Την περασμένη Κυριακή, ο υπουργός Εργασίας Π. Σκουρλέτης είπε σε τηλεοπτική εκπομπή ότι το μόνο που σκοπεύει να κάνει η κυβέρνηση στην κατεύθυνση να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός, είναι να καταργήσει την ΠΥΣ 6/2012, με την οποία «πάγωσαν» οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και επιβλήθηκε μισθός 586 και 511 ευρώ. Αυτό όμως, όπως παραδέχτηκε ο Π. Σκουρλέτης, δε σημαίνει αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ.
Αντίθετα, η κυβέρνηση εναποθέτει στη «διαβούλευση» με τους «κοινωνικούς εταίρους» τη σταδιακή - όπως είπε - αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα συνοδευτεί από ισχυρά «αντίδωρα» για τους εργοδότες, όπως η ρύθμιση των χρεών τους στα Ταμεία και τις τράπεζες, η παραπέρα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και η επιδότηση του μισθού των εργαζομένων, όπως ζήτησε πρόσφατα η ΕΣΕΕ.
Στην ίδια συνέντευξη, ο Π. Σκουρλέτης δεν είπε τίποτα για τις κλαδικές Συμβάσεις και την επαναφορά τους στα επίπεδα πριν το 2010, ως ένα στοιχειώδες μέτρο για την ανακούφιση της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζομένων. Οπως δεν είπε τίποτα και για το χάος των ελαστικών μορφών απασχόλησης, που έχουν οδηγήσει χιλιάδες εργαζόμενους, κύρια νέους, να δουλεύουν σήμερα για 200 και 300 ευρώ.
Μετά από αυτές τις ομολογίες του Π. Σκουρλέτη, θα περίμενε κανείς ότι οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στα σωματεία, που μέχρι τώρα «πιπίλιζαν» το μυαλό των εργαζομένων ότι ο κατώτατος μισθός θα επανερχόταν στα 751 ευρώ από την επομένη κιόλας της ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης, θα έψαχναν μέρος να κρυφτούν, ειδικά εκεί που είναι πλειοψηφία.
Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, βέβαια, μιας και ο νέος εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός έχει αντιγράψει επακριβώς τον παλιό στην ψευτιά, στη γαλιφιά και στην υπονόμευση του κινήματος.