Συνελήφθησαν μαζί του όλοι οι επιζώντες στρατολόγοι και σύνδεσμοι, ενώ ανακαλύφθηκαν και οι γιάφκες στο ξενοδοχείο του Νικ. Γρίτση, στα ξενοδοχεία «Βύρων» και «Ευρώπη», στο βιβλιοχαρτοπωλείο του Παπαναστασίου, στο κατάστημα του Κ. Δημόπουλου και τις οικίες της Καλλιόπης Δασκαλοπούλου, της Σοφίας Κολλάρα και άλλες στις οποίες κρύβονταν αντάρτες που έρχονταν από την Αθήνα για να προωθηθούν στο βουνό. Τρεις πρώην μαχητές του ΔΣΕ είτε γιατί είχαν σπάσει στην ανάκριση, είτε γιατί έτσι θέλησαν να γλιτώσουν τη βέβαιη εκτέλεση, έδωσαν στους ανακριτές τους στοιχεία για τις αποστολές που τους είχαν ανατεθεί, για ανθρώπους με τους οποίους είχαν έλθει σε επαφή στην Αθήνα και την Τρίπολη, για ανώνυμα και επώνυμα άτομα που είχαν παραλάβει από τις γιάφκες και τα προώθησαν στο βουνό. Απ' αυτό το σπάσιμο 21 αγωνιστές παραπέμφθηκαν στο Στρατοδικείο στις 8 Ιούνη 1949 για παραβίαση του Γ' Ψηφίσματος.
Στη δίκη και προς το τέλος της εξέτασης των μαρτύρων ο Μουλόπουλος προσποιήθηκε ότι θέλει να κάνει αποκαλύψεις. Για το λόγο αυτό οι αρμόδιοι τοποθέτησαν στην αίθουσα του Δικαστηρίου μικροφωνικές εγκαταστάσεις, μεγάφωνα στην πλατεία και μερίμνησαν για το κατάλληλο - στημένο ακροατήριο, μεταφέροντας δημοσίους υπαλλήλους, όπως και μαθητές των Γυμνασίων, ώστε να παρακολουθήσει το φοβερό κατηγορητήριο και να ωφεληθεί «εθνικοψυχικά».
Ομως, ο Μουλόπουλος στην απολογία του, αντί για μετάνοια, αποκήρυξη των αγώνων του και αποκαλύψεις σε βάρος των συντρόφων του, άρχισε να μιλά για το ρόλο του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση, για το ποιος δημιούργησε, ποια είναι τα οράματα και τα ιδεώδη, για τα οποία πολέμησε ο ΔΣΕ. Τότε κάτωχρος ο πρόεδρος του Στρατοδικείου για την πανηγυρική διάψευσή του διέταξε να ξηλωθούν αμέσως οι μικροφωνικές και οι άλλες εγκαταστάσεις, «φυσώντας το και να μην κρυώνει».