η «Les Echos» παρουσιάζει την Ελληνική Προεδρία ως βασικό «χαρτί» της σημερινής κυβερνητικής συνεργασίας έναντι των άλλων αστικών κομμάτων: «Για τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά που ηγείται μιας εξαιρετικά εύθραυστης συμμαχίας, με 153 στους 300 βουλευτές, η προεδρία αποτελεί καταρχήν μια ευκαιρία να επανατοποθετήσει την Ελλάδα σε ένα επίπεδο ισότητας με τις άλλες χώρες-μέλη». Η εφημερίδα σημειώνει πως αυτό που «φημολογείται» είναι στο πλαίσιο της πίεσης που η κυβέρνηση Σαμαρά δέχεται από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και την ενίσχυση της ακροδεξιάς «οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να στηρίξουν τον Αντώνη Σαμαρά στην αποστολή του». Προσθέτει ότι η Ελλάδα υπόσχεται μια πολύ «οικονομική προεδρία, με κάποιες 120 συναντήσεις που θα γίνουν μόνο στην Αθήνα, όχι στα νησιά» και ως βασικές της προτεραιότητες καταγράφει την τραπεζική ενοποίηση, τη «στήριξη» των νέων για πρόσβαση στην απασχόληση και την κατάρτιση, τη μεταναστευτική και τη θαλάσσια πολιτική.

Δύσπιστοι οι Αγγλοσάξονες

«Η Ελλάδα αναλαμβάνει την ελληνική προεδρία ενώ η οργή για τις Βρυξέλλες μεγαλώνει» είναι ο τίτλος άρθρου της βρετανικής «Γκάρντιαν», στις 31/12/13, με κεντρική φωτογραφία διαδηλώτριας στο Σύνταγμα κατά του επικείμενου μπαράζ κατασχέσεων πρώτης κατοικίας στην Ελλάδα, σημειώνοντας παράλληλα και τις αποκλειστικές δηλώσεις του Ελληνα υπουργού Εξωτερικών Ευ. Βενιζέλου πως τάχα η Ελληνική Προεδρία της ΕΕ θα είναι «μία ευκαιρία για την Ευρώπη να δείξει πως μία χώρα σε πρόγραμμα στήριξης είναι μία κανονική χώρα». Ο ίδιος βέβαια σε άλλο σημείο φαίνεται να διαπιστώνει «ειρωνεία στο γεγονός πως καταρρέει η αρχή της θεσμικής ισότητας» καθώς κάποιοι αντιμετωπίζουν καυστικά πως η Ελληνική Προεδρία στην ΕΕ μοιάζει σαν η Αθήνα να προεδρεύει επί του Βερολίνου...

Η αγγλόφωνη διαδικτυακή εφημερίδα «Εuropean Voice», που τυπώνεται στις Βρυξέλλες, σε άρθρο με τίτλο «Η Ελλάδα ετοιμάζεται να αναλάβει την προεδρία της ΕΕ» (31/12/13) εκφράζει φόβους πως η Προεδρία θα επισκιαστεί από τις προσπάθειες της Αθήνας να βγει από την εξαετή ύφεση, ενώ θα προσπαθεί να συμμορφωθεί με τους όρους των δανειστών. Δεν παραλείπει παράλληλα να επισημάνει τα προβλήματα που ορθώνονται το τρέχον εξάμηνο για την κυβέρνηση του Ελληνα πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, που σημειώνει πως απολαμβάνει την υποστήριξη «μόνο δύο κοινοβουλευτικών κομμάτων», ενώ «εντείνονται οι κοινωνικές ταραχές εξαιτίας της οικονομικής κρίσης» και των μέτρων λιτότητας...

Η «Ουάσιγκτον Ποστ», αφού αναφέρεται στην αισιοδοξία που εξέφρασε ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς στο μήνυμά του, διερωτάται αν έχουν αποφευχθεί τα χειρότερα και σημειώνει ότι «η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα μη βιώσιμο υψηλό δημόσιο χρέος, αντιμετωπίζει την απειλή μίας εκ νέου πολιτικής αποσταθεροποίησης, έχει περισσότερους από 1 στους 4 ανέργους και σταθερά διολισθαίνει σε συνθήκες φτώχειας». Στη συνέχεια αναφέρεται στην ανεργία, την ανασφάλιστη εργασία, τη γραφειοκρατία, την πολιτική αστάθεια ως τα πιο βασικά προβλήματα, ωστόσο τουλάχιστον τα δύο πρώτα είναι ζητήματα που αντιμετωπίζουν όλες οι καπιταλιστικές χώρες και οι ίδιες οι ΗΠΑ.